Legislator Case Law & Legislation
273/2024 AI generated

273/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 273/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1682/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 703/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2022 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

273/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του Α.Κ., ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος.

Keywords

AI generated
unlawful entry domicile housing law doorstep selling rights of landlord home care services
AI generated
1721/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
968/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
538/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1586/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1726/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 21-7-2016 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-12-2018 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 273 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 273/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Φ. του Κ.-Σ., κατοίκου Χ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μαργωμένο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ρ. του Α., 2) Α. - Ζ. Ρ. του Ι., κατοίκων Χ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αθανασά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1682/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 703/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 01-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 703/2022, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση της ήδη αναιρείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 1682/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-12-2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να αναγνωρισθούν, ο μεν πρώτος από αυτούς επικαρπωτής, η δε δεύτερη ψιλή κυρία του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους το αποδώσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 του Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στο χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του Α.Κ., ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 810 του Α.Κ. προς αυτήν του άρθρου 816 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύεται με καταγγελία από τον χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 του Α.Κ.), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (Α.Π. 1133/2018, Α.Π. 449/2014, Α.Π. 1913/2008, Α.Π. 1779/1995).

Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης (Α.Π. 1133/2008).

Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επόμ., 980, 982, 984§ 1, 987 και 998 του Α.Κ., σε περίπτωση άρνησης του χρησαμένου να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του (Α.Π. 793/2021, Α.Π. 1358/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις, περί δικαίου και ηθικής, αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1740/2012).

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 91/2011). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 191/2013, 1126/2013).

II. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011).

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας της.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό 22.060/8.3.2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ροντογιάννη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ 661 αρ. 325), ο πρώτος ενάγων απέκτησε από τη Β.

Ρ. λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Δ1 και Δ2 διαμερισμάτων, τα οποία είναι όμορα και βρίσκονται στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας κείμενης στη Βάρκιζα Αττικής, στη συμβολή των οδών Ά. και Ξ. Δ. αρ. 4, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με το ν.δ. 1024/1971 δυνάμει της υπ' αρ. 20.838/1972 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρίου Κάραλη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ. 250 αρ. 447), όπως ισχύει τροποποιηθείσα με τις με αριθμούς 23.120/1973 και 25.763/1973 πράξεις του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ. 269 αρ. 66 και τομ. 271 αρ. 438 αντίστοιχα).

Ειδικότερα, η υπό στοιχ. στοιχεία Δ-1 οριζόντια ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 73,56 τ.μ. ποσοστό συνιδιοκτησίας 68/1000, αποτελείται δε από τρία κύρια δωμάτια, χωλλ, διάδρομο, κουζίνα, λουτρό και εξώστες στην οδό Ά. και Ξ. Δ.. Εμφαίνεται στο από 10 Μαρτίου 1972 σχεδιάγραμμα κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Κ./vou Π., που προσαρτάται στην υπ'αρ. 20.838/1972 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Καραλή και συνορεύει βόρεια με πρασιά οδού Ά., ανατολικά με ακάλυπτο χώρο, κεντρικό κλιμακοστάσιο, το πλατύσκαλο ορόφου και το υπό στοιχ. Δ2 διαμέρισμα, νότια με το υπό στοιχ. Δ2 διαμέρισμα, με το κεντρικό κλιμακοστάσιο και με πρασιά Ξ. Δ. και δυτικά με πρασιές. Η δε υπό στοιχ. Δ-2 οριζόντια ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 58,43 τ.μ., και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 60/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελείται από δύο κύρια υπνοδωμάτια, χωλλ, διάδρομο, κουζίνα, λουτρό και εξώστη στην οδό Ξ.

Δ.. Εμφαίνεται στο από 10 Μαρτίου 1972 σχεδιάγραμμα κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Κ. Π., που προσαρτάται στην υπ' αρ. 20.838/1972 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Καραλή και συνορεύει βόρεια με διάδρομο, Δ1 διαμέρισμα, με πλατύσκαλο ορόφου, φρεάτιο ανελκυστήρα, ανατολικά με το υπό στοιχ. Δ3 διαμέρισμα, με πλατύσκαλο ορόφου και με φρεάτιο ανελκυστήρα, νότια με πρασιά προς την οδό Ξ.

Δ. και το φρεάτιο ανελκυστήρα και δυτικά με το υπό στοιχ. Δ1 διαμέρισμα και με πρασιά προς την οδό Ξ. Δ.. Τα παραπάνω διαμερίσματα χρησιμοποιούνταν από τη δωρήτρια συνενωμένα ως ένα ενιαίο διαμέρισμα, επικοινωνούσαν δε μέσω μιας μικρής πόρτας. Με το ίδιο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο η δωρήτρια Β. Ρ. παρακράτησε για τον εαυτό της την ισόβια επικαρπία, η οποία αποσβέστηκε με το θάνατό της (...), ώστε ο πρώτος ενάγων κατέστη πλήρης κύριος των παραπάνω διαμερισμάτων.

