Supreme Court allows appeal on marital property claim, ruling it barred by limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision, which had dismissed the respondent's claim for participation in marital assets. The court found that the respondent's claim had expired due to the two-year limitation period established by Article 1401 of the Civil Code. Consequently, the court set aside the lower court's judgment, accepted the appellant's appeal, and ordered the dismissal of the respondent's lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1401, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 179 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: When a final judgment is appealed and the appellate court finds that the underlying claim has been barred by the limitation period, the appeal is admissible and the original judgment must be set aside, resulting in the dismissal of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 273 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρμπούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Φ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Άρι Μαστρογιάννη και Νεκτάριο - Γεώργιο Κατσίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 267/2014 μη οριστική και 229/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη από ...2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 229/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την από ...2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχτηκε κατ'ουσία την από ...2011 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 44/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από ...2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος περί συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου, ως προς την επικουρική βάση της (την στηριζόμενη στον τεκμαρτό υπολογισμό) και δικάζοντας επί της αγωγής δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως προς την ίδια (επικουρική) βάση και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 214.500 ευρώ νομιμοτόκως.
Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αναίρεσης, συμπροσβάλλεται, με την άνω με αριθ. 229/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και η με αριθ.267/2014 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου(άρθ.553 παρ.2 ΚΠολΔ), με την οποία, έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να εμφανισθούν οι διάδικοι και να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις επί των αναφερομένων θεμάτων, κατ'άρθρο 270 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την κατάργησή του με το Ν.4335/2015.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ.1 και 2 και 1401 εδ.γ' ΑΚ συνάγεται ότι, η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται, όταν λυθεί ή ακυρωθεί ο γάμος ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου (ΑΠ 341/2023, 163/2018).
Ειδικότερα, σε περίπτωση λύσης του γάμου, η διετής αυτή παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που έλυσε τον γάμο (ΑΠ 1603/2022,AΠ 43/2015). Στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (άρθρο 251 ΑΚ), δηλαδή, από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων.
Εφ' όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (άρθρα 256 αρ. 1 ΑΚ, 1381,1438, βλ.AΠ 341/2022,AΠ 172/2023,ΑΠ 1314/2015, ΑΠ 1502/2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής (άρθρο 257 ΑΚ). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 781/2014).
Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ). Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής: "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διακοπτόταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Σύμφωνα με τον σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε διότι ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 ΑΚ επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι` αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου. Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ.
οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης τους, αποδοχής της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της απόφασης, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (άρθρο 293 ΚΠολΔ), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρα 294-297 ΚΠολΔ) οπότε, στην παραίτηση από το δικόγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 263 ΑΚ.
Από τον συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" (ΑΠ 1603/2022).
Στην παραπάνω διάταξη του νέου άρθρου 261 ΑΚ περιέχεται διάταξη διαχρονικού δικαίου (παρ. 3 αυτού), στην οποία ρυθμίζεται η εν επιδικία παραγραφή εκκρεμών δικών. Ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας διάταξης στις εκκρεμείς δίκες τίθεται να μην έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ενώ δεν τίθεται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, να μην έχει ήδη επέλθει εν επιδικία, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013 (20-3-2013) η παραγραφή της αξίωσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε προηγουμένως.
Έτσι, με τη διάταξη αυτή, της παραγράφου 3 του άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της, εισάγεται εξαίρεση από τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου των παραγραφών, που θεσπίζεται με το άρθρο 18 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του".
Όμως, η εφαρμογή της νέας διάταξης και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε, θα οδηγούσε, μέσω της αναδρομικής αυτής επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής, στην αναβίωση της παραγεγραμμένης απαίτησης και στην επαναφορά αυτής στην αρχική και πλήρη μορφή της, ενώ ήδη αυτή, λόγω της παραγραφής, υφίσταται μόνο ως φυσική ή ατελής ενοχή.
Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της διαμορφωμένης περιουσιακής κατάστασης των μερών και την ανατροπή των δημιουργημένων με την επελθούσα παραγραφή νομικών καταστάσεων, περαιτέρω δε την περιέλευση του οφειλέτη σε δυσμενή θέση, αφού θα επέφερε την απώλεια του κεκτημένου με τη συμπληρωθείσα παραγραφή δικαιώματός του να αρνηθεί την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ), κλονίζοντας τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της, διαμορφωμένης με την παραγραφή, νομικής κατάστασης.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση αντίκειται στην αρχή του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, που απορρέει ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Εξάλλου, με τη νέα διατύπωση του άρθρου 261 ΑΚ, ο νομοθέτης σκοπό είχε να καλύψει, εκτός από τις υποθέσεις που θα καταστούν μελλοντικά επίδικες (παρ. 1 και 2) και εκείνες που είναι εκκρεμείς (παρ. 3) και που επίσης κινδυνεύουν να παραγραφούν μετά τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης, αν εξακολουθούσε να ισχύει γι' αυτές το άρθρο 261 ΑΚ, στην αρχική του διατύπωση (ΟλΑΠ 7/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται τόσο στην προσβαλλόμενη 229/2018 απόφαση, όσο και στην συμπροσβαλλόμενη 267/2014 μη οριστική απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 και 3 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013,την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, τόσο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, όσο και με τις εφετειακές προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ένσταση παραγραφής εν επιδικία της ένδικης αξίωσης της τελευταίας περί συμμετοχής της στα αποκτήματα γάμου, παρά το γεγονός ότι αυτή (αξίωση) είχε υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία πριν από τις 20-3-2013, οπότε άρχισε να ισχύει το τροποποιηθέν άρθρο 261 ΑΚ, και ειδικότερα είχε υποπέσει σε παραγραφή πριν από την κατάθεση της έφεσης της αναιρεσίβλητης στις ...2011, καθόσον από την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης (εκκαλουμένης) στις ...2009, η οποία ως διαδικαστική πράξη επέφερε νέα διακοπή της διετούς παραγραφής, μέχρι την κατάθεση της έφεσης, παρήλθε διετία, η οποία είχε συμπληρωθεί στις ...2011, χωρίς μέχρι τότε να λάβει χώρα οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου η οποία να διακόψει εκ νέου την παραγραφή.
