Legislator Case Law & Legislation
274/2007 AI generated

274/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 274/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

274/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παρά δε το γεγονός ότι η ανωτέρω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 8 του ν. 3038/2002), εν τούτοις η γενόμενη δεκτή με αυτήν αντίθετη προς την κρατούσα άποψη δημιουργεί ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον, η επίλυση του οποίου μπορεί να έχει ως συνέπεια και τη μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ως αντισυνταγματικής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 274 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 274/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8825/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζονται σ' αυτό με σαφήνεια, τόσο οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της αποφάσεως επί του σχετικού θέματος, όσο και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αλλά και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις διατάξεις των άρθρων 7 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, 7 του ν. 1810/1988, όπως τροποποιήθηκε με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1505/1984 εκδοθείσα υπ' αριθ. 2039921/3489/0022/14-6-1981 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 με το να μη στρογγυλοποιήσει στην επόμενη μονάδα το βασικό ημερομίσθιο και το ωρομίσθιο της αναιρεσείουσας για την αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 και την κατά τις Κυριακές και αργίες και πέραν του νόμιμου ωραρίου εργασία της από 1-11-1994 έως 28-2-1999, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, με βάση το περιεχόμενό του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, και όχι και από τον αριθμό 8 περ. β΄ του ίδιου άρθρου, όπως, αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια όλες οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της αποφάσεως επί του σχετικού θέματος, από τις οποίες να προκύπτει ότι δεν έγινε στρογγυλοποίηση στην επόμενη μονάδα, όπου αυτή προβλέπεται στο νόμο, χωρίς να αρκεί η απλή αναφορά α) των συνολικών (χωρίς άλλη περαιτέρω ειδικότερη διάκριση) χρηματικών ποσών, που δέχτηκε το Εφετείο για τις δικαιούμενες αποδοχές, τις προσαυξήσεις λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες και για την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας, και β) των λοιπών (εντελώς αποσπασματικά, μεμονωμένα και δειγματοληπτικά) παρατιθέμενων παραδοχών που αναφέρονται στο λόγο αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι στρογγυλοποίηση στην επόμενη μονάδα προβλέπεται από το άρθρο 7 της υπ' αριθ. 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών μόνο για τα ποσά που προκύπτουν από τον καθορισμό των ποσοστών λόγω τριετιών και επιδόματος γάμου, από τον προσδιορισμό των ημερομισθίων των μαθητευομένων εργατοτεχνιτών και από το ποσοστό, κατά το οποίο θα αυξάνονται οι αποδοχές των μισθωτών για την εφαρμογή της Α.Τ.Α. 2. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι από τις επίδικες αξιώσεις της ανιαρεσείουσας εκείνες που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-12-1994 είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1 εδ.

α΄ του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950 (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην τελευταία Σύμβαση, 518 παρ. 2 (το οποίο αφορούσε τη συμφωνία μη ευθύνης του πωλητή και έχει ήδη καταργηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3043/2002) και 250 αριθ. 17 του ΑΚ, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." , ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Ν.Π.Δ.Δ., που συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Το Τμήμα τούτο έχει την άποψη ότι η θέσπιση της παραγραφής αυτής, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρα 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, 289 Κ.Ι.Ν.Δ., αντίστοιχα) και μικρότερος από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ν. δ/τος χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων των Ν.Π.Δ.Δ., στην οικονομική κατάσταση των οποίων συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Περαιτέρω, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων δεν προσκρούει στην έχουσα υπερνομοθετική ισχύ, με βάση το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950 (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε και αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην τελευταία Σύμβαση, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν μεν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους (ΑΠ 450/2003, 659/2003, 1449/2002, πρβλ.

Ολ ΑΠ 11/2003). Ήδη όμως με την υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος και του ν. 3038/2002 Ειδικού Δικαστηρίου έγινε δεκτό, ότι η παρόμοια διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", που προβλέπει διετή παραγραφή των απαιτήσεων για αποδοχές ή αποζημιώσεις των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4-11-1950 (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.

Παρά δε το γεγονός ότι η ανωτέρω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 8 του ν. 3038/2002), εν τούτοις η γενόμενη δεκτή με αυτήν αντίθετη προς την κρατούσα άποψη δημιουργεί ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον, η επίλυση του οποίου μπορεί να έχει ως συνέπεια και τη μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ως αντισυνταγματικής.

Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β΄ του ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στο σύνολό του στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επιφυλάσσεται δε το Τμήμα τούτο να αποφανθεί επί των λοιπών συναφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, που δεν ερευνήθηκαν και δη α) επί του από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας για διακοπή της παραγραφής των αναφερόμενων ένδικων αξιώσεων της ίδιας, β) επί του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτου λόγου αναιρε΄σεως για παραβίαση των περί παραγραφής άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 περ. α΄ του ν.δ. 496/1974 και γ) επί του από τους αριθμούς 1 και 8 περ.

β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτου λόγου αναιρέσεως για παραβίαση των στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενων διατάξεων, εξαιτίας αφενός της απορρίψεως σιωπηρώς του αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, όπως αυτό είχε περιοριστεί, για αναγνώριση της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου για καταβολή τόκων από την επίδοση της ένδικης αγωγής αναφορικά με το ποσό που αναγνωρίστηκε ότι οφείλεται και αφετέρου της μη λήψεως υπόψη του σχετικού αγωγικού αιτήματος (όπως αυτό είχε περιοριστεί), αντιστοίχως, μετά την έκδοση της επί του παραπεμπόμενου (1ου) λόγου αναιρέσεως αποφάσεως της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (βλ.

σχ. Την παρόμοια ΑΠ 538/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως. Και

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αιτήσεως της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 8825/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