274/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated274/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 06-03-2012 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εισάγεται προς συζήτηση η από 08-02-2010 αίτησή της για αναίρεση της υπ' αριθ. 768/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-02-2012.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" (ΤΡΑΠΕΖΑ Ι ΕΦ ΤΖΙ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και προγενέστερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5008/1998 μη οριστική, 5779/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 768/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 06-03-2012 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εισάγεται προς συζήτηση η από 08-02-2010 αίτησή της για αναίρεση της υπ' αριθ. 768/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-02-2012.
Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος Κ. Σ., δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση, παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιου Σαρρή.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9041/27-09-2011 και 4764ΣΤ'/08-05-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., η πρώτη, και ..., η δεύτερη, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο, τόσον της από 08-02-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, όσον και της από 06-03-2012 κλήσης της, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφ' όσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και, συνεπώς, έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ. 1 εδάφ. β' του ΑΚ, με την οποία, επί ανώμαλης παρακαταθήκης, σχετικά με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως, και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 1122/2005, ΑΠ 93/2005, ΑΠ 830/2003, ΑΠ 1623/1995).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια οροστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάσθηκε η έννοια της "φαινομένης πληρεξουσιότητας".
Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε μεν πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.
Γι' αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου".
Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευομένου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 939/2004, ΑΠ 1187/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Στις 28 Φεβρουαρίου 1997 ο γιος του ενάγοντος Δ. Σ., ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του, προσήλθε στο κεντρικό κατάστημα της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ" (στην οδό Σανταρόζα 5 στην Αθήνα), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, όπως δεν αμφισβητείται, η ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) τράπεζα, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση.
Στο κατάστημα αυτό μέχρι τις 14-5-1996 ασκούσε καθήκοντα διευθυντή και, στη συνέχεια αναπληρωτή διευθυντή, ο Π. Π., όπως και η ίδια η εναγομένη-εκκαλούσα συνομολογεί, με τον οποίο ο ενάγων και ο παραπάνω γιος του (κυρίως ο δεύτερος) διατηρούσαν γνωριμία από πολλών ετών. Ακολούθως, την ίδια, πάντα, ημέρα, καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος (διαμέσου του εν λόγω γιου του) και της εναγομένης η ... "σύμβαση λογαριασμού CAPITAL", που έφερε τις υπογραφές, ως εκπροσώπων της τελευταίας, του πιο πάνω διευθυντή Π.
Π. και της υπαλλήλου Ι. Σ.. Ο ενάγων οδηγήθηκε στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής, κατόπιν των προτροπών του Π. Π. ότι επρόκειτο για συμφέρουσα επενδυτική κίνηση με απόδοση υψηλότερου επιτοκίου (16%) από εκείνο που προσέφεραν οι τράπεζες εκείνη την χρονική περίοδο στις συνηθισμένες καταθέσεις. Ο ενάγων, ειδικότερα, κατέθεσε, διαμέσου του γιού του, στην εναγομένη το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δραχμών, με την οπισθογράφηση και παράδοση ισόποσης επιταγής (με την αριθμ. ...) που είχε εκδώσει, στην Αθήνα, στις 28-2-1997 σε διαταγή του, με πληρώτρια την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία και εισπράχθηκε την επομένη ημέρα (29-2-1997) συμψηφιστικά (βλ.
τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Δ. Σ., τόσο στον Εισηγητή Δικαστή, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τη σχετική βεβαίωση, για το ότι η επιταγή αυτή εξοφλήθηκε διά του Γραφείου Συμψηφισμού της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΘΗΝΩΝ", δηλαδή της εναγομένης, επί του σώματος της επιταγής, που επικαλούνται και προσκομίζουν και οι δύο διάδικοι) και θα είχε τη δυνατότητα επένδυσης του κεφαλαίου του σε μηνιαία βάση με σταθερή απόδοση, ώστε, μετά πάροδο ενός μηνός, στις 31-3-1997, δικαιούταν να λάβει το παραπάνω ποσό, μετ' αφαίρεση των αναλογούντων φόρων, με συμφωνημένο επιτόκιο 16% ετησίως, οι οποίοι (τόκοι) θα ανέρχονταν, έτσι, στο ποσό των 80.855 δραχμών.
