274/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 274 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated274/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 274 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 274 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προσβολή δικαιοπραξίας μη χαριστικής του κληρονομουμένου λόγου ψυχοδιανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (131 παρ. 2 εδ. γ΄ ΑΚ) και προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία επαρκείς αιτιολογίες Εφετείου. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Αριθμός 274/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Μπίρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγακόπουλο και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγακόπουλο.
Κοινοποιουμένη προς τον Β. Τ. του Π., κατοίκου ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4963/2006 προδικαστική, 266/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 131 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996 "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (παρ.1). Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία. 2. αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την παράγραφο 2, κατ' απόκλιση του από την παράγραφο 1 καθιερούμενου κανόνα της απόλυτης ακυρότητας οποιασδήποτε δικαιοπραξίας γενόμενης χωρίς ο δικαιοπρακτών να έχει την ικανότητα να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς την ουσία και το περιεχόμενο της βουλήσεώς του, από έλλειψη συνειδήσεως των πράξεών του (λόγω σωματικής νόσου, πυρετού, μέθης κλπ) ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και θα δικαιολογούσε την υποβολή του υπό δικαστική συμπαράσταση, εισάγονται περιορισμοί στη δυνατότητα προσβολής των μη χαριστικών δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου, για την οποία, πέρα από τις προϋποθέσεις της παρ.1, απαιτείται επιπροσθέτως να προσβάλλουν τη μη χαριστική δικαιοπραξία εντός πενταετίας από την επαγωγή της κληρονομίας οι κληρονόμοι, ακόμη και έναντι αλλήλων και να επικαλεσθούν, επί αμφισβητήσεως δε από τον εναγόμενο να αποδείξουν, ότι συνέτρεχε ως προς τον κληρονομούμενο και μία από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. δηλαδή: α)είτε εκκρεμούσε αίτηση δικαστικής συμπαράστασης κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή ετέθη μεταγενέστερα υπό δικαστική συμπαράσταση για την ίδια αιτία, β) είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάσταση του μονάδα ψυχικής υγείας, γ) είτε προκύπτει η κατάστασή του από την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία. Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του δηλούντος είναι εκείνη που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με αντικειμενικούς υπολογισμούς και την ικανότητα αντιστάσεως σε υποβολή από άλλους, οι ασθένειες δε που μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοια διαταραχή κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας είναι οι γνήσιες ψυχώσεις. Το δικαστήριο κρίνει για την έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων και περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησης του δικαιοπρακτούντος, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του πορίσματός του και των κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Τέλος η κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δικ. παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως κατά τον έλεγχο των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ. 