Legislator Case Law & Legislation
274/2017 AI generated

274/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 274/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

274/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
extension of expropriation strait territorial scope of the Treaty standing of the municipality violation of foreign territorial sovereignty deprivation of parental authority
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 274 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 274/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυριδούλα Ραυτοπούλου δια δηλώσεως (άρθρα 242 παρ. 2,573 παρ. 1 ΚΠολΔ και 6 παρ. 11 του Ν. 2479/1997).

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Ν. του Κ., 2.Γ. Ν. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπράνη, 3.Φ. Ν. του Κ. ο οποίος δεν παραστάθηκε, 4.Δ. Ν. του Κ. ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Μπράνης, δήλωσε ότι ο 3ος των αναιρεσίβλητων απεβίωσε την 2-4-2001 και κληρονομήθηκε από τους νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α)Β. συζ. Κ. Μ. το γένος Φ. Ν., κατοίκου ..., β)Κ. Ν. του Φ. κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο και ο 4ος των αναιρεσίβλητων απεβίωσε την 11-1-2014 και κληρονομήθηκε από το νόμιμο εκ διαθήκης κληρονόμο του Κ. Ν. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-1987 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/1994 του ιδίου Δικαστηρίου, 29/2015 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 4-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του τελευταίου.

Αν απευθύνεται κατά του ιδίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση. Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της διαφοράς (ΑΠ 75/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά ή με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από τα νομίμως προσκομιζόμενα από 3-4-2001 και 12-6-2014 αντίγραφα των υπ’ αριθ. .../2001 και ...2014 ληξιαρχικών πράξεων θανάτου που συνέταξαν αντίστοιχα οι Ληξίαρχοι ..., στις 2-4-2001 και στις 11-1-2014 απεβίωσαν στην Αθήνα και στην Κηφισιά Αττικής αντίστοιχα οι τρίτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι Φ.

Ν. του Κ. και Δ. Ν. του Κ., δηλαδή αμφότεροι πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (11-11-2014), χωρίς να γίνει γνωστοποίηση του θανάτου των, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης. Εξ αυτών, ο μεν τρίτος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) του υπ’ αριθ. πρωτ. .../2-5-2001 πιστοποιητικού του Δημάρχου Αθηναίων, β) της υπ’ αριθ.

πρωτ. .../2001 έκθεσης αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) του υπ’ αριθ. ...28-11-2001 πιστοποιητικού του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, κατέλιπε αδιάθετος ως πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Α. χήρα Φ. Ν. και τα τέκνα του Β. Ν. και Κ.

Ν., τα οποία, μετά τη νομοτύπως γενόμενη αποποίηση της κληρονομίας από τη μητέρα τους Α. Ν., τυγχάνουν μόνοι και αποκλειστικοί κληρονόμοι του προαναφερόμενου θανόντος διαδίκου, ο δε τέταρτος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της από 2-11-2013 ιδιόγραφης διαθήκης του, β) των υπ’ αριθ. 125/2015 πρακτικών συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας περί της δημοσίευσης αυτής, γ) του υπ’ αριθ. ...18-1-2016 πιστοποιητικού της Γραμματέως του αυτού, ως άνω, Ειρηνοδικείου περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης του προαναφερόμενου διαθέτη και δ) του υπ’ αριθ.

πρωτ. .../21-1-2014 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από το μοναδικό τέκνο του Κ. Ν.. Τα ανωτέρω τρία τέκνα των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά των, ως κληρονόμων τούτων, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μπράνη στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου των δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Kατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : ".....

Επίδικο αποτελεί εδαφική έκταση, εμβαδού 125 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Μεσολογγίου και συνορεύει ανατολικά με οδό Μεσολογγίου-..., δυτικά με αλίπεδο του Δημοσίου, βόρεια επίσης με αλίπεδο του Δημοσίου και στη συνέχεια με εργοστάσιο "..." και νότια με αλίπεδο του Δημοσίου.

Η εν λόγω έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης ομοιογενούς επιφάνειας, εκτάσεως 540 περίπου στρεμμάτων, περιήλθε δε στους εναγόμενους από κληρονομία του πατέρα τους Κ. Ν., δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1979 δημόσιας διαθήκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με την .../1983 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δημ.

