Legislator Case Law & Legislation
274/2009 AI generated

274/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 274/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

274/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δικηγόρων αποζημίωση (ΑΠ (ολ) 18/1993). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 2 § 3 του ΝΔ 4/4-9-1935 "περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κλπ", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον ΑΝ 392/1968, οι Σ.Ε.Κ. απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κλπ). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρ. 4 § 1 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", ο Ο.Σ.Ε.

Keywords

AI generated
supervisory powers and tasks institution called upon to act compulsory appearance before an authority official controls, veterinary checks service administration organization of departments
AI generated
128/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
45/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
1259/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
319/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
1542/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 274 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 274/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), Δημόσιας Επιχείρησης που λειτουργεί με την μορφή Ν.Π.Ι.Δ Ανώνυμης Εταιρείας, που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Μαρία-Ελένη Ευαγγελάτου-Αλεξανδροπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Τάγαρης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.04.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2007 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4441/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.10.2007 αίτησή του καθώς και τους από 22.10.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 4 § 2 του ΝΔ 3623/1956 "περί καθορισμού κατωτάτων ορίων ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών", όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρ. 17 του Ν. 3796/1957, "ιατροί υπηρετούντες εις οργανισμούς, επιχειρήσεις και εν γένει εις πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, απαλλασσόμενοι των καθηκόντων των λόγω καταργήσεως θέσεως ή αποχωρούντες της θέσεώς των λόγω υγείας ή τέλος απολυόμενοι της θέσεώς των δια μονομερούς λύσεως της συμβάσεως ή κατ' εφαρμογήν των διατάξεων περί πολυθεσίας δικαιούνται αποζημιώσεως συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως".

Με την παρ. 5 του άρθρ. 4 του ΝΔ 4111/1960, η παραπάνω αποζημίωση ορίσθηκε ίση με την αποζημίωση του άρθρ. 94 του ΝΔ 3026/1954 του Κωδ. Δικηγόρων, όπως αυτό ήδη ισχύει. Η καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως προϋποθέτει ότι ο ιατρός παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και όχι με σύμβαση άλλου είδους, όπως είναι η σύμβαση έργου ή η σύμβαση έμμισθης εντολής.

Όταν όμως πρόκειται για ιατρούς που υπηρετούν ως μισθωτοί στο Δημόσιο ή άλλα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αποζημιώσεως των μισθωτών αυτών του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λ.π. λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας, δηλαδή ο Ν. 993/1979, που κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 410/1988 και συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, ο ιατρός εφόσον απολυθεί λόγω κατάργησης της θέσεως ή λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του δικαιούται την αποζημίωση του άρθρ. 49 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 55 του ΠΔ 410/1988) και όχι την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρ. 4 § 2 του ΝΔ 3623/1956 και 94 του Κώδ.

Δικηγόρων αποζημίωση (ΑΠ (ολ) 18/1993). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 2 § 3 του ΝΔ 4/4-9-1935 "περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κλπ", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον ΑΝ 392/1968, οι Σ.Ε.Κ. απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κλπ). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρ. 4 § 1 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", ο Ο.Σ.Ε.

από της ισχύος αυτού απολαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ' όλων των συμπαραμαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των Σ.Ε.Κ.

περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον Ο.Σ.Ε., όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις ο Ο.Σ.Ε. αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας και έχει όλα τα προνόμια (δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά) του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις (ΑΠ (ολ) 23-24/2004).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρ. 2 § 2 του ΑΝ 173/1967, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής Ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ποσό των 240.000 δρχ. και ήδη σύμφωνα με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, το ποσό των 1.500.000 δρχ.

Επίσης, με το άρθρ. 1 του ΝΔ 618/70 το παραπάνω ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει σε κάθε περίπτωση που οφείλεται αποζημίωση δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντες, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου και λοιπών προαναφερθέντων νομικών προσώπων, οργανισμών και επιχειρήσεων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν συνδέονται με τους εργοδότες αυτούς.

