Supreme Court allows appeal against labor court judgment for failure to examine wage deduction claim properly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a labor court judgment that dismissed a wage deduction claim. The lower court rejected the plaintiff's request to deduct unpaid wages from monthly salary payments, ruling the claim was inadmissible due to vagueness. The Supreme Court found this error constituted a procedural violation under Article 560 of the Code of Civil Procedure, as the plaintiff had provided detailed evidence of monthly payments and specific deductions. Consequently, the judgment was annulled, the case remitted to the same court for retrial, and the losing party was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416, 422(α) of the Civil Code; Article 338(1) of the Code of Civil Procedure; Article 560(5) of the Code of Civil Procedure: A labor court must examine wage deduction claims supported by detailed evidence of monthly payments and specific deductions; failure to do so constitutes a procedural error requiring remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κατσιφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πασσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 13.842/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14 Σεπτεμβρίου 2021 και με αριθ. κατάθεσης 74371/147/28.9.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 13842/11.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Eφετείου, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 22.12.2015 με αριθ.
καταθ. 47/30.12.2015 έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 246/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας. Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 17.9.2014 με αριθ. καταθ. 147/4.12.2014 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έγινε δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη η κυρία εκ της σύμβασης εργασίας βάση της αγωγής και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 15.826,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την ως άνω έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 989/2022, ΑΠ 131/2020).
Ειδικότερα, στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 33/2022, ΑΠ 874/2018) και εφόσον ζητείται επιδίκαση αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 684/2017, ΑΠ 53/2015).
Εξάλλου, σε περίπτωση αγωγής στην οποία σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων έλαβε από τον εναγόμενο χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου, η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ληφθέντος από τον εναγόμενο ποσού, ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 966/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 424/2018, ΑΠ 1004/2017).
Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του ενάγοντος από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος, που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν διώκεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1004/2017).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ και αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απόφαση ειρηνοδικείου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε επί έφεσης ειρηνοδικείου από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ιδίου κώδικα, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 111/2020).
Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 707/2022, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 935/2020) ή από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ καθότι αντίστοιχος με τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2021, ΑΠ 635/2019).
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης, που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 781/2021, ΑΠ 19/2020).
Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της ίδιας διάταξης είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 661/2022, ΑΠ 760/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 17.9.2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στις 24.7.2005 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του φύλακα ασφάλειας και υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η οποία καταγγέλθηκε από την εναγόμενη στις 29.3.2013.
Ότι στη σύμβαση εργασίας του αναφερόταν ρητά ότι τα ελάχιστα όρια αμοιβής του καθορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα εργατική νομοθεσία. Ότι για τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του το επίδικο χρονικό διάστημα εφαρμόζονταν οι Συλλογικές Συμβάσεις Παροχής Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας των ετών 2009, 2010 και 2011.
Ότι ειδικότερα ο νόμιμος μισθός του ανερχόταν τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 στο ποσό των 1.106,33 ευρώ και ότι ο συμβατικός μισθός του ανερχόταν το έτος 2009 στο ποσό των 1.204,62 ευρώ, τα έτη 2010 και 2011 στο ποσό των 1.261,14 ευρώ και το έτος 2012 στο ποσό των 1.037,41 ευρώ. Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, εργαζόταν τις αναγραφόμενες αναλυτικά κατά εβδομάδα και μήνα ημέρες εργασίας και ανά ημέρα ώρες εργασίας τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές, ότι πραγματοποιούσε τις αναγραφόμενες ώρες υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας, ώρες νυκτερινής απασχόλησης τις εργάσιμες ημέρες και τις Κυριακές και ότι δικαιούται τα αναγραφόμενα αναλυτικά ανά μήνα ποσά από τις ως άνω αιτίες.
Ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το επίδικο χρονικό διάστημα το αναγραφόμενο κάθε μήνα ποσό ως μικτές αποδοχές και ότι του οφείλει ανά μήνα τις προκύπτουσες διαφορές μεταξύ των οφειλομένων αποδοχών και των αποδοχών που αυτή του κατέβαλε. Ότι, επιπρόσθετα, η εναγόμενη του οφείλει για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 τα αναγραφόμενα για έκαστο επίδομα ποσά, όπως προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ του ποσού που δικαιούταν για έκαστο επίδομα εορτών και αδείας των αντιστοίχων ετών (2009, 2010, 2011, 2012) και αυτού που η εναγόμενη του κατέβαλε.
Ζητούσε, δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει από τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού α) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 τα ποσά των 2.520,88 ευρώ, 3.031,87 ευρώ, 2.468,78 ευρώ και 4.830,18 ευρώ, αντίστοιχα, β) για διαφορές επιδομάτων αδείας των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 το ποσό των 554,95 ευρώ (150,96 + 157,21 + 68,32 + 178,46), γ) για διαφορές επιδομάτων εορτής Πάσχα των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 το ποσό των 1.027,50 ευρώ (234,23 + 277,21 + 199,96 + 316,10) και δ) για διαφορές επιδομάτων εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 1.389,30 ευρώ (297,88 + 321,34 + 316,74 + 453,34) και συνολικά στο ποσό των 15.823,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: "...Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, με βάση και τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, τυγχάνει αόριστη, αφού ο ενάγων δεν εξειδικεύει ποια ακριβώς χρηματικά ποσά του έχουν καταβληθεί για νυκτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση την Κυριακή και τις αργίες, έτσι ώστε, όχι μόνο η εναγόμενη να μην μπορεί να αμυνθεί, αλλά και το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να κρίνει ποια ακριβώς ποσά και για κάθε μια ξεχωριστά αιτία οφείλονται.