Μακρή. Στον δικαιοπάροχο πατέρα τους είχε περιέλθει περί το 1921 αιτία αγοράς, κατά το 1/2 από την Μ. Μ. και κατά το υπόλοιπο από τους Δ. Ι. και Κ. Κ.. Στη δε Μ. Μ. είχε περιέλθει από κληρονομία του πατέρα της Κ. Μ., ενώ στους Δ. Μ. και Κ. Κ. είχε περιέλθει αιτία δωρεάς από την Μ. Χ. Γ. Κ. κατά το έτος 1917 και στην τελευταία είχε περιέλθει από τον πατέρα της το έτος 1870.

Άπαντες οι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων, αλλά και οι ίδιοι οι εναγόμενοι από το έτος 1980 περίπου, από εκατονταετίας και πλέον ασκούσαν επί της επίδικης έκτασης διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων, βόσκοντας επ’ αυτής τα ζώα τους, εκμισθώνοντας αυτήν σε τρίτους και προστατεύοντας τη νομή της έναντι τρίτων.

Τα πιο πάνω προκύπτουν ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Ε. Μ., ο οποίος διαθέτει όμορο κτήμα στην περιοχή και ως εκ τούτου τυγχάνει γνώστης της περιοχής, κατά τον οποίο "γνωρίζω το κτήμα των Ν., έχει έκταση πλέον των 100 στρεμμάτων, βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με δρόμο Μεσολογγίου-..., δυτικά με λιμνοθάλασσα, μεσημβρινώς με ιδιοκτησία τέως Π.

και Μ. και βόρεια με ιδιοκτησίες δημοτών ...... το επίδικο δεν εβρέχετο ποτέ από θάλασσα, ήταν ανέκαθεν χέρσος τόπος, ποτέ δεν υπήρξε αιγιαλός...". Η άνω περιγραφή κατά τα όρια της επίδικης έκτασης επιβεβαιώνεται και από τον μάρτυρα Μ. Σ., κατά τα κύρια δε σημεία της δεν αφίσταται εκείνης του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου τόσο κατά το εμβαδόν όσο και κατά τα πραγματικά της όρια, η όποια δε διαφοροποίηση οφείλεται στην εν τω μεταξύ χωρήσασα αναγνώριση κυριότητος όμορων ιδιοκτησιών από ιδιώτες.

Είναι βέβαια αληθές ότι στα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους έγγραφα (δημόσια διαθήκη, πράξη αποδοχής κληρονομίας κλπ) αναφέρεται κληρονομιαία περιουσία, κείμενη στην περιοχή "..." και όχι "...", όπως αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο. Όμως, από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. πρωτ. .../23.12.2009 βεβαίωση του Δημάρχου ...

προκύπτει ότι η θέση "..." ταυτίζεται με τη θέση "...". Συνομολογείται δε και από το εκκαλούν ότι οι εναγόμενοι διαθέτουν ακίνητη περιουσία στη θέση "...". Κατά ταύτα, ο σχετικός λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο έσφαλε η εκκαλούμενη, απορρίπτοντας την αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητος του ενάγοντος ως εκτός συναλλαγής πράγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το ενάγον, έχοντας το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδόλως απέδειξε ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού, καθώς δεν βρεχόταν ποτέ από τα μέγιστα πλην συνήθη χειμέρια κύματα, ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου και εκτός συναλλαγής πράγματος (ΑΚ 967), ούτε ότι κατασκευάστηκε στο παρελθόν ανασχετικό του χειμέριου κύματος ανάχωμα, ώστε η μεταξύ του αναχώματος και του παλαιού ορίου του αιγιαλού περιοχή να ανήκει στο ενάγον.

Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι το υπάρχον ανατολικά ανάχωμα δεν έχει καμία σχέση με ανάσχεση χειμέριου κύματος, κατασκευάστηκε δε το έτος 1968 και αποτελεί το ανατολικό ανάχωμα του διαύλου ... - Μεσολογγίου και σκοπό είχε να διοχετεύει τα γλυκά νερά του χειμάρρου ..., του χειμάρρου ... και λοιπών χειμάρρων στο λιμένα του Μεσολογγίου και εκείθεν στον Πατραϊκό κόλπο.