Επομένως, οι ιατροί που υπηρετούν στον ΟΣΕ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δικαιούνται σε περίπτωση απολύσεώς τους, λόγω κατάργησης της θέσεώς των, την αποζημίωση του άρθρ. 49 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 55 του Π.Δ. 410/1988) με τον περιορισμό του άρθρ. 2 § 2 του ΑΝ 173/1967 (ΑΠ 1056/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 6 § 2 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση του μισθωτού προς καταβολή της κατά τον Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη απαιτητή.

Με τη διάταξη αυτή θεσπίσθηκε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρ. 280 του ΑΚ, του δικαιώματος του μισθωτού που απολύθηκε προς καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης, η αξίωση της οποίας γεννάται και είναι απαιτητή από την ημέρα της απολύσεως (ΑΠ (ολ) 16/1994).

Η παραπάνω διάταξη όμως αφορά αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ' ευθείας από τον Ν. 2112/1920 και όχι αποζημίωση που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως διατάξεις άλλων νόμων, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις, που παραπέμπουν στον Ν. 2112/1920 μόνο για τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως, εκτός αν οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν στο άρθρ. 6 του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 277/2006).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρ. 90 § 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και οι οποίες αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεώς τους, ενώ κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, κατ' άρθρ. 91 εδ.

α του ίδιου νόμου (βλ. ανάλογη ρύθμιση με τα άρθρ. 250 αρ. 17 και 253 του ΑΚ). Η επέκταση όμως της παραπάνω ευνοϊκής μεταχείρισης του άρθρ. 90 § 3 του Ν. 2362/1995 ως προς το θέμα της βραχυπρόθεσμης παραγραφής και στον αναιρεσείοντα Ο.Σ.Ε., που απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου κατά τα άνω, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρ. 4 του Συντ. 6 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), κατά τις οποίες η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας, με συνέπεια διατάξεις νόμων, όπως αυτή του άρθρ. 90 § 3 του Ν. 2362/1995, που αναγνωρίζουν υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το παραπάνω δικαίωμα, ώστε να τίθενται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (ΑΠ (ολ) 11/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως της αγωγής και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντικείμενο της δίκης είναι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός στο Ταμείο Προσωπικού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού από τις προσλήψεώς του την 25-9-1989 μέχρι της απολύσεώς του την 11-1-2001 λόγω κατάργησης της θέσεώς του, περί καταβολής σε αυτόν της από το άρθρ. 55 του ΠΔ 410/1988 προβλεπόμενης αποζημιώσεως.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, ότι ακολούθως, κατόπιν της με το άρθρ. 29 του Ν. 2676/1999 συγχωνεύσεως του Ταμείου Προσωπικού του ΟΣΕ στον Κλάδο Ασθενείας του Ταμείου Προσωπικού ΟΤΕ, την 1-11-2001 απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσεώς του και ότι δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρ. 55 § 1 του ΠΔ 410/1988 αποζημίωση.

