Legislator Case Law & Legislation
274/2008 AI generated

274/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 274/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...... και ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 25.10.2006 κλήσεως, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση μετά ματαίωση η αίτηση αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτές πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών.

Legislator headnote

AI generated

274/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, οι πιο πάνω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και άρα τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχωρήσεως θα αφορά το μέλλον (ex nunc) και ότι η υπαναχώρηση του ενός ασκείται και χωρίς υπαιτιότητα του άλλου. Εξάλλου, για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχωρήσεως δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 274 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 274/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χορόζογλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χάρη Κατσαρό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 42845/95, 41419/95 και 4270/1997 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22863/97, εν μέρει οριστική, 14949/03, οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 2832/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20.10.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 26.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...... και ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 25.10.2006 κλήσεως, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση μετά ματαίωση η αίτηση αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτές πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών.

2. Επειδή, από τα άρθρα 389, 390, 397 εδαφ. α και 399 του ΑΚ προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο επικαλούμενος διαφορετική έννοια του σχετικού συμβατικού όρου, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει τούτο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του πιο πάνω άρθρου 397 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο δανειστής έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, ενώ η μη εκπλήρωση περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παραβάσεως της συμβάσεως, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής.

Όμως, οι πιο πάνω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και άρα τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχωρήσεως θα αφορά το μέλλον (ex nunc) και ότι η υπαναχώρηση του ενός ασκείται και χωρίς υπαιτιότητα του άλλου. Εξάλλου, για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχωρήσεως δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ.

του ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχωρήσεως και δεν αποτελεί προϋπόθεση της από τις παραπάνω διατάξεις ρυθμιζόμενης συμβατικής υπαναχωρήσεως. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο.

Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, στην περίπτωση σύμβασης οικοπεδούχων και εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την ανέγερση πολυκατοικίας σε οικόπεδο των εργοδοτών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να μεταβιβάσουν σε αυτόν, ως αμοιβή, ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτά, αν οι εργοδότες υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ασκώντας το συμβατικό τους δικαίωμα να κηρύξουν έκπτωτο τον εργολάβο, οφείλουν όχι την αμοιβή του τελευταίου, αλλά την ωφέλεια, που οι ίδιοι αποκόμισαν από το τμήμα του έργου που κατασκευάστηκε και χρησιμοποίησαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οφείλει όμως να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Έτσι, η καταγγελία ενεργεί για το μέλλον (ex nunc), ενώ το αντίθετο συμβαίνει, κατά τα προεκτιθέμενα, επί της υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 389 του ΑΚ, η οποία ενεργεί αναδρομικώς και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής.

Ωστόσο, και η δήλωση υπαναχωρήσεως δύναται να ενεργήσει ως καταγγελία, δυνάμει του άρθρου 182 του ΑΚ, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ήθελε κριθεί άκυρη. Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως και καθεμιά από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση του εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψή του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο παραβιάζει του ερμηνευτικούς κανόνες, που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, όταν, εκτός άλλων, παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, έγιναν δεκτά τα εξής : Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ο πατέρας τους ........., ο οποίος στο μεταξύ αποβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ίδιους και την τρίτη εναγόμενη σύζυγό του και μητέρα τους, όντας συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, καθένας από τους δύο πρώτους κατά 40% και ο πατέρας τους κατά το υπόλοιπο 20%, ενός οικοπέδου, με εμβαδόν 192 μ2, που βρίσκεται επί της οδού .....

αριθ. ..... του συνοικισμού ....... του Δήμου Σταυρουπόλεως Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθ. ...... προσύμφωνο συμβόλαιο μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής συμβάσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βουτσά - Κορδομενίδου, ανέθεσαν στον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα να ανεγείρει στο οικόπεδο αυτό, με δικές του δαπάνες και με το σύστημα της αντιπαροχής, μια διώροφη οικοδομή, που θα διεπόταν από τις διατάξεις του ν. 3.741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, αντί αμοιβής, συνισταμένης στην υποχρέωση μεταβίβασης στον ενάγοντα ποσοστού 540/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με το δικαίωμα ανοικοδόμησης των διαιρετών χώρων, που αντιστοιχούσαν σε αυτό.