Πλέον τούτων, η έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 5 του α.ν 263/1968 "περί καθορισμού ορίων αιγιαλού από θέσεως ... ...", με βάση την οποία η επίδικη έκταση περιλήφθηκε εντός των ορίων του αιγιαλού και η οποία επικυρώθηκε με την 35022/1970 απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας, αποτελούσα δημόσια πράξη διοικητικού καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού και παραλίας, δεν επάγεται απώλεια των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των θιγομένων ιδιωτών ή όσων προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτών, ούτε επάγεται απόσβεση δικαιωμάτων των ιδιοκτητών λόγω μη αναγγελίας εντός εξαμήνου στον Υπουργό των Οικονομικών αυτών, κατ’ άρθρο 4 ν. 2344/1940, εφόσον δεν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών (συντέλεση απαλλοτριώσεως, καταβολή αποζημιώσεως κλπ), λαμβανομένου υπόψη ότι η άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2344/1940 έχει κριθεί ως αντικείμενη στα άρθρα 17 και 20 του Συντάγματος (ΑΠ 301/2013).

Πρέπει να σημειωθεί ότι όμορες ιδιοκτησίες της επίδικης και ομοίως περιληφθείσες στην άνω πράξη καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού έχουν ήδη αναγνωρισθεί δυνάμει της προσκομιζόμενης με επίκληση 268/1984 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ως ανήκουσες σε ιδιώτες. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση κατέστη καθ’ οιονδήποτε τρόπο πράγμα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το ενάγον, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η σχετική διεκδικητική κυριότητας αγωγή του. Στην προκειμένη περίπτωση, με αμφότερους τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι αυτή, λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογιών άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν έχει νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τους αναιρεσίβλητους με έκτακτη χρησικτησία, με προσαύξηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους στον δικό τους χρόνο νομής, αλλά και ως προς την ιδιότητα του επιδίκου ως αιγιαλού.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αντιφατικότητάς τους, αφού η επικαλούμενη παντελής έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών για το ίδιο ζήτημα. Εάν, εξάλλου, θεωρηθεί ότι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι στηρίζονται στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών, είναι επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (μεταξύ των οποίων του υπ’ αριθ. ...1981 πιστοποιητικού της Υποθηκοφύλακος ..., της υπ’ αριθ. .../2009 βεβαίωσης του Δημάρχου ..., της υπ’ αριθ. .../1979 δημόσιας διαθήκης του πατέρα των αναιρεσιβλήτων, της .../1983 δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας από τους τελευταίους, της υπ’ αριθ. 35022/1970 απόφασης του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας και των μαρτυρικών καταθέσεων) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, και δοθέντος ότι αφενός η αγωγή του, έχοντος το βάρος απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών του, αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη, εντεύθεν δε κατ’ ουσίαν αβάσιμη και αφετέρου α) τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης συμβολαιογραφικά έγγραφα δωρεάς (1917) και πώλησης (1921) των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων αναφέρονται διηγηματικά και μόνον, εφόσον η κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία θεμελιώνεται χρονικά (εικοσαετία, κατ’ άρθρο 1045 ΑΚ) στο πρόσωπο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων υπό την ισχύ του ΑΚ, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής τους εκείνου (χρόνου) της νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου πατέρα τους, τον οποίο κληρονόμησαν δυνάμει δημόσιας διαθήκης, αποδεχθέντες νομοτύπως την κληρονομία, όπως διαλαμβάνεται στην πληττόμενη απόφαση (1946-1987), χωρίς ανάγκη προσφυγής σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της ισχύος τούτου, ώστε να απαιτείται η εφαρμογή των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και β) το αμετάκλητο ή μη της διαλαμβανόμενης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 268/1984 απόφασης του Εφετείου Πατρών, αποφανθείσας για την ιδιωτική φύση των ομόρων προς το επίδικο ιδιοκτησιών, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ένδικη διαφορά, ώστε να καθίσταται αναγκαία η επισήμανση τούτου (αμετακλήτου), όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 29/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