Επίσης, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός, ο οποίος λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, έχει όλα τα προνόμια (δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά) του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις και ότι οι εργαζόμενοι σε αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως και ο αναιρεσίβλητος, δικαιούται σε περίπτωση απολύσεώς του λόγω κατάργησης της θέσεώς του την αποζημίωση του άρθρ. 55 του ΠΔ 410/1988 με τους περιορισμούς του άρθρ. 2 § 2 του ΑΝ 173/1967, η δε αξίωσή του για την καταβολή της αποζημιώσεως αυτής διέπεται από τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρ. 90 § 1 του Ν. 2362/1995, διότι έχει τον χαρακτήρα έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης και δεν υπάγεται στις περιπτώσεις της διετούς παραγραφής του άρθρ. 90 § 3 του ίδιου νόμου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις σχετικές με τα προνόμια του Δημοσίου που απολαμβάνει ο αναιρεσείων Οργανισμός και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρ. 2 § 3 του ΝΔ 4/4-9-1935 και 4 § 1 του ΝΔ 674/1970 ούτε εκείνες των άρθρ. 4 §§1 και 2, 20 § 1, 22 § 1β, 25 § 1 του Συντ., 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ορθώς δε κατ' αποτέλεσμα (παρά την εσφαλμένη αιτιολογία περί ισχύος της διατάξεως του άρθρ. 90 § 3 του Ν. 2362/1995 και στον αναιρεσείοντα Οργανισμό) εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του άρθ. 90 § 1 του Ν. 2362/1995 και όχι τις διατάξεις του άρθρ. 6 § 2 του Ν. 3198/1955, που προβλέπουν συντομότερη εξάμηνη παραγραφή της αξιώσεως προς καταβολή της αποζημιώσεως.

Ειδικότερα, η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν πρόκειται για αποζημίωση από τον Ν. 2112/1920, στον οποίο ούτε παραπομπή δεν γίνεται για τον υπολογισμό της, η εφαρμοσθείσα δε διάταξη του άρθ. 90 § 1 του Ν. 2362/1995 δεν ενέχει παραβίαση των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων ούτε των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων που έχουν προαναφερθεί, αφού δεν διαταράσσει την ισοτιμία των διαδίκων μερών ούτε συνιστά ευνοϊκή μεταχείριση του αναιρεσείοντος Οργανισμού ως προς τον προσδιορισμό των ορίων της δικαστικής προστασίας.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος του κυρίου δικογράφου και ο πρώτος των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε ως προς τον αναιρεσείοντα Οργανισμό τις διατάξεις που μόλις έχουν αναφερθεί με το να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου υπάγεται στην παραγραφή του άρθρ. 90 § 1 του Ν. 2362/1995, αντί της διετούς παραγραφής του άρθρ. 90 § 3 του ίδιου νόμου, πάντως δε, μετά την εξενεχθείσα με την 11/2008 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου κρίση ότι η τελευταία αυτή διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, της συντομότερης εξάμηνης παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα του άρθρ. 6 § 2 του Ν. 3198/1955, δεν είναι βάσιμοι.

Επειδή κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 12 § 4 του ΝΔ 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" εκδόθηκε ο Οργανισμός του ΟΣΕ, που εγκρίθηκε με την Α 38685/1700/1971 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Κατά το άρθρ. 98 αυτού, όπως ισχύει από 15-2-1989 (ΦΕΚ 286, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), "για την παροχή ιατρικής περίθαλψης στο προσωπικό ο Οργανισμός συμβάλλεται με ιδιώτες ιατρούς είτε με σχέση εξαρτημένης εργασίας είτε με σχέση έμμισθης εντολής.

Οι ιατροί παρέχουν τις υπηρεσίες τους είτε στα δικά τους ιατρεία ή εργαστήρια είτε στα υπηρεσιακά, κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση κάθε φορά και αμείβονται με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά σχετικές διατάξεις μέσα στις πιστώσεις που έχουν εγκριθεί". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι από την κατά τα άνω έναρξη ισχύος της οι καταρτιζόμενες συμβάσεις μεταξύ του αναιρεσείοντος αφενός και ιδιωτών ιατρών αφετέρου για την περίθαλψη του προσωπικού του ΟΣΕ μπορεί να έχουν τον χαρακτήρα είτε συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είτε έμμισθης εντολής.

