Legislator Case Law & Legislation
274/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equal treatment principle, ruling voluntary benefits exempt from equal pay rules if employer has discretion.

Case Number 274/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a bonus entitlement. The appellant argued that excluding him from a voluntary bonus violated the principle of equal treatment under Article 288 of the Civil Code and EU law. The court held that because the bonus was a voluntary employer initiative rather than a statutory obligation, the employer could lawfully exclude the appellant based on his specific employment category and history.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288 of the Civil Code; Articles 22(1)(b) of the Constitution and 119 of the EEC Treaty; Article 4(1) of the Constitution: A voluntary employer benefit does not violate the principle of equal treatment if the employer, acting in good faith, justifiably excludes employees from the same category based on objective criteria such as employment status or history.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment voluntary employer benefit discretionary bonus employment status distinction good faith exception Civil Code Article 288 Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 119 of the EEC Treaty
Article 4(1) of the Constitution
Articles 2, 4, 5 and 42 of the DEH Personnel Status Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 274 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 274/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.

Της αναιρεσίβλητης : Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1860/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6882/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 10 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 25 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ.1εδ. β΄ του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί από αυτή άλλους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, με τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά την αρχή της ισότητας (άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 2, 4, 5 και 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπάγεται μόνο στις αναφερόμενες στο άρθρο 42 του κανονισμού διατάξεις των άρθρων 10, 11, 15, 17 ,18 και 19, κατά τα λοιπά δε οι σχέσεις του με την επιχείρηση διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η πρόσληψη του προσωπικού αυτού γίνεται με έγγραφη σύμβαση και στην περί προσλήψεως απόφαση του Γενικού Διευθυντή καθορίζονται το είδος της απασχολήσεως και ο μισθός, όπως επίσης το έργο για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνεται. Το προσωπικό της ΔΕΗ, πλην των αποφοίτων των Σχολών Μαθητείας και Ταχυρρύθμου Εκπαιδεύσεως αυτής, προσλαμβάνεται πάντοτε ως έκτακτο και με απόφαση του Γενικού Διευθυντή αυτής, μετά από πρόταση της ιεραρχίας, εντάσσεται, μετά από δοκιμαστική περίοδο, στο τακτικό προσωπικό, σε μισθολογικά κλιμάκια της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, το δε Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αποφασίζει την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας.

Το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, επίσης υποδιαιρούμενες σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, για την πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν η ΔΕΗ προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε εργαζομένους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της και εξαιρεί από αυτή το έκτακτο προσωπικό, εφόσον οι δύο αυτές κατηγορίες προσωπικού δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό κατέχουν οργανική θέση και διέπονται από διαφορετικό -σε σχέση με το έκτακτο προσωπικό- υπηρεσιακό καθεστώς, τόσο ως προς την υπηρεσιακή εξέλιξη, όσο και ως προς τη μισθολογική κατάσταση και τον τρόπο προσδιορισμού της.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσλήφθηκε στις 15.7.1993 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ως έκτακτος και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής τη 1.1.1998 με την ειδικότητα του επιμελητή (ΔΟ2/Α) του διοικητικοοικονομικού κλάδου (κατηγορία "λοιποί διοικητικοοικονομικοί").

Για το τακτικό προσωπικό του ίδιου κλάδου και της ίδιας κατηγορίας προβλέπεται η ειδικότητα των καταμετρητών-εισπρακτόρων (ΔΟ2/Β). Το προσωπικό αυτό της εναγομένης, που ανήκει στην αμέσως παραπάνω ειδικότητα, ασχολείται με την καταμέτρηση των ενδείξεων ηλεκτρικής ενέργειας των μετρητών των καταναλωτών.

Η εναγομένη όμως αναθέτει την εργασία αυτή και σε άλλους εργαζομένους της, που δεν ανήκουν στον παραπάνω κλάδο ή κατηγορία ή ειδικότητα. Έτσι στον ενάγοντα, από της προσλήψεώς του στις 15.7.1993, ανέθεσε καθήκοντα καταμετρητή στη Διεύθυνση Περιφέρειας Αττικής (Πρακτορείο Αθηνών), τα οποία συνεχίζει αυτός να εκτελεί έκτοτε με πλήρη απασχόληση, προβαίνοντας στην καταμέτρηση των ενδείξεων ηλεκτρικής ενέργειας, όπως και οι λοιποί συνάδελφοί του του ίδιου κλάδου και της ίδιας κατηγορίας.

Το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, έχοντας αρμοδιότητα κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, χωρίς νομική ή συμβατική υποχρέωση, χορήγησε, με τις 209/7.8.1975 και 221/28.7.1977 αποφάσεις του, ειδικό επίδομα φύσεως εργασίας (επίδομα καταμετρήσεως) σε όλους τους απασχολούμενους με καθήκοντα καταμετρήσεως, τακτικούς μισθωτούς της, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο, με την 337/15.12.1977 απόφασή του, αύξησε σε 25% και όρισε ότι θα καταβάλλεται ολόκληρο μόνο σε όσους απασχολούνται κατά κύριο λόγο (ποσοστό δηλαδή άνω του 51%), με καθήκοντα καταμετρητή, άλλως μόνο για τις ημέρες πραγματικής απασχολήσεως με αυτά τα καθήκοντα και κατάργησε την προηγούμενη 221/28.7.1977 απόφασή του.

