Legislator Case Law & Legislation
273/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal on court costs, ruling lower court violated specific law exempting debtors in voluntary proceedings.

Case Number 273/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding court costs in a voluntary proceedings case. The appellant argued that the lower court incorrectly imposed costs despite the specific provisions of Law 3869/2010 exempting debtors in such proceedings. The Court agreed, finding the lower court's application of the general costs rule violated the specific exemption, and thus annulled the cost portion while remanding the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment for violation of substantive law and remand the case to the lower court to decide on the merits, specifically when the lower court incorrectly applies general provisions contrary to specific statutory exemptions regarding court costs in voluntary proceedings.

Keywords

AI generated
court costs voluntary proceedings specific law annulment remand substantive law lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 of Law 3869/2010
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 273 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Π. Κ. του Ν., 2) Γ. Κ. του Ν. και 3) Λ. Π. του Σ. - Δ., ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1034/2017 μη οριστική και 1201/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο οµόδικό του και δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόµενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 8.164Ζ/19-7-2021 και 8.171Ζ/19-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Δ. Χ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεωςπροκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με µε την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισµού δικασίµου για την αναφερόµενη στην αρχή της παρούσας δικάσιµο (16-09-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (16-09- 2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νομίμως η υπόθεση µε τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα µε τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόµενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα µε την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες από τη αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 2.659Γ'/14-7-2021 και 2.660Γ'/14-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του προαναφερθέντος, ως άνω, δικαστικού επιμελητή και την υπ' αριθμ. 3.388Δ'/21-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Α.

Κ., προκύπτει ότι, επιμελεία της αναιρεσείουσας, επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κοινοποιήθηκε στους Π. Κ., Γ. Κ. και Λ. Π., με την ιδιότητα καθενός αυτών ως εγγυητών στις επιμέρους αναφερόμενες επίδικες συμβάσεις στεγαστικής πίστεως, στις οποίες συμβλήθηκε η αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής (στις 5-2-2021) στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (25-7-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών την από 14-11-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1.667/2013) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτή πρότεινε, άλλως, τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της, προκειμένου να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010 λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής και περιουσιακής της κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη της, καθώς επίσης να εξαιρεθούν από την εκποίηση τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ακίνητά της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1034/2017 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, διατάσσοντας την επανάληψη συζητήσεως της αιτήσεως, προκειμένου να προσκομισθούν επιμελεία του επιμελεστέρου των διαδίκων η κίνηση των ενδίκων πιστωτικών καρτών και των ενδίκων δανείων της αιτούσας - αναιρεσείουσας, είτε ως μοναδικής δικαιούχου, είτε ως συνδικαιούχου από το 2007 μέχρι το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως, ακολούθως δε, επαναφερθείσας της αιτήσεως με κλήση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1201/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 9-10-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2.666/2018) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 381/2019 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), ορίζεται ότι: "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο αυτού, την ύπαρξη του οποίου (δόλου) προτείνει ο πιστωτής (Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει α...ότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 641/2019, Α.Π. 1208/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β` του Ν. 3869/2010 , που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο αυτό, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 και 1 παρ. 4 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του Ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί...".

Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για "αίτηση του πιστωτή", είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 169/2022, Α.Π. 120/2021, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1397/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 636/2017).

Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης.

Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.

Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.

Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του.

Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (Α.Π. 169/2022, Α.Π. 120/2021, Α.Π. 1397/2019, Α.Π. 1206/2018, Α.Π. 636/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 31/2009, Ολ. Α.Π. 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και αυτός ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαιτέρως γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ.

και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 610/2020, Α.Π 508/2020, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 154/2018) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 425/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως (5-2-2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020, Α.Π. 736/2019). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 59/2021). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 198/2015, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 1351/2011 Α.Π. 845/2012).

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 551/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 198/2015).

Η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παραθέσεως των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολογήσεως της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή η αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νομίμου βάσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολογήσεως των αποδείξεων.

Οι διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κ.λπ. αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 683/2015, Α.Π. 1654/2011, Α.Π. 900/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεν διέλαβε μείζονα πρόταση, περί των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ώστε να κριθεί η ορθή ή μη υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών, αλλά μόνον ελάσσονα πρόταση, κατά πιστή αντιγραφή της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η επικαλούμενη μη παράθεση στη μείζονα πρόταση της προσβαλλομένης αποφάσεως των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων, δεν στοιχειοθετεί το λόγο αυτό.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα έχει γεννηθεί στις 11-11-1980, είναι έγγαμη με τον Γ. Κ. και μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, του Π.