23/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους (ενώ με την προσβαλλόμενη έγινε κατά ένα μέρος δεκτή), το Εφετείο, ύστερα από ανελεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 22.7.2005 απεβίωσε από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 77 ετών, ο Ι. Τ. του Σ., ο οποίος είχε γεννηθεί στους ... το έτος 1928, αφήνοντας μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του ενάγοντες, Σ. Τ. (έτος γεν 1976) και Θ. Τ. (έτος γεν 1980). Ο θανών υπηρέτησε στρατιώτης στον πόλεμο της Κορέας, γεγονός που επηρέασε την ψυχική του υγεία. Εργάστηκε στο λογιστήριο της Πυρκάλ και συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα από τον ασφαλιστικό του φορέα, ΙΚΑ, λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Στις 27.6.1986 διαθέτοντας τα χρήματα που μέχρι τότε είχε αποταμιεύσει, καθώς και το εφάπαξ, που λόγω της συνταξιοδότησής του είχε λάβει, αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα επιφανείας 50 τμ, που βρίσκεται στο δήμο … στο Ε' όροφο - ρετιρέ της κειμένης στην οδό … αρ 14 - 16 πολυώροφης οικοδομής, το οποίο αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, διάδρομο, λουτρό, κουζίνα, εξώστη, με το νομίμως μεταγεγραμμένο …/27.6.1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., ο οποίος είναι ομοχώριος του θανόντος και πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων, όπου και διέμενε μέχρι το θάνατο του. Το εν λόγω διαμέρισμα ο θανών, χωρίς να ενημερώσει κανένα συγγενικό του πρόσωπο πολύ δε περισσότερο τα τέκνα του ενάγοντες, με τους οποίους διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις, πώλησε κατά ψιλή κυριότητα στους δυο πρώτους εναγομένους, τέκνα του προαναφερομένου συμβολαιογράφου Α. Α., ο πρώτος από τους οποίους είναι συμβολαιογράφος (έτος γεν 1968) και ο δεύτερος εισοδηματίας (έτος γεν. 1965), τον οποίο ο αποβιώσας είχε βαπτίσει, οι οποίοι επίσης δεν ενημέρωσαν τα τέκνα του για την κατάρτιση της εν λόγω πώλησης, δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν ισχυρίζονται το αντίθετο, αν και είχαν ηθική προς τούτο υποχρέωση, ενόψει της σχέσης και της πνευματικής συγγένειας που διατηρούσαν με τον πωλητή αλλά και της κατάστασης της υγείας του, την οποία προφανώς εγνώριζαν. Η σύμβαση καταρτίσθηκε στις 27.10.2001 ημέρα Σάββατο στην οικία του πωλητή ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισάβετ Μεσσήνη με το νόμιμα μεταγεγραμμένο …/27.10.2001 συμβόλαιο. Κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο η αντικειμενική αξία του πωληθέντος ανερχόταν στο ποσό των 8.553.600 δρχ, ενώ το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό των 8.600.000 δρχ, το οποίο καταβλήθηκε σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι ο πωλητής κατέθεσε σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό ή διέθεσε για αγορά άλλου περιουσιακού στοιχείου. Έτσι, οι ενάγοντες μετά το θάνατο του πατέρα τους με έκπληξη πληροφορήθηκαν από τους δύο πρώτους εναγομένους ότι το διαμέρισμα, που ως οικογενειακή στέγη μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν, έχει πωληθεί σε αυτούς και ότι θα πρέπει να το εγκαταλείψουν, ενώ στις 22.12.2005, πέντε δηλαδή μήνες από το θάνατο του Ι. Τ., οι ανωτέρω αγοραστές με το νόμιμα μεταγεγραμμένο …/2005 συμβόλαιο (τόμος … αρ 362) της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου πώλησαν τούτο στον τρίτο εναγόμενο αντί τιμήματος 65.000 € και αντικειμενικής αξίας 34.848 €, τίμημα το οποίο ο αγοραστής υποσχέθηκε να εξοφλήσει με δάνειο που θα του χορηγούσε το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμός και το οποίο οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αποβιώσας τουλάχιστον από το 1983, δεδομένου ότι για το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν βιβλιάριο υγείας του, έπασχε από ψυχικές νόσους και πιο συγκεκριμένα από το 1983 από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και από το 1996 τουλάχιστον από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα, που διαγνώσθηκε με αξονική τομογραφία καθώς και εξωπυραμιδική συνδρομή δηλαδή Parkinson, νόσο νευρολογικής φύσεως. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο Ι. Τ., όπως από το ατομικό βιβλιάριο υγείας του προκύπτει, καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι και το θάνατο του (22.7.2005), με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών του νευρολόγων-ψυχιάτρων, τελούσε υπό θεραπευτική αγωγή με ποικιλία τριών αλλά και τεσσάρων διαφορετικών ουσιών όπως τα αγχολυτικά Traxene και Oasil, τα αντικαταθλιπτικά anafranil, sexarat, το αντικαταθλιπτικό Tegretol και το αντιψυχωσικό Truxal, επειδή παρουσίασε ψυχωσική συνδρομή. Στις 18.3.1996, επειδή παρουσίασε επεισόδιο πτώσεως στο έδαφος εισήχθη στο ΠΓΝΑ "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ" υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε ότι φέρει "Ισχαιμικού τύπου αλλοίωση στη γέφυρα", δηλαδή εγκεφαλική βλάβη. Εξήλθε στις 27.3.1996 μετά από νοσηλεία 10 ημερών με διάγνωση "εξωπυραμιδική συνδρομή (πάρκινσον) καταθλιπτική συνδρομή και ουρολοίμωξη", ενώ του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή ήτοι το αντικαταθλιπτικό anafranil και το αντιβιοτικό Norocin. Λίγες ημέρες αργότερα (5.4.1996) ο νευρολόγος ψυχίατρος Επίκουρος τότε καθηγητής στη νευρολογική κλινική του Αιγινητείου Νοσοκομείου Β. Μ. για την αντιμετώπιση της ασθένειας του χορηγεί φαρμακευτική αγωγή με συνδυασμό τριών σκευασμάτων, το αντιεπιληπτικό Tegretol, το οποίο χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική ως σταθεροποιητικό του συναισθήματος σε ασθενείς που πάσχουν από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και τα αντικαταθλιπτικά seroxat, anafranil, ενώ σε άλλο χρόνο ο νευρολόγος ψυχίατρος Π. Ζ. συνταγογραφεί την ίδια φαρμακευτική αγωγή. Εξάλλου στις 10.4.1996 ο ψυχίατρος στο ΙΚΑ … Π. Ζ., ο οποίος με επιμέλεια των εναγομένων εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με διάγνωση "αγχώδη κατάθλιψη, φοβική συμπτωματολογία, θυμική διαταραχή" του χορηγεί τα σκευάσματα sexorat, tegretol, anafranil. Επίσης, στις 19.4.2005, επειδή παρουσίασε κολλώδη ομιλία, εισήχθη στο ΓΝ Αθηνών "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ" και νοσηλεύθηκε "με δυσαρθρία-εστιακή νευρολογική σημειολογία". Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων "ήπια διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος και σαφώς, μεγαλύτερη του εξωτερικού υπαραχνοειδούς χώρου ως επί φλοιώδους ατροφίας, ελαφρώς εκσεσημασμένη για την ηλικία, μικροαγγειοπάθεια στη λευκή ουσία σε αμφότερα τα ημισφαίρια". Συστάθηκε επανέλεγχος μετά 20ήμερο προς επανεκτίμηση της εικόνας και εξήλθε στις 21.4.2005 με διάγνωση "ψυχωσική συνδρομή, εγκεφαλοαγγειακή νόσος", ενώ του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με τα σκευάσματα tranxen, seroxat, Οasil. Η πιο πάνω κατάσταση της υγείας του επηρέαζε καθοριστικά τη συμπεριφορά του προς τη σύζυγο του Ό. Κ., με αποτέλεσμα να διασπαστεί η μετ'αυτής έγγαμη συμβίωσή του από το 2001 και να ακολουθήσει η λύση του γάμου τους με την έκδοση συναινετικού διαζυγίου από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3541/2002 αμετάκλητη απόφασή του, αλλά και την εν γένει κοινωνική συμπεριφορά του, με συνέπεια να προβαίνει σε πράξεις των οποίων δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο και τις συνέπειες. Έτσι, κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν και κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου …/27.10.2001 πωλητηρίου συμβολαίου είχαν διαταραχθεί οι πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες του αποβιώσαντος πωλητή, εξ αιτίας των ψυχικών παθήσεων από τις οποίες έπασχε, οι οποίες ήσαν βαριές και χρόνιες, και από τα ισχυρά ψυχοφάρμακα που για μακρό χρονικό διάστημα ελάμβανε, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην έχει πλήρη συνείδηση των πράξεων του, να βρίσκεται σε σύγχυση και να μην έχει την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πιο πάνω πράξης (πώλησης) που επιχειρούσε, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται, εκτός των άλλων, και από το ότι εξακολούθησε και μετά την πώληση αυτή να δηλώνει στην εφορία ότι έχει την πλήρη κυριότητα του πωληθέντος. Παράλληλα, εξ αιτίας των ασθενειών από τις οποίες έπασχε, βρισκόταν σε σοβαρή ψυχική και διανοητική διαταραχή, που αποφασιστικά περιόριζε την λειτουργία της βούλησής του και δεν μπορούσε να σταθμίσει λογικά και φυσιολογικά