Όταν ο γιος του ενάγοντος παρέλαβε αντίγραφο της σύμβασης αυτής έλεγξε το έντυπο και το αναγραφόμενο ποσό και διαπίστωσε ότι έφερε υπογραφές των προαναφερομένων υπαλλήλων και σφραγίδα της εναγομένης, ενώ δεν υπήρχε οποιαδήποτε αντικειμενική ένδειξη που να υποδηλώνει αταξία της εν λόγω συναλλαγής, χωρίς κάποιος να τον ενημερώσει ότι έπρεπε να του παραδοθεί και βιβλιάριο καταθέσεων.
Κατά την ημεροχρονολογία λήξης της σύμβασης (31-3-1997), ο γιος του ενάγοντος Δ. Σ.ς, κατόπιν νέας εντολής του τελευταίου, προσήλθε πάλι στο ίδιο κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την ανανέωση της σύμβασης για έναν επιπλέον μήνα, οπότε ο ίδιος πιο πάνω Π. Π., αφού παρέλαβε το αντίγραφο της πρώτης, από 28-2-1997 σύμβασης, του παρέδωσε νέα, με ημερομηνία 31-3-1997, σύμβαση του ίδιου λογαριασμού, με νέο χρόνο λήξης στις 30-4-1997 που έφερε επίσης τις υπογραφές των ίδιων υπαλλήλων της εναγομένης Π.
Π. και Ι. Σ., ως εκπροσώπων και πάλι αυτής. Στη συνέχεια, στις 2-5-1997, ο παραπάνω Δ. Σ. και η σύζυγός του ενάγοντος Γ. σύζ. Κ. Σ., η οποία ήταν επίσης (συν)δικαιούχος του εν λόγω λογαριασμού, προσήλθαν στο ίδιο κατάστημα της εναγομένης, προτιθέμενοι να προβούν στην ανανέωση της σύμβασης για έναν ακόμη μήνα, οπότε και τους έγινε γνωστό από τον Π.
Κ., που τους παρουσιάστηκε ως διευθυντής του καταστήματος (όπως πράγματι ήταν), ότι η επίδικη σύμβαση δεν είναι νόμιμη, αφενός μεν διότι η υπογραφή της προαναφερόμενης υπαλλήλου Ι. Σ. είναι πλαστή, αφετέρου δε διότι ο Π. Π. είχε τεθεί από τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους (6-12-1996) σε διαθεσιμότητα και είχε ανακληθεί η εξουσία του, για τη δέσμευση της εναγομένης, με την υπογραφή του.
Ο ενάγων ζήτησε, τότε, από την εναγομένη να του αποδώσει το χρηματικό ποσό της επένδυσής του, αλλά αυτή αρνήθηκε προβάλλοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς. Ωστόσο, αν και ο εν λόγω υπάλληλος Π. Π. είχε τεθεί, από 6-12-1996, σε διαθεσιμότητα, προσερχόταν κανονικά στην εργασία του στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης και παρέμενε μέσα σ' αυτό κατά τις ώρες λειτουργίας και των συναλλαγών με τους πελάτες της και μόνο στις 8-5-1997 η δικαιοπάροχος της εναγομένης κατήγγειλε, εγγράφως, την εργασιακή του σύμβαση και τον κάλεσε να απόσχει από κάθε απασχόλησή του στην υπηρεσία της.
Έτσι, αυτός, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο περιλαμβάνονται και οι κρίσιμες ημεροχρονολογίες, 28-2-1997 που υπογράφηκε η αρχική σύμβαση και 31-3-1997, που έγινε η ανανέωση, μολονότι είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από την εναγομένη και του είχε ανακληθεί το δικαίωμα υπογραφής, εξακολούθησε να προσέρχεται στο κεντρικό κατάστημα αυτής και να συμπεριφέρεται απέναντι στους πελάτες της, όπως και προηγουμένως, διατηρώντας μάλιστα και γραφείο στον ημιώροφο του καταστήματος, και έχοντας πρόσβαση στα έγγραφα-έντυπα της τράπεζας και τις σφραγίδες της.