Εν συνεχεία με το με αριθμό 46.740/28.7.2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κανελλοπούλου - Χρονοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ. 806 αρ. 479), ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα των ως άνω διαμερισμάτων, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία αυτών.

Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό 48.062/22.3.2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κανελλοπούλου - Χρονοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ. 828 αρ. 348), οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη, που είναι θυγατέρα της αδερφής της συζύγου του πρώτου ενάγοντος (ανιψιά εξ αγχιστείας του πρώτου ενάγοντας και πρώτη εξαδέλφη της δεύτερης ενάγουσας), το παραπάνω υπό στοιχεία Δ-1 διαμέρισμα μετά της υπό στοιχ.

Υ-6 οριζόντιας ιδιοκτησίας - αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 3,92 τ.μ. και της υπό στοιχ. Υ-7 οριζόντιας ιδιοκτησίας - αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 5,66 τ.μ.. και προέβησαν σε διαχωρισμό των δύο διαμερισμάτων (που ήταν ένα ενιαίο διαμέρισμα μέχρι τότε) με γυψοσανίδα κατά τρόπο ώστε το βόρειο υπνοδωμάτιο του όμορου Δ-2 διαμερίσματος, να είναι συνενωμένο με το Δ-1 διαμέρισμα.

Ειδικότερα, το εν λόγω δωμάτιο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔ στο συνημμένο στην αγωγή από 12-9-2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Ρ. (πρώτου ενάγοντα), έχει επιφάνεια 12,62 τ.μ, και συνορεύει επί πλευράς ΑΒ μήκους 3,42 μ. με εξώστη του διαμερίσματος Δ2, επί πλευράς ΒΓ μήκους 3,69 μ. με εξώστη του διαμερίσματος Δ1, επί πλευράς ΓΔ μήκους 3,42 μ.

με Δ1 διαμέρισμα και επί πλευράς ΔΑ μήκους 3,69 μ. με το έτερο δωμάτιο του Δ2 διαμερίσματος και με διάδρομο αυτού. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατά τη συμφωνία της με τους ενάγοντες η πώληση στην πραγματικότητα αφορούσε και στο παραπάνω υπνοδωμάτιο, που όμως κατά το χρόνο εκείνο δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί διότι έπρεπε να προηγηθεί η τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, συμφώνησαν ωστόσο ιδιαίτερο τίμημα και για το δωμάτιο αυτό ύφους ...

€ ενώ το τίμημα για το διαμέρισμα ανερχόταν στο ποσό των 150.000 €, καταβλήθηκε δε το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος, ήτοι (150,000 €+ ... € =) 201.000 € κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες της παρέδωσαν άμεσα τη νομή του επίδικου δωματίου και συμφωνήθηκε ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αυτό, θα καταρτίζονταν στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων διαδικασιών.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει εκτύπωση κινήσεων του με αριθμό ... τραπεζικού λογαριασμού, ισχυριζόμενη ότι από την εκτύπωση αυτή προκύπτει ότι στις 20.3.2012 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού ... ευρώ και στις 21.3.2012 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού ... ευρώ. Ωστόσο, από την παραπάνω εκτύπωση προκύπτει ότι αυθημερόν (δηλαδή στις 20.3.2012) έγινε αντιλογισμός του ποσού των ...

ευρώ με το βιβλιάριο, δηλαδή το ποσό αυτό πιστώθηκε και πάλι στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό. Αντίθετα η ανάληψη του ποσού των ... ευρώ στις 21.3.2012 συνάδει με τα αναφερόμενα στο με αριθμό. 48.062/22.3.2012 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ότι το τίμημα ανήλθε στο ποσό των ... ευρώ και καταβλήθηκε α) με κατάθεση ποσού ...

ευρώ στον υπ' αρ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων πωλητών τηρούμενο στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων προς τη συμβολαιογράφο και β) με την καταβολή ποσού ... ευρώ σε μετρητά ενώπιον της συμβολαιογράφου. Πέραν τούτου, ο χρόνος που μεσολάβησε από τις 22.3.2012, οπότε καταρτίστηκε η αγοραπωλησία, έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 2019, που οι ενάγοντες ζήτησαν από την εναγομένη να τους παραδώσει το ένδικο δωμάτιο, είναι ιδιαίτερα μεγάλος για να δικαιολογείται η αδράνεια της εναγομένης να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να περιέλθει το εν λόγω δωμάτιο στην κυριότητά της παρότι μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε καταβάλει εξ ολοκλήρου το συμφωνηθέν τίμημα προς το σκοπό αυτό (δηλαδή τη μεταβίβαση της κυριότητας του δωματίου).