Στο πιο πάνω εργολαβικό συμβόλαιο προβλέφθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων και ο εξής όρος : Άρθρο 8 ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ. "Ο εργολάβος κηρύσσεται έκπτωτος, αν διακόψει τις οικοδομικές εργασίες επί εξάμηνο από δική του υπαιτιότητα, όπως και αν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, από την παραλαβή του ακινήτου δεν παραδώσει πλήρως αποπερατωμένη την οικοδομή.

Με την κήρυξη του εργολάβου εκπτώτου αυτός θα είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει αμέσως το έργο και το ακίνητο στην κατάσταση, που βρίσκεται κατά το χρόνο της εκπτώσεως χωρίς να καθαιρέσει ή αφαιρέσει τίποτε από τα υλικά ή τις κατασκευές της οικοδομής, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρείται ως αυθαίρετος κάτοχος του ακινήτου και θα υπόκειται σε αποβολή από αυτό με τη λήψη εναντίον του ασφαλιστικών μέτρων.

Από την κήρυξη του εργολάβου ως εκπτώτου η άδεια ανοικοδομήσεως, η μελέτη της οικοδομής, τα υλικά και εργαλεία, ως και τα μέχρι τότε υπάρχοντα απούλητα διαμερίσματα θα παραμείνουν προς όφελος και για λογαριασμό των οικοπεδούχων, χωρίς άλλη αποζημίωση για την κάλυψη της ζημίας από την παραπάνω καθυστέρηση και λόγω ποινικής ρήτρας...., τα δε πάσης φύσεως έξοδα και οι δαπάνες που στο μεταξύ έγιναν από τον εργολάβο δεν αναζητούνται από αυτόν και η εκδοθείσα άδεια οικοδομήσεως θεωρείται από τώρα ως μεταβιβασθείσα στην περίπτωση αυτή στους οικοπεδούχους".

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δέχθηκε το Εφετείο, ο ανωτέρω όρος είναι ασαφής και χρήζει ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρα 173, 200 του ΑΚ), αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων μερών. Ακολούθως δε, ερμηνεύοντάς τον, όπως προαναφέρθηκε, ήχθη στο συμπέρασμα, ότι με τον όρο αυτό οι εργοδότες εναγόμενοι επεφύλαξαν για τον εαυτό τους δικαίωμα υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, για την περίπτωση κατά την οποία ο εργολάβος ενάγων δεν εκπλήρωνε από δική του υπαιτιότητα τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο, συνεχίζει το Εφετείο, από το γεγονός, ιδίως, ότι η λύση της συμβάσεως έργου εξαρτήθηκε από τον όρο αυτό, για να προστατευθεί το δικαίωμα των εργοδοτών ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργολάβου για την έγκαιρη και χωρίς μεγάλη καθυστέρηση εκτέλεση του έργου.

Το ότι δε αυτή ήταν η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει από τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, καθόσον κατά τους κανόνες αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι οι εργοδότες εναγόμενοι θα αποδέχονταν να ισχύσει ο πιο πάνω όρος "ως καταγγελία της σύμβασης" με την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ, οπότε στην περίπτωση αυτή θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να καταβάλουν ολόκληρη τη συμφωνηθείσα αμοιβή, κατά την περίπτωση που ο εργολάβος από υπαιτιότητά του καθυστερούσε την εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου.

Η κρίση αυτή ενισχύεται, επίσης, και από τα ισχύοντα στις συναλλαγές τέτοιου είδους, όπου τέτοιοι όροι έχουν πάντοτε την έννοια της συμβατικής υπαναχώρησης κι όχι της καταγγελίας της συμβάσεως του έργου κατά το άρθρο 700 του ΑΚ. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων σε εκτέλεση του πιο πάνω εργολαβικού έλαβε την υπ' αριθ. ......

άδεια ανέγερσης οικοδομής της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, αμέσως δε μετά την παράδοση σε αυτόν του οικοπέδου το μήνα Ιούλιο του 1991 προέβη σε κατεδάφιση του υπάρχοντος σε αυτό παλαιού κτίσματος και στη συνέχεια στην έναρξη των εργασιών οικοδομήσεως με τη χάραξη και θεμελίωση της οικοδομής το μήνα Αύγουστο του 1991.