Χαρακτηριστικό, άλλωστε, είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι επιθεωρητές της εναγομένης Τράπεζας Ν. Χ., Προϊστάμενος Τμήματος Επιθεώρησης (που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας της εναγομένης) και Σ. Μ., Β' Επιθεωρητής, αναφέρουν στο πιο πάνω υπ' αριθ. 40/12-5-1997 "εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα" προς τον γενικό διευθυντή της εναγομένης, μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησαν, ότι ".....εντύπωση, πάντως, προκαλεί το γεγονός, ότι ενώ ο υπόλογος (Π.
Π.) είχε τεθεί από 6-12-1996 σε διαθεσιμότητα και βρισκόταν από 24-2-1997 σε υποχρεωτική κανονική άδεια ... όπως μας βεβαιώνει το Τμήμα Προσωπικού με σχετική επιστολή του, με παρέμβαση του κ. Κ., Δ/ντή της Δ/νσης Κατ/σεων και Εξυπηρέτησης Κατ/των, διεκόπη η κανονική άδεια του υπολόγου για τις ημέρες 27-2-1997 και 28-2-1997, με την αιτιολογία ότι ο Π.
Π. διαχειριζόταν προσωπικά ορισμένους πελάτες - φίλους του, των οποίων έληγαν διάφοροι τίτλοι- βεβαιώσεις και, προκειμένου να μην υπάρχουν απώλειες, έπρεπε να τις διαχειριστεί ο ίδιος προσωπικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, λοιπόν, να περιφέρεται ο υπόλογος τις συγκεκριμένες ημέρες, καθώς και άλλες, στους χώρους του κεντρικού καταστήματος και, εκμεταλλευόμενος αυτή την απαράδεκτη ανοχή που του επιδείχθηκε, να παραδώσει -προφανώς την ίδια ημέρα- για μία ακόμη φορά, πλαστές βεβαιώσεις "REPOS" σε πελάτες, πραγματοποιώντας, παράλληλα, παράνομες συν/γές, πλαστογραφώντας μάλιστα κατ' εξακολούθηση την υπογραφή της υπαλλήλου μας Ι.
Σ. ..." (βλ. επίσης και το προαναφερόμενο 47/23-5-1997 εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα των ίδιων επιθεωρητών και της Π. Γ., στο οποίο αναφέρεται και η επίδικη περίπτωση, με την επισημείωση των επιθεωρητών ότι έχει γίνει σχολιασμός της κρίσιμης ημεροχρονολογίας 28-2-1997 στο προηγούμενο 40/12-5-1997 εμπιστευτικό τους σημείωμα).
Ενόψει αυτών, εύλογα δημιουργούνταν η πεποίθηση σε κάθε καλόπιστο τρίτο που συναλλασσόταν με τον εν λόγω Π. Π. ότι αυτός έχει σχετική πληρεξουσιότητα από την εναγομένη, τουλάχιστον για τις συνήθεις συναλλαγές, όπως ήταν και η επίδικη, δηλαδή όχι ασυνήθους υψηλού ποσού ή όχι τελείως ασυνήθους κατ' είδος ή, σε κάθε περίπτωση, όχι ιδιαίτερα σοβαρή ... .
Έτσι, η εναγομένη Τράπεζα, έστω και αν δεν γνώριζε, διά των νομίμων, κατά το καταστατικό, εκπροσώπων της, ότι ο Π. Π., μολονότι είχε τεθεί από εκείνη σε διαθεσιμότητα και του είχε ανακληθεί το δικαίωμα υπογραφής, εξακολούθησε να προσέρχεται στο κεντρικό κατάστημά της και να συμπεριφέρεται έναντι των πελατών της όπως και προηγουμένως, διατηρώντας στο κατάστημα αυτό δικό του γραφείο και έχοντας πρόσβαση στα διάφορα έγγραφα-έντυπά της και στις σφραγίδες της, όμως, αυτή (τράπεζα), καταβάλλοντας την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, θα έπρεπε να γνωρίζει τα γεγονότα αυτά και να τα έχει παρεμποδίσει, διώχνοντας έτσι την εμπιστοσύνη που είχε εδραιωθεί στην πλευρά των τρίτων συναλλασσομένων με αυτόν, ο οποίος ήταν τοποθετημένος σε μία εξωτερικών αρμοδιοτήτων θέση της τράπεζας ("εμφανή θέση") που ήταν αρκετή για να θεμελιώσει την εμπιστοσύνη των τρίτων, σε κάθε περίπτωση να αποτρέψει την εμφάνιση αυτού ως πληρεξουσίου της.
