274/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σοφία Ντάντου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη), Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated274/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013 ΑΠ 33/2013, ΑΠ 2039/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σοφία Ντάντου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη), Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "... ΑΕΑΕ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Παπαλάμπρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιπροσθέτως δε, ο 1ος εκπροσωπήθηκε και από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Τζουτζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή (ευθεία και πλαγιαστική) του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2278/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα,, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθμ. 7/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού δίκασε την έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 2278/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013 ΑΠ 33/2013, ΑΠ 2039/2013).
Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο(ΑΠ 1010/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμη ότι το δεδικασμένο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της, ή το υπερέβη, ή απομακρύνθηκε από αυτό, διότι δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις (ΑΠ 369/2004, ΑΠ 298/2004).
Συνεπώς, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως που εκδίδεται επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, δυσμενείς συνέπειες που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν ότι θα επέλθουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 51/2011, ΑΠ 1408/2004, ΑΠ 1607/2003, ΑΠ 859/2001).
Βέβαια, δεν δικαιολογεί τις περαιτέρω αξιώσεις κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, δηλαδή, λόγου χάριν, δεν αρκεί μια ανανεωθείσα, βάσει των συνεπειών του τραυματισμού, ασθένεια, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο επέρχεται χειροτέρευση των συνεπειών τούτων, αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές, τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο εκδόσεως της προηγούμενης αποφάσεώς του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί η επέλευσή τους δεν έπρεπε σοβαρά να αναμένεται.
Κατά πόσο δε, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεώς του (ΑΠ 648/2002, ΑΠ 859/2001). Και τούτο, διότι το άρθρο 272 ΑΚ ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής, ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, σε τρόπο ώστε με τη συμπλήρωσή της ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστού για άρνηση της παροχής προς αυτόν.
Εφόσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή -ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας- δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξιώσεως κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται στο άρθρο 268 ΑΚ, ούτε, άλλωστε, δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όπου δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.
Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει τη "διακοπή" της παραγραφής, ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά το νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 117/2004).
Ειδικότερα, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/ 2013, ΑΠ 317/2013). Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή η οποία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 515/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού, που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.
Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως για το ποσό που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 965/2015, πρβλ.
επίσης ΑΠ 441/2010). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 72 του Α.Κ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.
Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξ άλλου, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997), νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος, αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.
Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι από τον χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, εφ' όσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 του ΑΚ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο και όχι στον ενάγοντα τρίτο.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 941/2017, ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 234/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 7/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς), το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ως προς το ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω τα εξής: "Ο εκκαλών - ενάγων σχετικά με τις αξιώσεις του συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα έχει ασκήσει: Α) την από 15-5-2004 (πρώτη) αγωγή του κατά του πρώτου εναγομένου ήδη εφεσίβλητου που οδηγούσε το ...09 ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες που θα προξενούσε σε τρίτους κατά την οδήγησή του, στην δεύτερη εναγόμενη - ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", με την οποία ζητούσε αποζημίωση για θετική και αποθετική του ζημία (απώλεια εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι 30-6-2004, καταστροφής προσωπικών ειδών, δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου και ηθικής βλάβης). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 1660/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και ύστερα από έφεση η υπ' αριθμ. 273/30-3-2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου δεσμευτικού για το παρόν Δικαστήριο (άρθρα 321 και 322 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι: α)
για το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα την 29-6-2002 στη ..., κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων, συνυπαίτιοι είναι τόσο ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 70%, όσο και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 30%, β) ότι από το ατύχημα αυτό ο ενάγων υπέστη περιμηνοειδές κάταγμα - εξάρθρημα δεξιάς πηχεοκαρπικής και κάταγμα έξω κνημιαίων κονδύλων αριστερού ποδός.