τα πράγματα ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει με λογικές σκέψεις τη βούληση του σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του. Για την ανωτέρω κατάσταση του θανόντα και ειδικότερα για το ότι βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, και δεν είχε τη δυνατότητα να έχει συνείδηση των πράξεων του και ικανότητα χρήσης του λογικού κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου συμβολαίου κατηγορηματικώς και με σαφήνεια καταθέτουν στις δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες Δ. Τ. και Ν. Τ., αδελφές του αποβιώσαντος και η πρώτη εξαδέλφη του Δ. Γ.. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη για όσα καταθέτουν, η συμπεριφορά του ως άνω συγγενούς τους δεν ήταν φυσιολογική, αφού συχνά δεν αναγνώριζε στενά συγγενικά του πρόσωπα, όπως την αδερφή του Δ., η οποία το 1984 επέστρεψε από την Αμερική, ντυνόταν κατά τρόπο εξεζητημένο και πιο συγκεκριμένα φορούσε "κολλάν" παντελόνια, πολλά κοσμήματα, ενώ στο γάμο συγγενούς τους είχε ντυθεί "παγώνι". Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη για όσα καταθέτουν και οι οποίοι δεν προσδοκούν έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ των εναγόντων έκβαση της δίκης κρίνονται αξιόπιστες. Ακόμη ο νευρολόγος ψυχίατρος Ε. Μ., ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι οι ασθένειες από τις οποίες έπασχε ήταν νόσοι που του στερούσαν τη χρήση του λογικού και την ικανότητα για λογική στάθμιση, ελεύθερο και ανεπηρέαστο προσδιορισμό της βούλησής του. Αλλά και ο διορισθείς με την 4963/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δικαστικός πραγματογνώμονας Ι. Ν., ψυχίατρος, καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην έκθεσή του έγγραφα νοσηλείας του θανόντος, ιατρικές συνταγές, ιατρικές γνωματεύσεις, βεβαιώσεις, καθώς και το ατομικό βιβλιάριο υγείας του με συνταγογραφήσεις από το 1983 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ψυχωσική συνδρομή από την οποία ο αποβιώσας έπασχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οποία οφείλεται στο συνδυασμό των παθήσεών του δηλαδή μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα (εγκεφαλική νόσος), πάρκινσον (νευρολογική νόσος), είχαν προκαλέσει μεγάλη έκπτωση των νοητικών και κινητικών του λειτουργιών και συγκεκριμένα της συνείδησης, συγκέντρωσης, προσοχής, αντίληψης, μνήμης, κριτικής ικανότητας και βούλησης με συνέπεια να είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία. Εξάλλου, και ο νευρολόγος ψυχίατρος, αναπληρωτής καθηγητής νευρολογίας, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, είχε εξετάσει στις 5.4.1996 στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο τον θανόντα, μελετώντας τα σχετικά με την μετέπειτα πορεία του ασθενούς ιατρικά έγγραφα στην από 29.9.2005 ιατρική γνωμοδότησή του αναφέρει ότι ο ανωτέρω, λόγω της νόσου από την οποία έπασχε "ψυχωσική συνδρομή-εγκεφαλοαγγειακή βλάβη", η οποία είναι ψυχικής και νευρολογικής φύσεως αλλά και εξ αιτίας της μακράς σε χρόνο θεραπευτικής αγωγής, στην οποία υποβαλλόταν με τη λήψη ισχυρών ψυχοφαρμάκων τουλάχιστον από το 1996 που τον εξέτασε, δεν είχε στέρεο λογικό και δυνατότητα στοιχειώδους ευθυκρισίας και βούλησης. Η αντίθετη εκδοχή, την οποία προβάλλουν οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή ο αποβιώσας είχε τη δυνατότητα χρήσεως του λογικού, συνείδηση των πράξεών του, την οποία υποστηρίζει στη σχετική έκθεσή του ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων Σ. Δ. και στην κατάθεσή του ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Π. Ζ., ψυχίατρος στο ΙΚΑ …, δεν είναι ικανές να στηρίξουν διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι, όταν ο τελευταίος στις 10.4.1996 τον εξέτασε στα ιατρεία του ΙΚΑ, διέγνωσε "αγχώδη κατάθλιψη, φοβική συμπτωματολογία, θυμική διαταραχή". Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η πιο πάνω κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος, που επικαλούνται οι ενάγοντες κληρονόμοι του, με σαφήνεια προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία (πώληση), την κατάρτιση της οποίας, όπως προεκτέθηκε οι αντισυμβαλλόμενοι αγοραστές δεν τους γνωστοποίησαν, παρά τη σοβαρότητα της σχετικής πράξης και της κατάστασης της υγείας του πωλητή, την οποία γνώριζαν δεδομένου ότι ο αποβιώσας κανένα απολύτως λόγο δεν είχε για να προβεί στην πώληση του μοναδικού του περιουσιακού στοιχείου και πιο συγκεκριμένα δεν είχε πρόθεση "αποκλήρωσης" των τέκνων του και καμία οικονομική ανάγκη, αφού η μηνιαία σύνταξή του ανερχόταν στο ποσό των 1300 € περίπου, ενώ είχε δωρεάν πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από τον ασφαλιστικό του φορέα. Εξάλλου η αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ενόψει και της ηλικίας του ανωτέρω πωλητή, κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως ανερχόταν στο ποσό των 50.000 € τουλάχιστον δηλαδή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από το συμφωνηθέν και φερόμενο ως καταβληθέν σε μετρητά τίμημα των 8.600.000 δρχ. ήδη 25.238 €, δεδομένου ότι τούτο βρίσκεται στην περιοχή …, όπου η ζήτηση μικρών διαμερισμάτων, όπως είναι το πωληθέν, για αγορά ή μίσθωση είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Σημειωτέον ότι οι προαναφερόμενοι αγοραστές, τέσσερα έτη αργότερα (22.12.2005) φέρεται να πωλούν το ίδιο ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο αντί τιμήματος 65.000 €, σχεδόν τριπλάσιο δηλαδή από εκείνο που το αγόρασαν, αύξηση που με σαφήνεια φανερώνει ότι το συμφωνηθέν τίμημα δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου. Μετά από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο αποβιώσας Ι. Τ. κατά το χρόνο (27.10.2001) σύνταξης της επίμαχης δικαιοπραξίας (πώληση) ήταν ανίκανος, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, για την κατάρτισή της, καθόσον δεν τελούσε σε διαύγεια πνεύματος, διανοητική και ψυχική ισορροπία, έτσι ώστε να είναι σε θέση με πλήρη συνείδηση και υπό συνθήκες πνευματικής νηφαλιότητας να μπορεί να σταθμίζει λογικά και φυσιολογικά τα πράγματα, να προσδιορίζει την αληθινή και πραγματική βούλησή του και να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, όπως συμβαίνει με ένα υγιή άνθρωπο και η απόφασή του να πωλήσει το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο δεν ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου, η δε ως άνω κατάσταση της υγείας του, όπως ήδη έχει αναφερθεί, σαφώς προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία, προϋπόθεση αναγκαία, σύμφωνα με την περ. 3 της παρ. 2 του προαναφερομένου άρθρου, για να απαγγελθεί η ακυρότητά της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ)". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε ως άκυρη την από τον κληρονομηθέντα από τους αναιρεσιβλήτους πατέρα τους σύμβαση πωλήσεως προς τους αναιρεσείοντες του επίδικου διαμερίσματος πολυκατοικίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ. που εφάρμοσε, καθ' οσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα αναφέρονται: 1)Ως προς τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων και κληρονομηθέντα εξ αδιαθέτου από αυτούς Ι. Τ. ότι έπασχε από το έτος 1985 από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και επί πλέον από το έτος 1996 από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα, αγχώδη κατάθλιψη, φυσική συμπτωματολογία και θυμική διαταραχή, λαμβάνοντας για μακρό χρονικό διάστημα ψυχοφάρμακα, λόγω δε αυτής της ψυχοδιανοητικής διαταραχής του, που υπήρχε και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως προς τους αναιρεσείοντες της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου αυτού περιοριζόταν αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεώς του. 2)Τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε και από την ίδια τη δικαιοπραξία ο εξαιτίας ψυχοδιανοητικής διαταραχής αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της βουλήσεως του δικαιοπρακτήσαντος κληρονομουμένου