Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on debt restructuring due to inadmissible and unfounded grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court's decision rejecting his debt restructuring claim. The appellant argued the lower court failed to address the issue of payment suspension under the Bankruptcy Code, but the court found this ground inadmissible for being vague and unfounded. Consequently, the appeal was rejected without costs due to specific statutory provisions exempting such proceedings from court fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if vague and unfounded, and a specific law may exempt certain proceedings from court fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 274/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Β., κατοίκου ... Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τζόλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις από 6-12-2021 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 επΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 164/2018 τελεσίδικη απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αιτούντος, νυν αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 223/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 1/7/2013 και αρ. κατ. 1057/2013 αίτηση του περί ρύθμισης των χρεών του, σύμφωνα με το ν. 3869/2010.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1, 741, 769 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ...
Α.Ε", υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", λόγω διασπάσεως της πρώτης, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. και 59-74 του ν. 4601/2019). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι αυτός δεν υπάγεται στη ρύθμιση του ως άνω νόμου, ως μη στερούμενος πτωχευτικής ικανότητος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση της ως άνω διάταξης ένεκα της μη εφαρμογής της. Περαιτέρω, κατά τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ. Α.Π 9/1997, Α.Π 625/2008, Α.Π 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π 25/03 Α.Π 37/2008, Α.Π 2102/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο εκ του άρθρου 560 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ως λόγο έφεσης νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του περί του ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ως στερούμενος πτωχευτικής ικανότητος κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής του.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον εν λόγω προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ'ουσίαν, με βάση παραδοχές αντίθετες προς αυτά που τον συγκροτούν, δεχόμενο ειδικότερα ότι "Ο αιτών την 28-02-1985 έκανε έναρξη εργασιών με κύρια δραστηριότητα τις υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής επιβατηγών αυτοκινήτων οχημάτων με υλικά και ανταλλακτικά, δραστηριότητα την οποία διέκοψε την 28-06-2013 (βλ.
την βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Γ Δ.Ο.Υ. Πατρών). Η δραστηριότητά του αυτή, του απέδωσε την εμπορική ιδιότητα για το χρονικό διάστημα που την ασκούσε, διότι εμπίπτει στην επώνυμη εμπορική πράξη της "πρακτορείας", ήτοι την παροχή ιδιωτικής υπηρεσίας στο κοινό έναντι ανταλλάγματος (άρθρα 2 και 3 Δ.Α.Ε., Ε.
Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, 2000, σελ.187). Ο αιτών άσκησε την υπό κρίση αίτηση την 01-07-2013, ήτοι 2 μέρες μετά την τυπική λήξη της εμπορίας του (28-06- 2013), ωστόσο είχε παύσει τις πληρωμές του προς την μετέχουσα πιστώτριά του όσο ήταν έμπορος και διατηρούσε την επιχείρησή του. Συγκεκριμένα, η μετέχουσα πιστώτριά και ήδη εφεσίβλητη του είχε αποστείλει:
α) την από 05- 04-2013 εξώδικη πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε την 28-05-2013 (βλ. την υπ' αριθ. 9278Ε728-05-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ.) με την οποία κατήγγειλε την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου ποσού 145.319,54 ευρώ λόγω μη εξόφλησης δόσεων από την 01-01-2013, καλώντας τον να προβεί στην άμεση εξόφληση του συνολικού ποσού των 144.175,18 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί την 04-04-2013, β) την από 05-04-2013 εξώδικη πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε την 28-05-2013 (βλ.
την υπ' αριθ. 9279Ε728-05-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ.) με την οποία κατήγγειλε την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου ποσού 154.680,46 ευρώ λόγω μη εξόφλησης δόσεων από την 01-01-2013, καλώντας τον να προβεί στην άμεση εξόφληση του συνολικού ποσού των 157.251,61 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί την 04-04-2013, γ) την από 05-04-2013 εξώδικη πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε την 28-05-2013 (βλ.
την υπ' αριθ. 9280Ε728-05-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ.) με την οποία κατήγγειλε την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου ποσού 32.010,00 ευρώ λόγω μη εξόφλησης δόσεων από την 01-01-2013, καλώντας τον να προβεί στην άμεση εξόφληση του συνολικού ποσού των 38.344,35 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί την 04-04-2013 και δ) την από 05-04-2013 εξώδικη πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε την 28-05-2013 (βλ.
την υπ' αριθ. 9281Ε728-05-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ.) με την οποία κατήγγειλε την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου ποσού 2.227,34 ευρώ λόγω μη εξόφλησης δόσεων από την 01-01-2010, καλώντας τον να προβεί στην άμεση εξόφληση του συνολικού ποσού των 2.324,13 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί την 04-04-2013.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας δεν υπάγεται στο ν. 3869/2010 οφειλέτης, που κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών του είχε εμπορική ιδιότητα και ως εκ τούτου, δοθέντος ότι ο αιτών είχε σταματήσει να αποπληρώνει το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του από τον Ιανουάριο του 2013, όσο είχε δηλαδή την εμπορική ιδιότητα, δεν εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010".
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με το ίδιο ως άνω κρίσιμο θέμα. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, καθώς ως προς το νομικό ζήτημα της παύσεως πληρωμών στο οποίο ερείδεται ο μοναδικός λόγος εφέσεώς μου δεν αναφέρεται καθόλου και δεν περιέχει καμία κρίση...
και σε κάθε περίπτωση χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς για το νομικό ζήτημα της παύσης των πληρωμών και την έννοια αυτού και αν συντρέχει ή όχι στο πρόσωπό μου η μόνιμη και γενική παύση πληρωμών που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα και από πότε και πως αυτή απεδείχθη, γεγονός το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον αφορά την έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά θα έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενώ καθόσον αφορά την παντελή έλλειψη της αιτιολογίας, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού εκ του ανωτέρω παρατιθέμενου αποσπάσματος της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει η ύπαρξη αιτιολογίας αναφορικά με το εν λόγω ουσιώδες θέμα περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της ύπαρξης πτωχευτικής ικανότητος στο πρόσωπό του, σύμφωνα με τις σχετικώς ως άνω ειδικότερον διαλαμβανόμενες σ' αυτή πραγματικές παραδοχές.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 473/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 164/2018 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