Τα κατάγματα αυτά αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με εξωτερική και εσωτερική οστεοσύνθεση της δεξιάς πηχεοκαρπικής και εσωτερική οστεοσύνθεση κνημιαίων κονδύλων με 2 βίδες, στο ... Νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 5-7-2002 και όπου στις 15-9-2003 χειρουργήθηκε για ψευδοάρθρωση σκαφοειδούς, εφαρμόστηκε βίδα τύπου ΗΕRDERT και μόσχευμα και αφαιρέθηκαν οι βίδες από τους κνημιαίους κονδύλους και γ) ότι εξαιτίας των βλαβών του αυτών κατέστη ανίκανος, προς εργασία για το αιτούμενο τότε χρονικό διάστημα ήτοι από του ατυχήματος 1-7-2002 μέχρι 30-6-2004.
Β) την από 1-6-2005 (δεύτερη) αγωγή του στρεφόμενη κατά των ίδιων εναγομένων, με την οποία αυτός (ενάγων) επικαλούνταν μεταγενέστερη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του και ζητούσε αποζημίωση από απώλεια εισοδημάτων του για το εν συνεχεία χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-2004 μέχρι 30-6-2007 και περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής και ύστερα από ιατρική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 1659/2006 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 1755/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που την έκανε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ύστερα από εφέσεις των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 638/30-7-2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, επίσης δεσμευτικού για το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 321 και 322 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι:
α) υπήρξε μεταγενέστερη και μη προβλεπτή δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, που διαπιστώθηκε από το ίδιο για πρώτη φορά στις 14-7-2004 κατά την εξέτασή του στο ... Νοσοκομείο, λόγω της μη πόρωσης της ψευδοάρθρωσης του σκαφοειδούς, συνεπεία της οποίας κατέστη προβληματική η βαριά χειρωνακτική εργασία, όπως αυτή του ελασματουργού που ασκούσε μέχρι το χρόνο του ατυχήματος και β) κατέστη αυτός (ενάγων) ανίκανος διά βίου προς άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματός του ως ελασματουργού, το οποίο απαιτεί χρήση και των δύο χεριών και μεγάλη μυϊκή δύναμη, λόγω δε της ηλικίας του και του μορφωτικού του επιπέδου δεν δύναται να ανεύρει άλλη εργασία, για την οποία θα απαιτείται μόνο η επικουρική χρήση του δεξιού του χεριού.
Ύστερα από τις ανωτέρω δυο αγωγές του επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις, ο ενάγων - εκκαλών άσκησε: Γ) την από 8-3-2008 (τρίτη) αγωγή του κατά των ίδιων δύο εναγομένων, με την οποία ζητούσε αποζημίωση από απώλεια εισοδημάτων του για το εν συνεχεία χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-2007 μέχρι 28-9-2026 (που συμπληρώνει το 65° έτος της ηλικίας του).
Από την αγωγή του αυτή παραιτήθηκε στις 18-9-2009 και εντός εξαμήνου άσκησε την τέταρτη Δ) από 7-10-2009 αγωγή του για αποζημίωση από απώλεια εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από 1-7-2007 μέχρι 31-3-2012 πλην όμως την άσκησε μόνο σε βάρος της δεύτερης εναγομένης και όχι και κατά του πρώτου εναγομένου. Από την τέταρτη αυτή αγωγή παραιτήθηκε στις 6-12-2010 και εντός εξαμήνου άσκησε την από 24-1-2011 (πέμπτη) αγωγή του κατά των ίδιων με την ως άνω από 10-10-2013 αγωγή εναγομένων για απολεσθέντα εισοδήματα για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ήτοι από 1-7-2007 έως 31-3-2012.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 469/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη ως προς αμφοτέρους τους διαδίκους και μετά από έφεση που άσκησε ο ενάγων η υπ' αριθμ. 5078/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου δεσμευτικού για το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 321 και 322 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι οι αιτούμενες στην ως άνω αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος ως προς τον πρώτο εναγόμενο δεν είχαν παραγραφεί (σε αντίθεση με αυτές της δεύτερης εναγομένης) καθώς επιμηκύνθηκε ο χρόνος της παραγραφής σε εικοσαετία από την έκδοση της υπ' αριθμ. 237/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, η οποία αναφέρεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφού από της 14-7-2004 που εχώρησε η απρόσμενη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος (όπως με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί κατά τα προαναφερόμενα), μέχρι 30-3-2007 που δημοσιεύθηκε η εν λόγω απόφαση (237/2007), δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία, που εκ του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ως χρόνος παραγραφής ως προς τον υπαίτιο οδηγό (πρώτο εναγόμενο).