Αυτό δε σε αντίθεση με τη μέχρι τότε ισχύουσα ρύθμιση του Οργανισμού, σύμφωνα με την οποία η πρόσληψη ιατρών προς εξυπηρέτηση των αναγκών του προσωπικού του αναιρεσείοντος γινόταν με σύμβαση έμμισθης εντολής. Ειδικότερα, κατά το άρθρ. 5 του επέχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού των Σ.Ε.Κ., ο οποίος είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 22 του ΝΔ την 4-9-1935 "περί Διοικήσεως Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους" και εγκριθεί με την 8068/7/1957 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών, "ουδείς έτερος υπάλληλος, τεχνίτης ή υπηρέτης μη κατέχων θέσιν εκ των εν τω παρόντι Οργανισμό προβλεπομένων δύναται να υπηρετεί εις βάρος των τακτικών δαπανών του προϋπολογισμού, υφιοιανδήποτε μορφήν είτε ως έκτακτος ή επί συμβάσει, έμμισθος, ημερομίσθιος κλπ.

Δια την εξυπηρέτησιν των δικαστικών εν γένει υποθέσεων και δια παροχήν ιατρικής περιθάλψεως εις το προσωπικόν αυτού δύναται να παρέχεται παρά της διοικήσεως εντολή προς ιδιώτας δικηγόρους ή ιατρούς, μη διατελούντας εις υπαλληλικήν σχέσιν μετά του δικτύου, αμειβομένους δε με τα ελάχιστα όρια αμοιβής των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων κατά τα αποφασιζόμενα υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εντός των διατιθεμένων εκάστοτε πιστώσεων".

Μετά την ίδρυση του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατά το άρθρ. 4 § 1 του Ν.Δ. 674/1970 διαδέχθηκε τους ΣΕΚ ως καθολικός διάδοχος αυτών, εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε ο παραπάνω Οργανισμός, ο οποίος στο άρθρ. 60 αυτού περιέλαβε ομοίου περιεχομένου με εκείνη του άρθρ. 5 του προϊσχύσαντος Οργανισμού διάταξη. Έτσι μέχρι την προδιαληφθείσα τροποποίηση του άρθρ. 98 του Οργανισμού, η πρόσληψη ιατρών από τον αναιρεσείοντα προς εξυπηρέτηση των αναγκών της ιατρικής περίθαλψης του προσωπικού του εκτός οργανικών θέσεων, ασχέτως της φύσεως της ανάγκης, ως μόνιμης ή έκτακτης, ήταν σχέση έμμισθης εντολής, η οποία δεν μπορούσε να λάβει τη μορφή υπαλληλικής σχέσεως ή να μετατραπεί σε σχέση εργασίας αόριστου χρόνου.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, επομένως, που δέχθηκε ότι μετά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 98 του Οργανισμού ήταν δυνατή η πρόσληψη ιατρών και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού και ο αντίθετος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου δεν είναι βάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεως του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΑΠ (ολ) 28/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Με το Π.Δ. 491/1988 εγκρίθηκε ο Κανονισμός του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΤΑΠ/ΟΣΕ), το οποίο, σύμφωνα με τον Α.Ν. 1545/50, όπως αυτός κυρώθηκε με το Ν. 2339/1953, αποτελούσε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Σκοπός του παραπάνω Ταμείου ήταν η παροχή της ιατρικής, νοσοκομειακής και φαρμακευτικής περίθαλψης στα μέλη του, τα οποία ήταν, εκτός των λοιπών, οι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι του ΟΣΕ. Η ιατρική και οδοντιατρική περίθαλψη των ασφαλισμένων του ΤΑΠ/ΟΣΕ ανατέθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 και του άρθρου 8 παρ. 1 του παραπάνω π.δ/τος, στους θεραπευτές και ελεγκτές ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων ή οδοντιάτρους της Υγειονομικής υπηρεσίας του ΟΣΕ, τον οποίο, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, βάρυναν οι δαπάνες των αποδοχών και των αμοιβών του προσωπικού αυτού.

Προκειμένου ο ΟΣΕ να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό παροχής ιατρικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του ΤΑΠ/ΟΣΕ, προσέλαβε έκτακτους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και οδοντιάτρους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ή με σχέση έμμισθης εντολής, οι οποίοι απασχολούντο στον Οργανισμό επί 4 ώρες και 45 λεπτά.