Ενώ δεν καταρτίστηκε ούτε προσύμφωνο ούτε έστω κάποιο ιδιωτικό έγγραφο ανάμεσα στους συμβαλλόμενους που να αποτυπώνει μια τέτοια συμφωνία, όπως θα ήταν αναμενόμενο ενόψει και της παράστασης της εναγομένης με δικηγόρο κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους συγγενικής και κατά το χρόνο εκείνο και φιλικής σχέσης τους.

Επιπρόσθετα η εναγομένη δεν προέβαλε ίδια δικαιώματα όταν οι ενάγοντες με την από 13.9.2019 εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε σε αυτήν με θυροκόλληση αυθημερόν, της ζήτησαν πλέον και γραπτώς (αφού προγενέστερα της είχαν ζητήσει και προφορικώς) να τους αποδώσει το δωμάτιο, μάλιστα δήλωναν ότι για κάθε περίπτωση προβαίνουν και σε καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου (βλ.

την με αριθμό 3114ΣΤ/13.9.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Δημάκη). Σχετικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι καθυστέρησε να απαντήσει επειδή δεν έλαβε γνώση και με τις προτάσεις της επικαλείται την από 16.12.2019 εξώδικη απάντησή της σε συνδυασμό με την με αριθμό 9436/2019 έκθεση επίδοσης, που όμως δεν τα προσκομίζει.

Δεν μπορεί όμως να διαφύγει της προσοχής ότι η οποιαδήποτε τυχόν απάντησή της συνέπεσε χρονικά με την επίδοση σε αυτήν της από 16.12.2019 ένδικης αγωγής (βλ. τη με αριθμό 543Γ/19.12.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μαρίας Στάμου). Τέλος, εκφεύγει της κοινής λογικής η ένορκη κατάθεση της μητέρας της εναγόμενης, Μ.

Φ., που περιλαμβάνεται στα υπ' αρ. 13/2020 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, ότι ο πρώτος ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να επαναγοράσει το ένδικο δωμάτιο αντί τιμήματος ... € ενώ η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το είχε αγοράσει καταβάλλοντας τίμημα ...€. Ενόψει επομένως των όσων προεκτέθηκαν σε συνδυασμό και με τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικνύεται ότι, δεδομένης της τότε υφιστάμενης διαμόρφωσης του πωληθέντος Δ-1 διαμερίσματος, οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγόμενη χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του επιδίκου δωματίου με βάση σύμβαση χρησιδανείου με τη συμφωνία ότι θα το χρησιμοποιεί μέχρι να της ζητήσουν να τους το αποδώσει.

Ακολούθως, το έτος 2019 ήρθαν σε επαφή με κάποιον υποψήφιο αγοραστή, ονόματι Σ. Π., που επιθυμούσε να αγοράσει το υπό στοιχεία Δ2 διαμέρισμα και για το λόγο αυτό επιθυμούσαν την επανένωση του δωματίου με το διαμέρισμα αυτό. Όπως ήδη προεκτέθηκε, οι ενάγοντες αρχικά προφορικώς και στη συνέχεια με την από 13.9.2019 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εναγομένη αυθημερόν, ζήτησαν από αυτήν να τους αποδώσει το ένδικο δωμάτιο, η τελευταία όμως αρνείται.

Ως εκ τούτου έληξε η σύμβαση χρησιδανείου και έκτοτε η εναγομένη κατέχει το επίδικο δωμάτιο χωρίς κανένα δικαίωμα και για αυτό πρέπει να υποχρεωθεί να το αποδώσει στους ενάγοντες. Ορθώς επομένως εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένσταση ιδίας νομής που προέβαλε η εναγομένη και έκανε δεκτή την αγωγή με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, και συνεπώς αφού εν μέρει αντικατασταθεί αλλά και συμπληρωθεί η αιτιολογία του με αυτήν της παρούσας, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.........

Τέλος, εφόσον αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε σύμβαση χρησιδανείου με τις παραπάνω συμφωνίες, δεν καθίσταται καταχρηστική η εκ μέρους των εναγόντων αναζήτηση του δωματίου ανεξαρτήτως του διαδραμόντος χρόνου, καθώς τούτο είναι σύμφυτο με τη σύμβαση αυτή και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι της δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα αναζητήσουν το δωμάτιο.

Ούτε και είναι επαχθείς οι συνέπειες για την εναγομένη ακόμη και εάν είναι αληθής ο ισχυρισμός της ότι υποβλήθηκε σε σημαντικές δαπάνες για την ανακαίνιση του δωματίου λόγω της παλαιότητάς του, αφού όφειλε να αναμένει ότι οι ενάγοντες θα το αναζητούσαν. Ορθώς επομένως κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που προέβαλε η εναγομένη, και αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία του με αυτήν της παρούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), εκ των του οποίων ο πρώτος είναι επικαρπωτής και η δεύτερη ψιλή κυρία του επίδικου ακινήτου, το έτος 2012, δυνάμει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου αορίστου χρόνου, παραχώρησαν στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του επιδίκου.