Από το άλλο μέρος, ο γιος του ενάγοντος Δ. Σ., στο πρόσωπο του οποίου, ως αντιπροσώπου, κρίνεται, κατ' αρχήν, η γνώση ή μη του παραπάνω περιστατικού (άρθρο 214 ΑΚ), συναλλάχθηκε με τον εν λόγω Π. Π. με την εύλογη πεποίθηση ότι ο τελευταίος έχει πράγματι πληρεξουσιότητα από την εναγομένη τράπεζα, αφού καμία εξωτερικά εμφανή σε τρίτους αλλαγή δεν πρόδιδε ότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα και, συνεπώς, η συμπεριφορά αυτή της τράπεζας εύλογα προκάλεσε σε αυτόν την πεποίθηση, κατά την (αντικειμενική) καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι ο Π.
Π. είναι πληρεξούσιος της εναγομένης, ενόψει και του ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που εμφανίσθηκε ως πληρεξούσιός της, αλλά αυτό είχε γίνει κατ' επανάληψη σε παρόμοιες συναλλαγές. Αλλά και ο ίδιος ο αντιπρόσωπος του ενάγοντος, γιός του Δ. Σ., αγνοούσε τόσο την ανάκληση του δικαιώματος υπογραφής του Π. Π., όσο και ότι αυτός, κατά τον χρόνο της υπογραφής των συμβάσεων, δεν εκπροσωπούσε πλέον την εναγομένη τράπεζα και δεν την δέσμευε με την υπογραφή του, αφού, όπως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, βρισκόταν μέσα σε γραφείο κα συναλλασσόταν με πελάτες της εναγομένης, έχοντας πρόσβαση σε έντυπα και σφραγίδες αυτής και, έτσι, καλόπιστα πίστευε ότι ο Π.
Π. είναι πληρεξούσιος της εναγομένης και μπορούσε να τη δεσμεύσει με την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων (βλ. γι' αυτό, πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί, και τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Δ. Σ., παραπάνω γιού του και Α. Θ., οι οποίοι με κατηγορηματικότητα και σαφήνεια κατέθεσαν για τα περιστατικά αυτά, οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης Ν.
Χ. και Π. Κ., ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη-εκκαλούσα). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος αντιπρόσωπος του ενάγοντος ούτε όφειλε να γνωρίζει την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, διότι, αφού φαινόταν, με βάση τα προπαρατιθέμενα αντικειμενικά κριτήρια, ότι υπάρχει και εύλογα πίστεψε σ' αυτό, δεν όφειλε να ελέγξει επισταμένως και ενδελεχώς την ύπαρξη αυτής, ρωτώντας άλλους υπαλλήλους της τράπεζας γι' αυτό, ενόψει μάλιστα και του συνήθους της συναλλαγής, όπως έγινε λόγος προηγουμένως, και, συνακόλουθα, δεν τον βαρύνει οποιασδήποτε μορφής αμέλεια.
Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι από το μήνα Μάϊο του έτους 1996, οπότε ο Π. Π. ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή (ενώ μέχρι τότε ήταν πράγματι διευθυντής του κεντρικού πιο πάνω καταστήματός της) μετακινήθηκε σε άλλο γραφείο στον ημιόροφο του καταστήματος, σε χώρο που εργάζονταν και άλλοι υπάλληλοι, ασκώντας από τότε εκεί τα καθήκοντά του και όχι, όπως πριν, στο ιδιαίτερο προς τούτο κλειστό γραφείο του εκάστοτε διευθυντή που υπήρχε στο ισόγειο του καταστήματος και δεξιά της εισόδου του, όπου, σε αντικατάσταση του Π.
Π., εγκαταστάθηκε ο νέος διευθυντής Π. Κ..
Συνεπώς, κατά την εναγομένη, υπήρξε εμφανέστατη εξωτερικά αλλαγή, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης του Π. Π., για την οποία θα έπρεπε, τουλάχιστον, να αναρωτηθεί ο αντιπρόσωπος του ενάγοντος (ο οποίος μέχρι τότε συναλλασσόταν με τον Π. Π. στο ιδιαίτερο κλειστό πιο πάνω γραφείο) για ποιο λόγο συνέβη αυτή η αλλαγή.
