Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly examined subsidiary claims after primary ones failed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Evia, ruling that the lower court properly examined subsidiary claims following the rejection of primary ones. The appellant argued the appellate court violated procedural order by investigating the second subsidiary claim before the first two were fully adjudicated. The court rejected this, stating the law does not require waiting for the substantive examination of all claims once primary bases are rejected for insufficiency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 106 of the Code of Civil Procedure: The appellate court is not bound to examine subsidiary claims in the exact order requested by the plaintiff once primary claims are rejected for insufficiency, provided the examination follows the legal requirement of conditional review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας, υπό την επωνυμία "... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", με έδρα στην ... επί της συμβολής των οδών ... , με αριθ. Γ.Ε.Μ.Η. ... και Α.Φ.Μ. ... στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρωτοπαππά, που ανακάλεσε την από 7-1-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Α. και της Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Κ. του Γ. και της Θ. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Θεοδωράκη, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Θ. συζύγου Γ. Κ. το γένος Δ. και Κ. Γ. , κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2021, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλλήνης Αττικής και η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις ...-2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλλήνης Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, καθ' όσον η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη αποποιήθηκε την κληρονομιά του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα ο υπό στοιχείο 2 ήδη αναιρεσίβλητος να καταστεί μοναδικός κληρονόμος αυτού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2007 μη οριστική, 26/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ. , προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να δηλώσει την εκούσια επανάληψη της δίκης και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 882/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από ...2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου της Δ.Ε. Γέρακα του Δήμου Παλλήνης Αττικής, στις ...2021 απεβίωσε στον Γέρακα ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Γ. Κ. του Α. , ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) του υπ' αριθ. .../2024 πιστοποιητικού της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης, β) του από ...2021 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Παλλήνης Αττικής και γ) της υπ' αριθ. ...2021 έκθεσης αποποίησης κληρονομίας ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον υιό του Α. Κ. (δεύτερο αναιρεσίβλητο) και τη σύζυγό του Θ. Κ. (τρίτη αναιρεσίβλητη), η οποία αποποιήθηκε την κληρονομία του και συνεπώς ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατέστη μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από ...2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου της Δ.Ε. Γέρακα του Δήμου Παλλήνης Αττικής, στις ...2023 απεβίωσε στον Γέρακα η τρίτη αναιρεσίβλητη, Θ. συζ. Γ. Κ. , το γένος Δ. Γ. , η οποία, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) του υπ' αριθ. .../2024 πιστοποιητικού της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και β) του υπ' αριθ.
πρωτ. .../2024 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Παλλήνης Αττικής, κατέλειπε μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Α. Κ. (δεύτερο αναιρεσίβλητο). Ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, νομίμως δήλωσε το θάνατο των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βιαίως, λόγω του θανάτου τους, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη από 6.6.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 18/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.
Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος, του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα.
Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη, την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 27/2003, ΑΠ 20/2022, ΑΠ 1641/2018, ΑΠ 1322/2018), όπως είναι και εκείνος ο οποίος αφορά την καθ` ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. (ΑΠ 1573/2013, ΑΠ 1163/2013, ΑΠ 1331/2008).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ... 5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46, ... 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου η ίδια εισήγαγε την αγωγή της, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, καθόσον η πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου ανερχόταν έως του ποσού των 656.233,20 ευρώ και όχι στο ποσό των 35.000 ευρώ, που η ίδια από πλάνη εξέθεσε στο δικόγραφό της και ως εκ τούτου, αρμόδιο καθ' ύλην ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, κατ' αντίθεση προς την αρχή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η επικαλούμενη πλημμέλεια περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ερείδεται αποκλειστικά σε πράξη της ιδίας της ενάγουσας, η οποία προσδιόρισε με την αγωγή την αξία του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 35.000 ευρώ και εισήγαγε την αγωγή της, βάσει της αξίας αυτής, στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, η επίκληση δε της πλάνης ως προς την πραγματική αξία του ακινήτου, δεν αίρει το απαράδεκτο, διότι η ενάγουσα φέρει το βάρος της επιμέλειας για τον ορθό προσδιορισμό του αιτήματός της.