Συνακόλουθα η εκκαλουμένη που έκρινε ορισμένη την αγωγή και προχώρησε στην κατ' ουσία εξέτασή της και την παραδοχή της ως ουσιαστικά βάσιμης, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, γεγονός που, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αφού η εναγομένη ζητεί με την έφεσή της την απόρριψη της αγωγής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη...".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κρίνοντας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι η από 17.9.2014 αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς όλα τα αγωγικά της αιτήματα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήσαν αναγκαία για το ορισμένο του ως άνω αγωγικού αιτήματος (άρθρα 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α του ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διαλαμβάνονται αναλυτικά α) η σύναψη σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την εναγόμενη και η ειδικότητα με την οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του σ'αυτή, β) οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1.1.2009 έως 31.12.2012, με βάση το βασικό μισθό εγγάμου, το χρόνο προϋπηρεσίας και τα επιδόματα επικινδυνότητας και τέκνων, καθώς και οι μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε συμβατικά το ως άνω διάστημα, γ) οι ημέρες εργασίας του ενάγοντος τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές, καθώς και οι ώρες εργασίας του ενάγοντος ανά ημέρα για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και βάση αυτών (ωρών εργασίας ανά ημέρα και ημερών εργασίας ανά εβδομάδα) αθροιστικά κατά μήνα τα αναγραφόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά αα) για προσαυξήσεις εργασίας τις Κυριακές και αργίες, ββ) για προσαυξήσεις των ωρών νυκτερινής εργασίας, και γγ) για αμοιβές ωρών υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, τόσο τις εργάσιμες ημέρες όσο και τις Κυριακές, δ) οι συνολικές αποδοχές που δικαιούταν από την εναγόμενη ανά μήνα, από τις ως άνω αιτίες (συμβατικός μισθός, προσαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές και για νυκτερινή εργασία, αμοιβές για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία) και οι οφειλόμενες ανά μήνα διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δικαιούταν και εκείνων που του καταβλήθηκαν από την εναγόμενη και ε) οι αποδοχές που δικαιούταν για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατ' έτος για το επίδικο χρονικό διάστημα και οι οφειλόμενες διαφορές αποδοχών από τις ως άνω αιτίες μεταξύ αυτών που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δικαιούταν και εκείνων που του καταβλήθηκαν από την εναγόμενη.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αόριστη την αγωγή, κατ'άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν εξειδικεύει στο δικόγραφο της αγωγής του "ποια ακριβώς χρηματικά ποσά του έχουν καταβληθεί για νυκτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση την Κυριακή και τις αργίες, έτσι ώστε, όχι μόνο η εναγόμενη να μην μπορεί να αμυνθεί, αλλά και το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να κρίνει ποια ακριβώς ποσά και για κάθε μια ξεχωριστά αιτία οφείλονται", παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, εφόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν αναγκαία η μνεία του ύψους των ποσών που έλαβε ο ενάγων χωριστά για κάθε αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο, που δεν αποτελούσε κατά νόμο αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται αναλυτικά από το ανά μήνα άθροισμα των ως άνω επίδικων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, από το οποίο αυτός αφαιρεί το καταβληθέν το αντίστοιχο μήνα από την εναγόμενη ποσό, το οποίο δεν διώκεται από αυτόν, αλλά το απομένον υπόλοιπο ποσό, ούτε επάγεται αδυναμία άμυνας της εναγομένης, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτής περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθρα 416 και 422 εδ.α του ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος.
Σε κάθε, δε, περίπτωση, ο ενάγων επισυνάπτει στην ένδικη αγωγή του α) τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών του από την εναγόμενη ανά μήνα για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, με ανάλυση των επί μέρους καταβολών (βασικός μισθός εγγάμου, επίδομα επικινδυνότητας, επίδομα τέκνων, προσαυξήσεις για εργασία νυκτερινής απασχόλησης και για εργασία Κυριακές, αμοιβές υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας), β) τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών εκάστου επιδόματος Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 και συνεπώς σε κάθε περίπτωση, αν και δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, προσδιορίζονται αναλυτικά σ' αυτή (αγωγή) οι καταβληθείσες από την εναγόμενη στον ενάγοντα ως άνω αποδοχές.
Επομένως, με το να αποφανθεί αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και, συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς όμως εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ιδίου κώδικα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.
Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) αναιρετικού λόγου και του τρίτου εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 εδ.
β' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 13842/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