Μετά από αυτά, η ως άνω (5078/2013) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τον πρώτο εναγόμενο, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 469/2012 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτόν (πρώτο εναγόμενο) και δέχθηκε την αγωγή του εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ζητεί αποζημίωση για απολεσθέντα εισοδήματα μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 1-4-2012 έως 31-3-2014, πλην όμως η αξίωση αυτή του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφού πρόκειται για αξίωση που απορρέει από τη μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος προς άσκηση του επαγγέλματος του ελασματουργού, που ήταν απρόβλεπτη από την αρχή (η μόνιμη αναπηρία), η γνώση της οποίας έγινε στις 14-7-2004, όπως δέχθηκε τελεσίδικα η υπ' αριθμ. 638/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, ενώ η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 21-10-2013.
Εξάλλου, από την ημερομηνία της διαπίστωσης της μόνιμης αναπηρίας του ενάγοντος για την άσκηση του επαγγέλματος του ελασματουργού, δηλαδή από τις 14-7-2004, η ζημία του, περιλαμβανομένης και της επίδικης, ήταν προβλεπτή σ' αυτόν κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δικαστικά επιδιώξιμη, δεδομένου ότι ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση της πρώτης από τις επιζήμιες συνέπειες της πράξης και όχι η γνώση του ακριβούς ποσού της αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ότι μετά την 14-7-2004 έλαβε χώρα νέα επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, σύμφωνα με τα ιατρικά δεδομένα, ώστε να αρχίσει νέος αυτοτελής χρόνος παραγραφής για τις επίδικες ως άνω αξιώσεις του. Επίσης, η τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 1660/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έγινε στις 30-3-2007 όταν δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 273/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, πραγματοποιήθηκε εντός πενταετίας από το χρόνο του ατυχήματος (29-6-2002) χωρίς όμως να επιφέρει επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις σε εικοσαετία, δεδομένου ότι αφορά ναι μεν στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, όχι όμως στο ίδιο αντικείμενο, αφού η απόφαση αυτή έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ως προαναφέρθηκε, ότι ο ενάγων είναι ανίκανος προς εργασία για το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα, και όχι μόνιμα ανίκανος προς εργασία όπως δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 638/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά (πρβλ.
ΑΠ 424/2015). Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου, το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 273/2007 ως άνω απόφαση δεν δεσμεύει το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις επιζήμιες από το ατύχημα συνέπειες που απορρέουν από την απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος και εντεύθεν και οι οποίες δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την αρχική δίκη, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας.
Η ανωτέρω δε κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. 638/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά επιδικάσθηκε τελεσίδικα στον ενάγοντα πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πλέον της επιδικασθείσας με την αρχική υπ' αριθμ. 273/2007 ως άνω απόφαση, διότι την 14-7-2004 επήλθε μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, από την οποία άρχισε νέα αυτοτελής παραγραφή για τις μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες της οποίας το Δικαστήριο δεν δεσμευόταν από το δεδικασμένο της πρώτης τελεσίδικης απόφασης, η οποία δεν τις είχε λάβει υπόψιν, καθόσον η επέλευσή τους δεν έπρεπε, ή δεν έπρεπε σοβαρά, να αναμένεται, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας.
Ως εκ τούτου οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος (για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2014) που απορρέουν από την επιδείνωση της υγείας του και οι οποίες συνίστανται σε απολεσθέντα εισοδήματα οφειλόμενα στη μόνιμη αναπηρία του που προκλήθηκε αιτιωδώς από το ατύχημα, έχουν χρόνο έναρξης παραγραφής την 14-7-2004 και συνεπώς, έχουν παραγραφεί.
