Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and improper attack on factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision. The appellant argued the lower court lacked legal grounds and failed to consider specific evidence, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments improperly attacked the unreviewable factual assessment and evidence evaluation of the First Instance Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks the unreviewable factual assessment or evidence evaluation, or if the grounds cited do not constitute a violation of the legal basis required for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 274/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. συζύγου Α. Ζ. το γένος Γ. Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καρούζο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χας Σ. Κ., 2) Χ. Σ.. Κ., 3) Σ. θυγ. Σ. Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καζά, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άργους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-04-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα 726/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο (τακτική διαδικασία), με την οποία, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, κατά της 271/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Άργους που απέρριψε διεκδικητική αγωγή κυριότητας των επίδικων ακινήτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2020, ΑΠ1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 - 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Εξάλλου, κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2104/2007). 3. Στην προκείμενη περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι με παντελή έλλειψη αιτιολογιών, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κτήσης της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του αγρού των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτες προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.
Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ενώ έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο το μεν, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι αυτή κατέστη κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας πρωτοτύπως, ο οποίος αποτελεί και τη βάση της αγωγής της, αλλά και τα αποδεικνύοντα αυτόν έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, που αναλυτικά εκτίθενται στο αναιρετήριο, το δε ότι έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους και συγκεκριμένα τις 2566, 2567 και 2568/2008 ένορκες βεβαιώσεις.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά τα προαναφερόμενα, διότι το Εφετείο, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει, έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα κατά την αναιρεσείουσα). Αλλά και κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, σύμφωνα με το καταχωριζόμενο στα πρακτικά σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-04-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.726/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