Ότι καίτοι έληξε η σύμβαση χρησιδανείου με την από 13-09-2019 εξώδικη καταγγελία των εναγόντων, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, η τελευταία αρνείται να τους αποδώσει το επίδικο και συνεχίζει να κατέχει αυτό χωρίς κανένα δικαίωμα. Επίσης δέχθηκε ότι δεν καθίσταται καταχρηστική η εκ μέρους των εναγόντων αναζήτηση του επιδίκου για τους προδιαληφθέντες λόγους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις περί λήξης, λόγω καταγγελίας, της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης χρησιδανείου, (982, 810, 816, 817 ΑΚ), αφού, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν (ως προς τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου) οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της κατάρτισης σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων και της λήξης αυτής.

Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα αρνήθηκε την απόδοση του επίδικου ακινήτου, μετά την από 13-09-2019 καταγγελία από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους της συνδέουσας τους διαδίκους από το έτος 2012 σύμβασης χρησιδανείου και της από αυτήν συνεπαγομένης λήξης της. Όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το μέρος που απορρίπτει την ένσταση αυτή, αφού το Δικαστήριο δεχθέν ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της διάταξης αυτής, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση υπό την εκτιθεμένη στη νομική σκέψη έννοια, αφού, η αναζήτηση χρησιδανεισθέντος πράγματος, ανεξαρτήτως του διαδραμόντος χρόνου και των δαπανών ανακαίνισής του, είναι σύμφυτη με τη σύμβαση χρησιδανείου.

Ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης ότι η δήθεν σύμβαση χρησιδανείου καταρτίσθηκε για αόριστο χρόνο, μέχρι να ζητήσουν οι αντίδικοι μου την απόδοση του επίδικου δωματίου και όχι μέχρι να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου δωματίου σε εμέ ή γιατί δεν υπήρξε εν προκειμένω συμφωνία περί παράδοσης της νομής εν όψει υπογραφής οριστικού συμβολαίου", υπό τα εκτιθέμενο περιεχόμενό του, δεν αναφέρεται σε ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη που να τείνει στην κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αντίθετα αφορά σε αιτιάσεις που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα της απόφασης και συνέχεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ακόμη με τις αιτιάσεις του λόγου αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εκθέτει το γιατί αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα περιστατικά, πράγμα το οποίο όμως δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τούτο δε γιατί ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση, διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 197/2013).

IV. Το άρθρο 562 παρ.3 ΚΠολΔ ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα. Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του (ΑΠ 1678/2008, 996/2010).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη και το αναφερόμενο στον λόγο αυτό έγγραφο και δη την από 16-12-2009 εξώδικη απάντηση της αναιρεσείουσας σε συνδυασμό με την από 9436/2019 έκθεση επιδόσεως αυτής στους αναιρεσιβλήτους, καίτοι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε το έγγραφο αυτό ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη μη νόμιμη προσκόμιση από την αναιρεσείουσα του παραπάνω εγγράφου, αν και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως υπέρ της αναιρεσείουσας, αφού προήλθε από πράξη της ιδίας.

V. Επειδή η διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ θέτει γενικό κανόνα με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αλλά εισάγει και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται. Ο λόγος όμως ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται σ` αυτές τις εξαιρέσεις και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Έτσι, η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, σύμφωνα δηλαδή με τις δικονομικές διατάξεις. Νόμιμα δε θεωρείται ότι έχει προταθεί ο περί αοριστίας σχετικός ισχυρισμός όταν περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και επιπλέον, αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι του Εφετείου, η πρόταση του ισχυρισμού πρέπει να έχει γίνει με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 211/1001, 1114/2002, 1654/2005, 1387/2011). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε άκυρη την αγωγή που ήταν αόριστη, χωρίς να διαλαμβάνει ότι η αιτίαση αυτή προβλήθηκε νόμιμα και στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

VI. Η αρχή της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, μία θεμελιακή αρχή του δικονομικού μας συστήματος, έχει την έννοια ότι δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Η αρχή αυτή, σε επίπεδο αναιρετικού ελέγχου, καλύπτεται από το λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής, της πρωτοβάθμιας απόφασης και της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώρισε τον πρώτο ενάγοντα επικαρπωτή και τη δεύτερη ενάγουσα ψιλή κυρία του επιδίκου, δεχθέν σχετικό αγωγικό αίτημα. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01-07-2022 αίτηση αναίρεσης της 703/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