Ο ως άνω περί παραγραφής εν επιδικία ισχυρισμός του αναιρεσείοντος παραδεκτά προβλήθηκε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου. Τούτο δε, διότι, ο ισχυρισμός αυτός προέκυψε μετά την έκδοση της 44/2009 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το οποίο κατά την διάταξη του άρθρου ένατου του 1 του ν.4335/2015 έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του ως άνω νόμου, εφόσον η κατάθεση της ένδικης έφεσης έγινε στις ...2011,ήτοι πριν από την έναρξη εφαρμογής, την 01.01.2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης του ν.4335/2015,σε συνδυασμό με το άρθρο 269 του ως άνω Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 2 αυτού με το άρθρο 27 του ν.3994/2011 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή κατά τις μεταβατικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72 παρ.2 και 4 του ίδιου νόμου (3994/2011), εφόσον τόσο η αγωγή, όσο και η έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ασκήθηκαν πριν από την 25.7.2011, έναρξη ισχύος του ν.3994/2011(ΑΠ 468/2022, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 248/2014), ήτοι η μεν αγωγή ασκήθηκε στις ...2007 η δε έφεση στις ...2007.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην κατ'έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή ισχυρισμών, όπως είναι και η ένσταση παραγραφής εν επιδικία, μόνο αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σε αυτές εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 664/2021, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 105/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.β' του άρθρου 269 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατ'εξαίρεση, η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ'έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί προέκυψαν μεταγενέστερα (ΑΠ 9/2024, ΑΠ 1272/2021).
Επι πλέον το γεγονός ότι ο περί παραγραφής εν επιδικία ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ως οψιγενής παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ'έφεση δίκη, διευκρινίζεται ρητά, ως έδει στο αναιρετήριο (ΑΠ 493/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 201/2017), με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οπότε είναι σαφής και ορισμένος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της συμπροσβαλλόμενης 267/2014 μη οριστικής απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την με αριθμό 1356/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας η οποία κατέστη αμετάκλητη στις ...2007 και η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις ...2007.
Επομένως, η αγωγική αξίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), η παραγραφή της οποίας άρχισε την επομένη της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στις ...2007 δεν έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή, καθόσον κατ'αρθ.261 ΑΚ έχει διακοπεί με την άσκηση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό θα αρχίσει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Όπως προεκτέθηκε υπάρχει ρητή διάταξη ότι τούτο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως εφόσον υπάρχει κατά τα ανωτέρω ρητή διάταξη (ΑΚ 261 παρ.3) και δεν παραβιάζονται συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα, η ένσταση παραγραφής, η οποία ...παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο ως λόγος έφεσης...πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 229/2018 απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ίδιο (ερευνώμενο) αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Εξάλλου με σχετικό λόγο εφέσεως ο εναγόμενος - εκκαλών (αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα παραγράφεται δύο έτη μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου και διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, όπως και πράγματι συνέβη εν προκειμένω, όμως μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την ...2009 επήλθε παραγραφή εν επιδικία .
Ο λόγος αυτός της εφέσεως ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθμ. 267/2014 απόφασή του και δεν κρίνεται ορθή η ανάκληση της αποφάσεως αυτής ως προς το σημείο αυτό διότι σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ.1 ΑΚ "την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης", ενώ με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου " Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) ένσταση της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, ως προς την ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο αναιρεσείων, παραδεκτά κατ' άρθρο 527 αρ.1 (ως εφεσίβλητος) και 5 (ως εκκαλών) του ΚΠολΔ, ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης άρχισε την επομένη της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στις ...2007, διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, στις ...2007, και επομένως δεν έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή, καθόσον η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 και 3 του ΑΚ, (σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 1401 εδ.γ του ΑΚ), τις οποίες παραβίασε ευθέως, αφού, υπό τις παραδοχές της συμπροσβαλλόμενης και της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης περί συμμετοχής της στα αποκτήματα γάμου, είχε υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, πριν από τις 20-3-2013, οπότε άρχισε να ισχύει το τροποποιηθέν άρθρο 261 ΑΚ, ήτοι η παραγραφή άρχισε την επομένη της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στις ...2007,διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, στις ...2007 και μετά από διακοπές κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων άρχισε και πάλι να τρέχει την επομένη της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι στις ...2009, η οποία ως διαδικαστική πράξη επέφερε νέα διακοπή της διετούς παραγραφής, η οποία συμπληρώθηκε στις ...2011,χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και συνεπώς η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης είχε ήδη υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 1401 εδ.γ του ΑΚ όταν ασκήθηκε η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία κατατέθηκε στις ...2011.
Ως εκ τούτου, η αγωγή της ήταν απορριπτέα ως παραγεγραμμένη. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Στο Εφετείο ο αναιρεσείων (εναγόμενος), με σχετικό λόγο έφεσης ως εκκαλών, αλλά και με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος, πρότεινε τον ισχυρισμό ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για συμμετοχή της στα αποκτήματα γάμου έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας έχει πράγματι υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία. Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την παρούσα αναιρετική δίκη λόγω του δυσερμήνευτου των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν, για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 229/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
-Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
-Δέχεται κατ' ουσία την από ...2011 με αριθμ. καταθ. …/2011 έφεση του αναιρεσείοντος.
-Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 44/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
-Απορρίπτει την από ...2007 και με αριθμό καταθ. …/2007 αγωγή.
-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης.
-Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