πατέρα των αναιρεσιβλήτων Ι. Τ. και μείωναν σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, καθιστώντας αυτόν ανίκανο προς δικαιοπραξία, δηλαδή: α)αναφέρεται ως συμφωνημένο τίμημα πωλήσεως του ακινήτου το ποσό των 25.238 ευρώ, ενώ η πραγματική (αγοραία) αξία του ήταν σχεδόν διπλάσια (50.000 ευρώ). β)αναφέρεται ότι το συμφωνημένο τίμημα καταβλήθηκε στον πωλητή, ενώ αυτός δεν το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό ούτε το αξιοποίησε (ή το διέθεσε) με κάποιο τρόπο και γ)συνιστούσε η πώληση του ως άνω ακινήτου, το οποίο αποτελούσε το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του πωλητή, παραγκωνισμό των αναιρεσιβλήτων τέκνων του, με τους οποίους συνοικούσε και διατηρούσε εξαιρετικά αγαθές σχέσεις και 3) Η με την ένδικη αγωγή, εντός 5ετίας από την επαγωγή στους αναιρεσείοντες της κληρονομίας του πωλητή προσβολή της πωλήσεως για τον ανωτέρω λόγο. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Εξάλλου, εφόσον με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου αιτιολογείται επαρκώς η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 131 παρ.1 και 2 περίπτωση γ' του Α.Κ., οι πλεοναστικώς περιλαμβανόμενες αναφορές και σε άλλα περιστατικά που δεν προκύπτουν από την ίδια την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία, αλλά εκφέρονται προς ενίσχυση της κρίσης του για τη συνδρομή λόγου ακυρότητας της δικαιοπραξίας, δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο αντίθετος πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ. 11/1996), όπως και όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 2/1989). Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων ότι ο πωλητής του επίδικου ακινήτου, πατέρας των αναιρεσιβλήτων παρακράτησε υπέρ αυτού την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου και μεταβίβασε μόνον την ψιλή κυριότητά του. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και δεν συγκροτεί ένσταση αναβλητική ή διακωλυτική ή ανατρεπτική του αγωγικού δικαιώματος, ώστε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά συνιστά λογικό επιχείρημα και αποβαίνει γι'αυτό αλυσιτελής. Επομένως το Εφετείο, με το να μην απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ. Πολ. Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη των εναγόντων, την 62/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Ι.Ν., την από 10-4-2004 έκθεση του ψυχιάτρου Σ.Β., την από 29-9-2003 ιατρική γνωμοδότηση του νευρολόγου-ψυχιάτρου Β.Μ. και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες: α)…/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Καϊάφα, β)…/2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ. Γαλούση, γ)…/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Ζωγράφου, δ)…/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σταυροπούλου, ε)…/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μίχου. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δικ. τρίτος κατά το οικείο μέρος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε την ανικανότητα του πωλητή του επίδικου ακινήτου προς δικαιοπραξία, αφού το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και ιατρικές γνωματεύσεις ως προς τη διανοητική και ψυχική υγεία του πωλητή του ακινήτου, ενώ έπρεπε να σχηματίσει την κρίση του από περιστατικά που προέκυπταν από την ίδια τη δικαιοπραξία, έχει εσφαλμένη λογική αφετηρία, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι κατά πλεονασμό περιλαμβανόμενες στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορές, προς ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου, ότι με την πώληση του ακινήτου με τίμημα ίσο με το ήμισυ της αγοραίας αξίας του, καταδεικνύεται ο λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της βούλησης του πωλητή και η εξαιτίας αυτής ανικανότητά του προς δικαιοπραξία, δεν στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2009 αίτηση των Γ. και Ι. Α. για αναίρεση της 1082/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