Το περιστατικό, όμως, αυτό, το οποίο επιβεβαιώνουν, όσον αφορά την αλλαγή του γραφείου του Π. Π., οι μάρτυρες της εναγομένης, δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο ικανό να αναιρέσει την κρίση του Δικαστηρίου, όπως αυτή σχηματίσθηκε από τις υπόλοιπες αποδείξεις που προπαρατέθηκαν. Εκείνο που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι, ενώ ο Π.
Π. είχε τεθεί, από 6-12-1996, σε διαθεσιμότητα από την εναγομένη, προσερχόταν, κατά τις κρίσιμες για την ερευνώμενη υπόθεση ημεροχρονολογίες, στους χώρους του κεντρικού καταστήματος της τράπεζας και παρέμενε εκεί, όπως, άλλωστε, οι ίδιοι οι επιθεωρητές της μνημονεύουν στο πιο πάνω 40/12-5-1997 σημείωμά τους, όπως προαναφέρθηκε, επισημαίνοντας την "απαράδεκτη ανοχή που του επιδείχθηκε" από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, είχε δικό του γραφείο μέσα στο κεντρικό κατάστημα και συναλλασσόταν με πελάτες της, έχοντας πρόσβαση σε έντυπα και σφραγίδες αυτής και γενικά συμπεριφερόταν και προκαλούσε την εύλογη πεποίθηση στους καλόπιστους τρίτους ότι είχε πληρεξουσιότητα από την εναγομένη και, άρα, μπορούσε να την δεσμεύει, καταρτίζοντας συμβάσεις, όπως και τις επίδικες.
Ο προαναφερόμενος αντιπρόσωπος - γιος του ενάγοντος, εξάλλου, στον οποίο δεν παραδόθηκαν βιβλιάριο καταθέσεων, απόδειξη παράδοσης της επιταγής στις 28-2-1997 και αντίγραφο της από 28-2-1997 σύμβασης (παρά μόνο φωτοτυπικό αντίγραφο αυτής), δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την αταξία των επίμαχων δύο συναλλαγών, δεδομένου ότι αυτές έγιναν με τον ίδιο τον Π.
Π. προσωπικά, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου υπαλλήλου της τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν παρατυπίες, κατά τη διενέργεια των συναλλαγών, δεν μπορούν να βαρύνουν τον ίδιο και ν' αποδοθούν σε δική του αμέλεια, αφού αυτός δεν γνώριζε με ακρίβεια την εσωτερική διαδικασία που ακολουθεί η εναγομένη τράπεζα για τις εν λόγω συναλλαγές της, έστω και αν στο παρελθόν είχε και άλλες συναλλαγές με την εναγομένη.
Το γεγονός, επίσης, ότι ο παραπάνω γιος - αντιπρόσωπος του ενάγοντος κατέθεσε, τόσο ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή (βλ. τη σχετική 414/1999 Εισηγητική Έκθεση), όσο και στην από 14-1-1998 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή του Ε' Ειδικού Τμήματος Αθηνών (που διενεργούσε κυρία ανάκριση σε βάρος του Π. Π. για κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονταν, με αφορμή την προπεριγραφόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του), ότι γνώριζε τον Π.
Π. πάνω από 20 έτη πριν από τις επίδικες συναλλαγές, δεν συνεπάγεται, κατά λογική αλληλουχία, ότι ο τελευταίος του είχε αναφέρει ότι έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα από την εναγομένη τράπεζα και ότι του είχε ανακληθεί το δικαίωμα υπογραφής, όπως υποστηρίζει η εναγομένη και από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε από τη χωρίς ημεροχρονολογία δήλωση του Δ.
Σ. προς την εναγομένη (που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία), δεν αποδείχθηκε τέτοια γνώση του, όπως προαναφέρθηκε. Αποδείχθηκε, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, συμβατική δέσμευση της εναγομένης τράπεζας, λόγω της "φαινόμενης πληρεξουσιότητας", με αποτέλεσμα να δεσμεύεται αυτή από τη σύμβαση λογαριασμού "CAPITAL" που κατάρτισε, για λογαριασμό της, ο προαναφερόμενος "διευθυντής" της Π.