Και ναι μεν η καθ' ύλην αρμοδιότητα αφορά τη δημόσια τάξη και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, προτείνεται δε η αναρμοδιότητα σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο για πρώτη φορά, εφόσον στην τελευταία περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στηρίζεται αποκλειστικά σε επικαλούμενο σφάλμα που προκλήθηκε από τις πράξεις της ιδίας της αναιρεσείουσας (εσφαλμένος προσδιορισμός της αξίας του επιδίκου ακινήτου) και δεν εμπίπτει στην εξαίρεση των λόγων δημόσιας τάξης.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, ενώ με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης συζήτηση, προσδιόρισε την πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου έως του ποσού των 656.233,20 ευρώ, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ίδια διευκρίνισε ότι η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 105.000 ευρώ, αντί του ποσού των 35.000 ευρώ που ανέφερε αρχικά στην αγωγή της και απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής και απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επικαλούμενη πλημμέλεια περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ερείδεται αποκλειστικά σε πράξη της ιδίας της ενάγουσας, η οποία προσδιόρισε με την αγωγή την αξία του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 35.000 ευρώ και εισήγαγε την αγωγή, βάσει της αξίας αυτής, στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος.
Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της αγοραίας αξίας του ακινήτου ύψους 656.233,20 ευρώ και τον απέρριψε, με την πλεοναστική αιτιολογία, ότι η προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα από 6.9.2008 έκθεση εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ. ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου άσκησης της αγωγής, στερούμενη έτσι αποδεικτικής αξίας για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ "Αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απόρριψης άλλης βάσης ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή τα αιτήματα, μόνο μετά την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή την απόρριψη της προηγούμενης βάσης ή αιτήματος. (ΑΠ 1868/2024, ΑΠ 1484/2024).
Εξάλλου, στο άρθρο 219 ΚΠολΔ ουδεμία περαιτέρω προϋπόθεση τίθεται για την πλήρωση αυτής της αίρεσης και δη ουδόλως προβλέπεται ότι αυτή πληρούται μόνον όταν η κύρια βάση απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ότι αυτή δεν πληρούται όταν η κύρια βάση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, παραδείγματος χάριν λόγω αοριστίας της ή ως μη νόμιμη.
Μία τέτοια πρόσθετη προϋπόθεση θα αντέβαινε στον σκοπό της οικονομίας της δίκης, που εξυπηρετείται με την πρόβλεψη για τη δυνατότητα επικουρικής σώρευσης, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 106 και 559 αρ. 9 γ ΚΠολΔ. (ΑΠ 1579/2022). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Επομένως, "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 635/2023, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, μετά την απόρριψη των δύο πρώτων βάσεων της αγωγής, ήτοι της κτήσης κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και επικουρικά με τακτική χρησικτησία, λόγω αοριστίας, το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής της, ήτοι της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ θα έπρεπε να εξετάσει την τελευταία επικουρική βάση μόνον αφού απορρίπτονταν οι δύο πρώτες βάσεις της αγωγής ως νόμω ή ουσία αβάσιμες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ναι μεν η εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής τελεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης, ωστόσο το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει την επικουρική βάση μετά την πλήρωση της αίρεσης, χωρίς να παραβιάσει τη σειρά που είχε καθορίσει ο ενάγων, σύμφωνα με τα άρθρα 106 και 219 ΚΠολΔ, ενώ δεν υποχρεούται να αναμένει την κατ' ουσίαν εξέταση των λοιπών βάσεων, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, συνεπώς η απόρριψη των δύο πρώτων βάσεων της αγωγής, λόγω αοριστίας, συνεπάγεται την υποχρεωτική εξέταση της τελευταίας επικουρικής βάσης, ήτοι της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στις προτάσεις της αναιρεσείουσας αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 1046, 1048, 1049 και 1051 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τον αγωγικό ισχυρισμό της περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου της, μη προσφεύγοντας παράλληλα στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παρά τη διαπίστωση της ύπαρξης κενού και αμφιβολίας στον τίτλο κτήσης της, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση λόγων αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου και όχι με το δικόγραφο της αναίρεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά τα άρθρα 495 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.6.2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 18/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