Μεταξύ των ιατρών αυτών ήταν και o αναιρεσίβλητος, οποίος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 25-9-1989 ως έκτακτος παιδίατρος με έγγραφη σύμβαση, η οποία χαρακτηρίστηκε, όπως συνομολογείται, ως σύμβαση έμμισθης εντολής. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις ιατρικές του φροντίδες επί πενθήμερο και επί τέσσερις (4) ώρες και σαράντα πέντε (45) λεπτά της ώρας καθημερινά, σύμφωνα με τις έγγραφες οδηγίες τις αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, α) στο προσωπικό του ΟΣΕ, β) στους οίκοι ασθενείς και στους νοσηλευόμενους στα Νοσοκομεία και στις Κλινικές, γ) στους υπαλλήλους των Ταμείων Πρόνοιας και Αλληλοβοήθειας Προσωπικού ΟΣΕ, δ) στους συνταξιούχους και τα μέλη των οικογενειών όλων των ανωτέρω κατηγοριών και ε) στους τραυματίες δυστυχημάτων, τα οποία έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε από τα μέσα συγκοινωνίας που διαθέτει ο ΟΣΕ.

Εκτός των ανωτέρω, ο αναιρεσίβλητος εξέταζε, προκειμένου να διαπιστώσει αν έχουν την απαιτούμενη υγεία, το υπό πρόσληψη προσωπικό, τους οπλίτες που προορίζονταν να εκπαιδευτούν στον Τάγμα των Σιδηροδρόμων, καθώς και τους Μαθητές - Τεχνίτες Σχολών ΟΑΕΔ που ασκούνταν πρακτικά στον ΟΣΕ. Επίσης, ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί τα καθήκοντα του Ελεγκτή ιατρού, σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας, και να συμμετέχει στις Επιτροπές που τυχόν θα οριζόταν.

Η παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών θα γινόταν από τον αναιρεσίβλητο αυτοπροσώπως, είτε στο ιατρείο του είτε στα υπηρεσιακά ιατρεία της αναιρεσείουσας, ορίστηκαν δε ως αμοιβή του οι αποδοχές που προβλέπονταν από το οικείο μισθολόγιο του Ο.Σ.Ε., καταβαλλόμενες σε δύο δόσεις μηνιαίως. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης προσέφερε πράγματι τις ιατρικές του υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα, προσερχόμενος καθημερινά, σύμφωνα με σχετικές οδηγίες της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας της στα ιατρεία της τελευταίας, από 8.00' έως 13:00', τελώντας πάντοτε υπό την εποπτεία της και υποκείμενος στον έλεγχο αυτής ως προς την εκτέλεση της εργασίας του, υπογράφοντας μάλιστα τόσο κατά την άφιξη του στον τόπο εργασίας του όσο και κατά την αναχώρηση του στις ειδικές καταστάσεις που αυτή τηρούσε (παρουσιολόγιο).

Επίσης, ο αναιρεσίβλητος ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες της αναιρεσείουσας υφιστάμενος τον έλεγχο των οργάνων (προϊσταμένου και αρχίατρου) της αναιρεσείουσας, ο οποίος επικεντρωνόταν στη συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας του, και υπαγόμενος στον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