Εξάλλου, η προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση παραγραφής των εναγομένων δεν είναι απαράδεκτη λόγω αντίθεσης προς το δεδικασμένο (το οποίο λαμβάνεται υπόψιν και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο) που απορρέει από την υπ' αριθμ. 5078/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την προβληθείσα ένσταση παραγραφής κατά του πρώτου εναγόμενου αναφορικά με τις επίδικες σε αυτήν αξιώσεις, αφού η κρίση της εν λόγω απόφασης ως προς την υπαγωγή της αξίωσης αποζημίωσης του ενάγοντος στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ δεν παράγει δεδικασμένο στην υπό κρίση διαφορά για το λόγο ότι από την ανωτέρω απόφαση προκύπτει ότι διαγνώσθηκε η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος για το διάστημα από 1-7-2007 έως 31-3-2012, ενώ με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ζητούσε αποζημίωση για διαφορετικό διάστημα και δη από 1-4-2012 έως 31-3-2014.
Επομένως δεν υπήρχε ταυτότητα αντικειμένου της προηγούμενης δίκης με αυτό της παρούσας, ελλείψει ταυτότητας αντικειμενικών και χρονικών ορίων. Επίσης, η ανωτέρω υπ' αριθμ. 5078/2013 απόφαση δεν αντιμετώπισε την ένσταση παραγραφής ως προδικαστικό ζήτημα της όλης αξίωσης αποζημίωσης του ενάγοντος. Οι ενστάσεις έχουν αμυντική λειτουργία και τείνουν στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος προβολής της αυτοτελούς ένστασης της παραγραφής, η οποία δεν εισάγει χωριστό αντικείμενο δίκης και θεμελιώνεται σε κανόνα αντίθετο προς το βασικό που ιδρύει το αγωγικό δικαίωμα, δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ έναντι της έννομης συνέπειας του βασικού κανόνα που ιδρύει το αγωγικό δικαίωμα.
Η απόρριψη δε στην παραπάνω απόφαση της ένστασης παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμης συνεπάγετο ότι υφίσταται το αγωγικό δικαίωμα και είναι πλήρως ενεργό έναντι του πρώτου εναγομένου, κρίση που καλύπτεται αυτοτελώς από το δεδικασμένο. Το αγωγικό δικαίωμα όμως, που κρίθηκε με την άνω απόφαση αφορούσε αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος προηγουμένου χρονικού διαστήματος του επιδίκου, όπως αναφέρθηκε ήδη.
Συνεπώς η υπ' αριθμ. 5078/2013 απόφαση, δημιουργεί δεδικασμένο μόνο σε ό,τι αφορά το κριθέν ζήτημα του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος των ετών 2007-2012, ότι δηλαδή ως προς το διάστημα αυτό δεν είχε παραγραφεί η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου και δεν παράγει δέσμευση για την αξίωση αποζημίωσης του επίδικου διαστήματος, το οποίο είναι διαφορετικό και μεταγενέστερο σε σχέση με αυτό που ήδη κρίθηκε.
Κατά συνέπεια, η από 10-10-2013 αγωγή, με την οποία ασκείται η εν λόγω επίδικη αξίωση, τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης παραγραφής ως προς τον πρώτο εναγόμενο, που πρότειναν οι εναγόμενοι. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται εν μέρει με αυτήν της παρούσας, απέρριψε την ως άνω ευθεία αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (παραγεγραμμένη), κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής των εναγομένων, απορρίπτοντας συγχρόνως τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, που αποτελούν και σχετικούς λόγους έφεσης, περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή και παραβίασης δεδικασμένου, και την πλαγιαστική ως άνευ αντικειμένου, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των άνω λόγων της έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς διερεύνηση".
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο τα παραπάνω, παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από τις με αριθμ. 273/2007 και 638/2009 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και από την με αριθμ. 5078/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς επίσης ότι αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 268 ΑΚ κατά παράβαση των άρθρων 321, 322, 324 και 325 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της με αριθμ. 5078/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν εφάρμοσε αυτή.
Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του 559 αριθμ. 16 και 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν ότι μεταξύ των άλλων έγιναν δεκτά και τα εξής: Από τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης με αριθ. 273/2007 του Εφετείου Πειραιώς την 30-3-2007, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου δεσμευτικού για το δικαστήριο α) ότι για το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα την 29-6-2002 στη ..., κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων, συνυπαίτιοι είναι τόσο ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 70%, όσο και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 30%, β) ότι από το ατύχημα αυτό ο ενάγων υπέστη περιμηνοειδές κάταγμα - εξάρθρημα δεξιάς πηχεοκαρπικής και κάταγμα έξω κνημιαίων κονδύλων αριστερού ποδός και ότι εξαιτίας των βλαβών του αυτών κατέστη ανίκανος προς εργασία για το αιτούμενο τότε χρονικό διάστημα, ήτοι από του ατυχήματος 1-7-2002 μέχρι 30-6-2004.
Επίσης από τη δημοσίευση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης 638/2009 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς την 30-7-2009, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω α) ότι υπήρξε μεταγενέστερη και μη προβλεπτή δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, που διαπιστώθηκε από το ίδιο για πρώτη φορά στις 14-7-2004 και β) ότι κατέστη αυτός (ενάγων) ανίκανος διά βίου προς άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματός του ως ελασματουργού, το οποίο απαιτεί χρήση και των δύο χεριών και μεγάλη μυϊκή δύναμη, λόγω δε της ηλικίας του και του μορφωτικού του επιπέδου δεν δύναται να ανεύρει άλλη εργασία, για την οποία θα απαιτείται μόνο η επικουρική χρήση του δεξιού του χεριού.
Επομένως με βάση τα προαναφερόμενα, την 14-7-2004 επήλθε μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του αναιρεσείοντος, από την οποία άρχισε νέα αυτοτελής παραγραφή για τις μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες της οποίας το Δικαστήριο δεν δεσμευόταν από το δεδικασμένο της πρώτης τελεσίδικης απόφασης.
Περαιτέρω από τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης 5078/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω ότι οι αιτούμενες στην αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος ως προς τον πρώτο εναγόμενο, δεν είχαν παραγραφεί καθώς επιμηκύνθηκε ο χρόνος της παραγραφής σε εικοσαετία από την έκδοση της υπ' αριθμ. 237/2007, αντί του ορθού 273/2007, απόφασης του Εφετείου Πειραιά, η οποία αναφέρεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφού από τις 14-7-2004 που εχώρησε η απρόσμενη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος (όπως με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί κατά τα προαναφερόμενα), μέχρι 30-3-2007 που δημοσιεύθηκε η εν λόγω απόφαση (273/2007), δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία, που εκ του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ως χρόνος παραγραφής ως προς τον υπαίτιο οδηγό (πρώτο εναγόμενο).
Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι, η προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση παραγραφής των εναγομένων δεν είναι απαράδεκτη λόγω αντίθεσης προς το δεδικασμένο (το οποίο λαμβάνεται υπόψιν και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο), που απορρέει από την υπ' αριθμ. 5078/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την προβληθείσα ένσταση παραγραφής κατά του πρώτου εναγόμενου αναφορικά με τις επίδικες σε αυτήν αξιώσεις, αφού η κρίση της εν λόγω απόφασης ως προς την υπαγωγή της αξίωσης αποζημίωσης του ενάγοντος στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 παρ. 1 ΑΚ δεν παράγει δεδικασμένο στην υπό κρίση διαφορά για το λόγο ότι από την ανωτέρω απόφαση προκύπτει ότι διαγνώσθηκε η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος για το διάστημα από 1-7-2007 έως 31-3-2012, ενώ με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ζητούσε αποζημίωση για διαφορετικό διάστημα και δη από 1-4-2012 έως 31-3-2014.