Τέλος, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, κατά τη συνεδρίασή του της 3.1.1980, με την 4/3.1.1980 απόφασή του, η οποία δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ούτε επικυρώθηκε με υπουργική απόφαση, ανακαθόρισε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του ειδικού επιδόματος φύσεως εργασίας καταμετρητών. Ειδικότερα, όρισε ότι οι απασχολούμενοι σε καθήκοντα καταμετρήσεως, κατά ποσοστό τουλάχιστον 51% μηνιαίως, καταμετρητές-εισπράκτορες (της ειδικότητας Δ02/Β), θα λαμβάνουν το επίδομα αυτό σε ποσοστό 25% επί του βασικού τους μισθού και ότι από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής (1.2.1980) παύει να ισχύει η προηγούμενη 337/15.12.1977 σχετική απόφαση.

Με την προαναφερόμενη 4/3.1.1980 απόφαση το παραπάνω επίδομα χορηγήθηκε μόνο στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, που ανήκει στην ειδικότητα των καταμετρητών- εισπρακτόρων (Δ02/Β), με την προϋπόθεση ότι θα ασχολείται, κατά ποσοστό τουλάχιστον 51%, σε καθήκοντα καταμετρήσεως και πράγματι καταβλήθηκε σε εργαζομένους της εναγομένης, που πληρούσαν τις παραπάνω προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και στους ..., ...

και ... . Είναι προφανές ότι το επίδομα αυτό, που αποτελεί οικειοθελή παροχή της εναγομένης, χαρακτηριζόμενο ως ειδικό επίδομα φύσεως εργασίας, προορίζεται ειδικά για όσους από το τακτικό προσωπικό της εναγομένης ασχολούνται πράγματι με την καταμέτρηση των ενδείξεων ηλεκτρικής ενέργειας των μετρητών των καταναλωτών, τουλάχιστον κατά ποσοστό 51% και σκοπός της χορηγήσεώς του είναι η εξισορρόπηση των συνθηκών, που συνεπάγεται η εκτέλεση της εργασίας αυτής.

Μοναδικό, δηλαδή, κριτήριο για τη χορήγηση του είναι η παροχή της εργασίας του καταμετρητή κατά το προαναφερόμενο ποσοστό. Στην κατηγορία αυτή των εργαζομένων της εναγομένης ανήκουν και αυτοί, που υπάγονται στο τακτικό προσωπικό αυτής και απασχολούνται με την καταμέτρηση, χωρίς όμως να ανήκουν στηνειδικότητα των καταμετρητών-εισπρακτόρων (Δ02/Β),όπως ο ενάγων, ο οποίος, από 1-1-1998 ανήκει στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης και ασχολείται κατά πλήρη απασχόληση (ποσοστό 51% μηνιαίως) με την καταμέτρηση.

Επομένως, δεν δικαιολογείται η εξαίρεσή του από τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, που παρέχεται για τον προαναφερόμενοσκοπό, αφού και αυτός ανήκει στο τακτικό προσωπικό τηςεναγομένης και τόσο η εργασία του όσο και οι συνθήκεςπαροχής της είναι ακριβώς όμοιες με την εργασία και τιςσυνθήκες παροχής της των απασχολουμένων στα ίδια έργα,αλλά που έχουν ενταχθεί κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ στονδιοικητικοοικονομικό κλάδο (κατηγορία "λοιποί διοικητικοοικονομικοί") με την

ειδικότητα των καταμετρητών-εισπρακτόρων (Δ02/Β), για τους οποίους προβλέφθηκε αυτό με την παραπάνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ενόψει του ότι ο λόγος, που υπαγόρευσε τη χορήγησή του, συντρέχει και στο πρόσωπο του ενάγοντος, ανεξαρτήτως αν αυτός έχει ενταχθεί στον ίδιο μεν κλάδο και κατηγορία, αλλά σε άλλη ειδικότητα.

Με βάση αυτά το Εφετείο έκρινε ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ο αναιρεσείων δικαιούται το προαναφερόμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 (που εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης) μέχρι τις 31.12.1998, όχι όμως και για το από της προσλήψεώς του (15.7.1993) μέχρι τις 31.12.1997 διάστημα, για το οποίο δεν εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αφού αυτός δεν ανήκε τότε στο τακτικό προσωπικό (στο οποίο και χορηγήθηκε το παραπάνω επίδομα με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις), αλλά στο έκτακτο, το οποίο διέφερε από το τακτικό, όχι μόνον ως προς την υπηρεσιακή εξέλιξη, αλλά και ως προς τη μισθολογική κατάσταση και τον τρόπο προσδιορισμού της, που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό του ένδικου επιδόματος.

Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, αφού, υπό τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, η διαφορετική κατηγορία στην οποία υπάγεται το τακτικό από το έκτακτο προσωπικό της αναιρεσίβλητης -και όχι απλώς ο διαφορετικός χρόνος προσλήψεως του προσωπικού κάθε κατηγορίας- δικαιολογούσε κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στο τακτικό προσωπικό.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.9.2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 6882 /2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Iανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