Ουσιαστικά δηλαδή είχε τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε και το μόνιμο προσωπικό της. Τα παραπάνω περιστατικά και ειδικότερα ο καθορισμός από την αναιρεσείουσα του τόπου παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, καθώς και του συγκεκριμένου ωραρίου αυτού, όπως και ο έλεγχος της παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο τόπο και χρόνο, δεν αμφισβητούνται ειδικά από την αναιρεσείουσα, η οποία αναφέρει απλώς ότι ο ορισμένος τόπος παροχής των υπηρεσιών του στα Πολυιατρεία του Οργανισμού και ο χρόνος παροχής αυτών σε συγκεκριμένο, καθημερινά, ωράριο "επιβαλλόταν από τη φύση τους, εφόσον οι ασφαλισμένοι θα έπρεπε να γνωρίζουν πού και πότε θα τον συναντούσαν για να εξυπηρετηθούν", χωρίς όμως να ισχυρίζεται, ότι τα στοιχεία αυτά (τόπος και ωράριο παροχής των υπηρεσιών) καθορίζονταν αποκλειστικά από τον αναιρεσίβλητο και όχι από τις αρμόδιες υπηρεσίες της.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, όσον αφορά στον έλεγχο που ασκούσε στον εργαζόμενο, ισχυρίζεται, ότι αυτός "περιοριζόταν στην παρουσία του στον τόπο παροχής των ιατρικών φροντίδων του προς τους ασφαλισμένους", χωρίς να αρνείται ειδικά την υποχρέωσή του να υπογράφει κατά την άφιξή του στον τόπο εργασίας του και κατά την αναχώρησή του το ειδικό παρουσιολόγιο.

Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία της αναιρεσείουσας περί του ότι αυτή είχε καθορίσει τον τόπο και χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, έχοντας το δικαίωμα να ελέγχει την προσέλευση και παραμονή αυτού στον ως άνω καθορισμένο τόπο και χρόνο (άρθρ 261 ΚΠολΔικ).

Από τα περιστατικά αυτά, σε συνδυασμό και με τη συμφωνία καταβολής στον αναιρεσίβλητο μηνιαίας αμοιβής για την παροχή των εν λόγω ιατρικών φροντίδων, κατέληξε το Εφετείο ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είχε τον χαρακτήρα και λειτουργία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αφού ο αναιρεσίβλητος τελούσε ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του υπό τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, με κάποια βέβαια χαλαρότερη εξάρτηση ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, η οποία δικαιολογείται λόγω των επιστημονικών του γνώσεων.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 648, 652 του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 και 98 του Οργανισμού του ΟΣΕ, αφού πράγματι υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά η μεταξύ των διαδίκων σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου δεν είναι βάσιμος.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ανακοπή, ένδικα μέσα) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων και τα από αυτούς προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο των προσθέτων λόγο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους παρακάτω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, από τους οποίους σε συνδυασμό με τα λοιπά γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι η συνδέουσα την αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο έννομη σχέση δεν ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως ο ίδιος επικαλείτο στην αγωγή, αλλά έμμισθης εντολής.

Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του ότι α) οι ιατροί του Οργανισμού με σύμβαση έμμισθης εντολής, σε αντίθεση με τους επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας απασχολουμένους, δεν ασφαλίζονται όπως το υπόλοιπο προσωπικό του ΟΣΕ, γεγονός που έχει γίνει αποδεκτό και από τα ασφαλιστικά ταμεία, σύμφωνα και με 920/1967 απόφαση της Τ.Δ.Ε.

του Υποκ/τος ΙΚΑ Θεσ/νίκης κατά την οποία η συμβατική σχέση μεταξύ ιατρών και ΣΕΚ δεν είναι σύμβαση εργασίας και β) ο αναιρεσίβλητος δεν επιδίωξε να υπαχθεί στην ασφάλιση του ΙΚΑ, γεγονός που επίσης καταδεικνύει ότι είχε αποδεχθεί τον χαρακτηρισμό της συμβάσεώς του ως σχέση έμμισθης εντολής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα" αλλά άρνηση της αγωγής και διατύπωση επιχειρημάτων, εκ των οποίων μάλιστα το υπό στοιχ.

α' είναι και αλυσιτελές, διότι αναφέρεται στο προηγούμενο νομικό καθεστώς, υπό το οποίο, όπως προεξετέθη, δεν επιτρεπόταν η πρόσληψη ιατρού με σύμβαση εργασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2007 αίτηση και τους από 22-10-2008 πρόσθετους λόγους του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) για αναίρεση της 4441/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