Π. με τον ενάγοντα κατά παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση". Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας (μετά την απόρριψη και της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση της εναγομένης, που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκετο από τον αναιρεσίβλητο, η επιδίκαση σ' αυτόν εις βάρος της εναγομένης, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, του ποσού των 20.780,20 ευρώ (7.080.865 δραχμές), ως υπόχρεης προς τούτο από την μεταξύ τους σύμβαση, για την κατάρτιση της οποίας ενήργησε για λογαριασμό της το ως άνω διευθυντικό στέλεχος αυτής, ως εκπρόσωπός της, στον οποίο παρείχε την σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 221 και 224 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Με τις ως άνω δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες της αποφάσεως του Εφετείου σαφώς προκύπτει, ότι αυτό στήριξε τη συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας τράπεζας, στη διαληφθείσα τραπεζική σύμβαση, στο γεγονός ότι η αντιπροσωπευόμενη στη σύμβαση αυτή από τον διευθυντή της Π. Π. "Τράπεζα Αθηνών Α,Ε.", αν και γνώριζε ότι αυτός, είχε τεθεί από εκείνη σε διαθεσιμότητα και του είχε ανακληθεί το δικαίωμα υπογραφής, εξακολουθούσε να επιτρέπει σ' αυτόν να προσέρχεται στο κεντρικό κατάστημά της και να συμπεριφέρεται έναντι των πελατών της, όπως και προηγουμένως, διατηρώντας στο κατάστημα αυτό γραφείο και έχοντας πρόσβαση στα διάφορα έγγραφά της (έντυπα) και τις σφραγίδες της, ενώ θα έπρεπε αυτή (τράπεζα), καταβάλλοντας την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, να έχει απομακρύνει αυτόν από το κεντρικό κατάστημα και να μην του επιτρέπει να ενεργεί όπως και προηγουμένως, συναλλασσόμενος με τους πελάτες της και εμφανιζόμενος σ' αυτούς, σαν να μην είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, διατηρώντας το δικαίωμα υπογραφής που του παρείχε, ως διευθυντή της, και στο ότι ο αντιπρόσωπος γιος του αναιρεσίβλητου, Δ.
Σ., διά του οποίου καταρτίσθηκαν οι παραπάνω συμβάσεις, αλλά και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος, ως πελάτες της τράπεζας, αγνοούσαν καλοπίστως, την έλλειψη αυτή πληρεξουσιότητας, με αποτέλεσμα, λόγω του προκληθέντος αυτού "φαινομένου πληρεξουσιότητας", να δεσμεύεται η τράπεζα, έναντι του ενάγοντος, από τις καταρτισθείσες για λογαριασμό της, μέσω του διευθυντή της Π.
Π. συμβάσεις, για τις οποίες εκδόθηκαν από τον παραπάνω διευθυντή σχετικές βεβαιώσεις συναλλαγής, και αφού προηγουμένως ο αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου είχε καταβάλει, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, το ποσό των 7.000.000 δραχμών. Είναι δε πλήρεις και σαφείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με την εγκατάσταση του άνω διευθυντή της σε γραφείο του κεντρικού καταστήματός της από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1997, επιτρέποντας σ' αυτόν, εν γνώσει της, να συναλλάσσεται με τους πελάτες της, και να έχει πρόσβαση σε όλα τα έντυπά της, ότι παρείχε στον τελευταίο, έναντι των τρίτων συναλλασσομένων με αυτόν "φαινομένη πληρεξουσιότητα", με δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσή της, για όλες τις συμβάσεις που κατήρτιζε με τρίτους για λογαριασμό της.
Ομοίως, είναι σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου αγνοούσε καλόπιστα, και δεν μπορούσε να γνωρίζει την έλλειψη της πληρεξουσιότητας του άνω διευθυντικού στελέχους της εναγομένης, αφού φαινόταν, με βάση τα προπαρατιθέμενα αντικειμενικά κριτήρια, ότι υπάρχει η εν λόγω πληρεξουσιότητα, και εύλογα πίστεψε σ' αυτό, ενώ δεν όφειλε να ελέγξει επισταμένως και ενδελεχώς την ύπαρξη αυτής, ρωτώντας άλλους υπαλλήλους της τράπεζας γι' αυτό, αφού τίποτα ουσιαστικά δεν είχε αλλάξει για τους τρίτους πελάτες της, που να φανερώνει την έλλειψη αυτής, πέραν του ότι επρόκειτο περί μιας συνήθους συναλλαγής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-02-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 768/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