Η θεμελίωση της οικοδομής έγινε από συνεργεία του εργολάβου κατά παράβαση των όρων της οικοδομικής αδείας, όταν δε η οικοδομή έφθασε στο στάδιο της τοιχοποιίας και οι παραβάσεις αυτές έγιναν αντιληπτές από τους εργοδότες εναγόμενους, οι τελευταίοι απαίτησαν από τον εργολάβο, είτε να προβεί στην κατεδάφισή τους, είτε να εκδώσει νέα τροποποιητική άδεια για νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών του.

Συγκεκριμένα, οι παραβάσεις αυτές αφορούσαν : 1) μία μικρή αύξηση της αντιπαροχής των εναγομένων, εμβαδού 10 μ2 περίπου, 2) τη μείωση των εξωστών των διαμερισμάτων της αντιπαροχής, 3) τη δημιουργία ακάλυπτου χώρου στο ισόγειο της οικοδομής εμβαδού 25,43 μ2, στον οποίο όμως δημιουργούμενο κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής δεν υπήρχε δυνατότητα προσπελάσεως παρά μόνο στο κατάστημα του εργολάβου, και 4) την οργάνωση του μεσοπατώματος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, αντί να εξυπηρετεί, λόγω της ιδιότητάς του ως κοινόχρηστου, τις ανάγκες φωτισμού του κλιμακοστασίου, να πρόκειται ουσιαστικά για περίκλειστο χώρο, που μπορούσε έτσι να μετατραπεί σε διαιρεμένη ιδιοκτησία.

Κατόπιν αρνήσεως του ενάγοντος να συμμορφωθεί με το υπ' αριθ. ....... σήμα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης διατάχθηκε η διακοπή κάθε οικοδομικής εργασίας στο επίδικο ακίνητο. Μέχρι τον Ιούλιο του 1992 ο εναγόμενος ουδέποτε προέβη σε κατάθεση σχετικής αίτησης προς το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο για την έκδοση νέας τροποποιητικής άδειας, παρόλο δε που παρήλθε το ανώτατο χρονικό σημείο των έξι (6) μηνών που είχε συμφωνηθεί, ότι αν διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες από υπαιτιότητα του εργολάβου επί εξάμηνο, θα εργοδότες εναγόμενοι θα είχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση αυτή, αυτός δεν εκπλήρωσε την ως άνω συμβατική του υποχρέωση από υπαιτιότητα του, καταστάς έτσι υπερήμερος, με συνέπεια να εξαναγκαστούν οι εργοδότες, ασκώντας το πιο πάνω δικαίωμά τους, να υπαναχωρήσουν από την εργολαβική σύμβαση με την επίδοση στον εργολάβο στις 7.7.1992 της σχετικής από 3.7.1992 εξώδικης δήλωσής τους, με αποτέλεσμα την αναδρομική διάλυση της σύμβασης αυτής.

Και κατέληξε το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκρινε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος εργολάβου, ότι η καθυστέρηση των οικοδομικών εργασιών οφειλόταν σε υπαιτιότητα των οικοπεδούχων, ότι με τα δεδομένα αυτά ο εργολάβος δεν έχει αξιώσεις μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, υπαναχώρηση των οικοπεδούχων από τη μεταξύ τους σύμβαση, για τη μεταβίβαση σε αυτόν των διαιρετών χώρων της οικοδομής, τους οποίους είχε συμφωνηθεί να λάβει ως εργολαβική αμοιβή του.

Με τις σκέψεις δε αυτές, έκρινε ως κατουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, που είχε ως αίτημα την προαναφερόμενη μεταβίβαση, απορρίπτοντας την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κρίνοντας ειδικότερα, ερμηνεύοντας το σχετικό συμβατικό όρο και εκτιμώντας ανελέγκτως το υπ' αριθ. ......

εργολαβικό συμβόλαιο, το οποίο ρητώς μνημονεύει, ότι το συμβατικό δικαίωμα των οικοπεδούχων να κηρύξουν έκπτωτο τον εργολάβο ήταν δικαίωμα συμβατικής υπαναχωρήσεως και δεν είχε χαρακτήρα καταγγελίας της εργολαβικής συμβάσεως και ότι, εφόσον η υπαναχώρηση ήταν συμβατική, δεν είχαν υποχρέωση οι εργοδότες να τάξουν στον εργολάβο προθεσμία κατ' άρθρο 383 του ΑΚ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389 και 397 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε, ούτε των άρθρων 383 και 700 του ΑΚ, που δεν εφήρμοσε.

Επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ερμηνεύοντας τον επίμαχο συμβατικό όρο, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ανωτέρω Κώδικα, αφού παρέθεσε στην απόφασή του, σαφώς και με επάρκεια, τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών, που καθιστούν δυνατό το αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, ενώ και το παραπάνω συμπέρασμά του είναι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την έννοιά τους, όπως αυτή αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τέταρτος από τους αριθ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

3. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Παραμόρφωση, με την έννοια της πιο πάνω διάταξης, είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ερμηνεύοντας τον 8ο όρο του εργολαβικού συμφωνητικού, πως το πιο πάνω συμβατικό δικαίωμα των οικοπεδούχων ήταν δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και όχι καταγγελίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού, παραλείποντας να αναγνώσει και τους 5ο, 7ο και 11ο όρο, οι οποίοι διαλαμβάνουν, ο πρώτος ότι "η διαφωνία που τυχόν θα προκύψει σχετικά με την τήρηση ή την ερμηνεία των όρων του συμβολαίου αυτού θα λύνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων", ο δεύτερος για την προθεσμία έναρξης και παράδοσης του έργου, για τις συναφείς υποχρεώσεις του εργολάβου με τους διάφορους χρονικούς περιορισμούς και τα αντίστοιχα δικαιώματα των οικοπεδούχων, και ο τρίτος ότι "κανείς από τους συμβαλλόμενους δεν μπορεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις του ...

για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, καθώς και για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 178, 179 και 388 ΑΚ ...", ενώ με το να δεχθεί, ότι βαρύνει τον αναιρεσείοντα υπαιτιότητα για τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, παραμόρφωσε, αφού δεν την ανέγνωσε, και τη σχετική για την αναθεώρησή της επισημείωση στην υπ' αριθ. ........

οικοδομική άδεια, η οποία (αναθεώρηση) υλοποιήθηκε στις 26.8.1992, αλλά η προς τούτο σχετική αίτηση, με αριθμό πρωτοκόλλου ....... είχε υποβληθεί το έτος 1991, δηλαδή προς της παρόδου έξι (6) μηνών, οπότε οι οικοπεδούχοι δικαιούνταν να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμά τους. Όμως, από το ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι "στο εργολαβικό συμβόλαιο προβλέφθηκε ...

και ο εξής όρος", προκύπτει σαφώς από τα τεθέντα αποσιωπητικά, ότι το Εφετείο ανέγνωσε και τους λοιπούς όρους του. Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως του ότι οι όροι αυτοί, καθώς και η υπάρχουσα στην υπ' αριθ. ...... οικοδομική άδεια επισημείωση για την αναθεώρησή της, κατ' ορθή εκτίμησή τους, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, αφού πρόκειται για αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), δεν ήταν κρίσιμοι για τα αποδεικτέα γεγονότα, για το αν δηλαδή η κήρυξη ως έκπτωτου του εργολάβου οφειλόταν σε υπαιτιότητά του και αν το συμβατικό αυτό δικαίωμα των οικοπεδούχων ήταν δικαίωμα συμβατικής υπαναχωρήσεως από την εργολαβική σύμβαση ή δικαίωμα καταγγελίας της, πάντως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από τις αναφερθείσες παραδοχές του, μόρφωσε την πιο πάνω κρίση του όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από τον πιο πάνω 8ο όρο του εργολαβικού, όπως ακριβώς τον ανέγνωσε, ούτε από την προαναφερόμενη οικοδομική άδεια, αλλά ερμηνεύοντας τον όρο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη και άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 4. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι βαρύνει τον ίδιο υπαιτιότητα για την καθυστέρηση των οικοδομικών εργασιών και ότι η κήρυξή του ως έκπτωτου ήταν υπαναχώρηση και όχι καταγγελία της συμβάσεως, χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει και την από ......

τεχνική έκθεση της επιβλέπουσας μηχανικού του έργου ......, που κατατέθηκε στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης με ημερομηνία ....., από την οποία, όπως διατείνεται, προκύπτει ότι αυτός από το Νοέμβριο του έτους 1991 προσπαθούσε να τροποποιηθεί η οικοδομική άδεια. Όμως, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα" Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το προαναφερόμενο έγγραφο.

Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

5. Επειδή, μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.10.2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.832/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ. -

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