Συνεπώς η υπ' άριθμ. 5078/2013 απόφαση, δημιουργεί δεδικασμένο μόνο σε ό,τι αφορά το κριθέν ζήτημα του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος των ετών 2007 - 2012, ότι δηλαδή ως προς το διάστημα αυτό δεν είχε παραγραφεί η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου και δεν παράγει δέσμευση για την αξίωση αποζημίωσης του επίδικου διαστήματος, το οποίο είναι διαφορετικό και μεταγενέστερο σε σχέση με αυτό που ήδη κρίθηκε.
Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της τις ανωτέρω τελεσίδικες με ισχύ δεδικασμένου αποφάσεις του Εφετείου και δεν παραβίασε το δεδικασμένο των αποφάσεων αυτών, ούτε αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 268 ΑΚ, περί παραγραφής μετά είκοσι χρόνια κάθε αξίωσης που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση και αν ακόμη η αξίωση αυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, κατά παράβαση των άρθρων 321, 322, 324 και 325 ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, και συγκεκριμένα ενώ δέχθηκε ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της με αριθμ. 5078/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν εφάρμοσε αυτή την απόφαση όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Συγκεκριμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, πέραν των προαναφερομένων, ότι ναι μεν από την τελεσιδικία της με αριθμ. 638/2009 δικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, όπως η αποζημίωση που ζητείται με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος (για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2014) που απορρέουν από την επιδείνωση της υγείας του και οι οποίες συνίστανται σε απολεσθέντα εισοδήματα οφειλόμενα στη μόνιμη αναπηρία του που προκλήθηκε αιτιωδώς από το ατύχημα, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, επειδή κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας της υπ' αριθμ 638/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (30-7-2009), είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από τον χρόνο (14-7-2004) που επήλθε η μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντα, νυν αναιρεσείοντα, από την οποία άρχιζε νέα αυτοτελής παραγραφή για τις μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε το συγκεκριμένο αγωγικό αίτημα, αφού έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής που πρότειναν οι εναγόμενοι.
Επομένως ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αντένσταση επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής και δεν εφάρμοσε το δεδικασμένο που υπήρχε επί της αντένστασης επιμήκυνσης σε 20ετή της 5ετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και το οποίο προέκυπτε από τις με αριθμ. 273/2007 και 5078/2013 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά και Αθηνών, αντίστοιχα και 638/2009 του Εφετείου Πειραιά.
Επί αυτού του ισχυρισμού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η μετά την τελεσιδικία ασκούμενη αξίωση με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον μετά την τελεσιδικία αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή, αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων που ασκούνται με την από 10-10-2013 αγωγή του ενάγοντα και απέρριψε την ευθεία αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας συγχρόνως τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή και παραβίασης δεδικασμένου.
Στο αιτιολογικό απόρριψης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος (για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2014) που απορρέουν από την επιδείνωση της υγείας του και οι οποίες συνίστανται σε απολεσθέντα εισοδήματα οφειλόμενα στη μόνιμη αναπηρία του που προκλήθηκε αιτιωδώς από το ατύχημα, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, επειδή κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. 638/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (30-7-2009), είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από τον χρόνο (14-7-2004) που επήλθε η μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντα, νυν αναιρεσείοντα, από την οποία άρχιζε νέα αυτοτελής παραγραφή για τις μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες.
Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όπως αναφέρεται και παραπάνω δέχθηκε και εφάρμοσε όσα κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από τις με αριθμ. 273/2007 και 5078/2013 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά και Αθηνών, αντίστοιχα και 638/2009 του Εφετείου Πειραιά και αιτιολόγησε πλήρως για ποιο λόγο παραγράφηκαν οι αγωγικές αξιώσεις, λόγω παρέλευσης πενταετίας κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. 638/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Επομένως και ο παρών λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του 559 αριθμ. 16 και 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. ...0044/2018 e- παράβολo του Δημοσίου, και γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 7/2016 απόφασης του Μονομελους Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. ...0044/2018 e- παράβολo του Δημοσίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