ηλικίας εννέα (9) ετών, της Π. ηλικίας έξι (6) ετών και της Ν. ηλικίας τριών (3) ετών (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. .../15-05-2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …). Από το έτος 2007 έως το έτος 2013 αμειβόταν από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία δηλώνει ότι έχει αντικείμενο εκτυπωτικές δραστηριότητες, με το ποσό των 760,00 ευρώ μηνιαίως μικτά το έτος 2007, το οποίο μειώθηκε σε 586,00 ευρώ μηνιαίως μικτά το έτος 2013, ενώ το έτος 2017 αμείβεται από την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." με το ποσό των 703,30 ευρώ μηνιαίως μικτά (βλ. τον από 17-05-2017 λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ, τις μισθοδοσίες και τις φορολογικές δηλώσεις των ανωτέρω ετών). Ο σύζυγος της αιτούσας δηλώνει άνεργος και εγγεγραμμένος στο ΟΑΕΔ, αν και κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι προτίμησε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εταιρεία όπου εργαζόταν ως ξυλουργός - τεχνίτης, επειδή μειώθηκαν οι ημέρες εργασίας του, προκειμένου να εργάζεται περιστασιακά με ημερομίσθια.

Έτσι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται, σύμφωνα με την φορολογική της δήλωση για το οικονομικό έτος 2016, στο ποσό των 2.191,03 ευρώ ετησίως, ενώ δαπάνησε για την αγορά οχημάτων το ποσό των 300,00 ευρώ και ο σύζυγός της είχε εισόδημα ποσού 2.038,10 ευρώ από διάθεση περιουσιακών στοιχείων. Το οικογενειακό της εισόδημα το έτος 2015 φέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 1.100,23 ευρώ λόγω άδειας λοχείας που έλαβε για κάποιους μήνες, συν200,00 ευρώ από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος, το δε οικογενειακό της εισόδημα από την φορολογική της δήλωση του έτους 2014 ανέρχεται στο ποσό των 4.414,76 ευρώ από τους μισθούς της πλέον του ποσού των 2.400,00 ευρώ από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος, ενώ με τον σύζυγό της δαπάνησαν το ποσό των 6.000,00 ευρώ για αγορά οχημάτων, επίσης ανάλωσαν 7.000,00 ευρώ κεφάλαιο και εσόδεψαν 3.500,00 ευρώ από την διάθεση περιουσιακών στοιχείων.

Περαιτέρω, στην ιδιοκτησία της αιτούσας ανήκουν τα κάτωθι ακίνητα: 1) κατά ποσοστό κυριότητας 100% το με στοιχεία Γ1 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτής ορόφου, επιφάνειας 85,64 τ.μ., μετά της υπό στοιχεία Θ2 ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 11,70 τ.μ., σε πολυκατοικία που αντιστοιχεί στην με ΚΑΕΚ ...39021/0/4 ιδιοκτησία, κείμενη στην … επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 61.937,92 ευρώ, που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειάς της και 2) κατά ποσοστό κυριότητας 100% ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 31,81 τ.μ., επί της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, αντικειμενικής αξίας 18.322,56 ευρώ.

Επίσης, η αιτούσα έχει συγκυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας ανήκει στο σύζυγό της) του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΑΖΖ ... ΙΧΕ αυτοκινήτου 1.248 κ.ε., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2006, εμπορικής αξίας 2.240,00 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης:

Α) από την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια και ήδη πρώτη εφεσίβλητη είχε λάβει: 1) δυνάμει της υπ' αριθ. ...972 συμβάσεως, ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής 26.214,88 ευρώ και 2) δυνάμει της υπ' αριθ. ...0649018 συμβάσεως, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής 2.324,47 ευρώ, σύμφωνα με την από 05-08-2013 κατάσταση οφειλών.

Προς εξασφάλιση της ανωτέρω συμβάσεως στεγαστικού δανείου ενεγράφη τη 14-04-2009 στο Κτηματολογικό Γραφείο …, υπέρ της ανωτέρω τράπεζας συναινετική προσημείωση υποθήκης β' τάξης επί του με αριθμό 2 ως άνω περιγραφόμενου διαμερίσματος της αιτούσας, μέχρι του ποσού των 39.000,00 ευρώ. Β) Από τη δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη είχε λάβει: 1) δυνάμει της υπ' αριθ. .../00002213261 συμβάσεως, ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής 202.480,02 ευρώ και 2) δυνάμει της υπ' αριθ. .../0000006744 συμβάσεως, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής 7.505,77 ευρώ, σύμφωνα με την από 23-11-2015 βεβαίωση οφειλών.

Προς εξασφάλιση της ανωτέρω συμβάσεως στεγαστικού δανείου ενεγράφη τη 18-12-2007 στο Κτηματολογικό Γραφείο …, υπέρ της ως άνω πιστώτριας, συναινετική προσημείωση υποθήκης α' τάξης επί του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας μέχρι του ποσού των 180.000,00 ευρώ. Γ) Από την τρίτη μετέχουσα πιστώτρια και ήδη τρίτη εφεσίβλητη είχε λάβει δυνάμει της υπ' αριθ. ...7843 συμβάσεως, ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής 38.231,01 ευρώ, σύμφωνα με την από 20-11-2015 βεβαίωση οφειλών.

Προς εξασφάλιση της ανωτέρω συμβάσεως ενεγράφη τη 13-10- 2009 στο Κτηματολογικό Γραφείο …, υπέρ της ως άνω πιστώτριας, συναινετική προσημείωση υποθήκης γ' τάξης επί αμφότερων των ακινήτων της αιτούσας μέχρι του ποσού των 39.600,00 ευρώ. Για τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, δυνάμει της υπ' αριθ. 481/2014 προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου Πατρών έχουν γίνει από την αιτούσα καταβολές ύψους 693,69 ευρώ προς την πρώτη μετέχουσα πιστώτριά της, 574,82 ευρώ προς τη δεύτερη μετέχουσα και 512,91 ευρώ προς την τρίτη μετέχουσα έως τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Έτσι το οφειλόμενο ποσό στην πρώτη μετέχουσα ανέρχεται στις 27.845,66 ευρώ, στη δεύτερη μετέχουσα στις 209.420,77 ευρώ και στην τρίτη μετέχουσα στις 37.718,10 ευρώ, ήτοι η συνολική οφειλή της αιτούσας προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές της ανέρχεται στο ποσό των 274.984,53 ευρώ. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 2007 έως το έτος 2013 η αιτούσα αμειβόταν από την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία αποτελούταν από δύο εταίρους, την Α. Σ. και την Μ. Β., με το ποσό των 760,00 ευρώ μηνιαίως μικτά το έτος 2007, το οποίο μειώθηκε στο ποσό των 586,00 ευρώ μηνιαίως μικτά το έτος 2013, αντικείμενο δραστηριότητας της ανωτέρω εταιρείας είναι οι εκτυπωτικές δραστηριότητες, ενώ από το έτος 2017 φέρεται ότι αμείβεται από την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΕ". Η δε εταιρεία "... ΕΠΕ" δυνάμει του υπ' αριθ. 1133/2016 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Κ. Π. μετέβαλε την ονομασία της σε "... Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", μετέβαλε της έδρα της από την οδό ... στην και η εταίρος Α. Σ. μεταβίβασε στην εταίρο Μ. Β. το 5% των εταιρικών μεριδίων, καθιστώντας την ως άνω ΕΠΕ μονοπρόσωπη με πρόεδρο την Μ.

Β.. Οι εργοδότες της αιτούσας, όπως κατέθεσε στη συζήτηση της αίτησης επί της οποία εξεδόθη η υπ' αριθ. 1034/2017 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, ο μάρτυρος απόδειξης σύζυγος της αιτούσας, Γ. Κ., ήταν πάντα και παραμένουν οι ίδιοι, αφού νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εταιρείας (ΝΕΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΠΕ) είναι η Μ.

Β., που υπάγεται στη Δ.Ο.Υ. …, πρόεδρος τους Δ.Σ. της δεύτερης εταιρείας (... ΑΕ) είναι ο Α. Μ. και αντιπρόεδρος η Μ. Β., η οποία τυγχάνει νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης και πρόεδρος της τρίτης εταιρείας "... ΜΕΠΕ" και κάτοχος του συνόλου των μεριδίων της τυγχάνει η Μ. Β.. Επίσης, όπως προκύπτει από τις ιστοσελίδες των εταιρειών ….gr και ….gr, ήτοι των εταιρειών που αμειβόταν και αμείβεται η αιτούσα, οι οποίες κατά τα ανωτέρω ανήκουν στα ίδια φυσικά πρόσωπα, εδρεύουν οι δύο πρώτες εταιρείες σε δύο κατοικίες, εκ των οποίων η μία ευρίσκεται στην οδό Κ..

Β. αριθμός 27 και η άλλη στην οδό Π. Κ. αριθμός 111 και Γ.. Σ. στο Κ.. Από τους ισολογισμούς τους προκύπτει ότι εντός των οικιών αυτών που αποτελούν τις νόμιμες και καταστατικές έδρες των ανωτέρω εταιρειών πρέπει να υπάρχουν τα εξής: στην μεν εταιρεία ... ΕΠΕ από την οποία η αιτούσα αμειβόταν μέχρι το έτος 2014 περίπου, μηχανήματα και επαγγελματικός εξοπλισμός αξίας 249.000,00 ευρώ, επαγγελματικό κτίριο αξίας 436.000,00 ευρώ και έχουν χορηγηθεί δάνεια από τις ελληνικές τράπεζες ύψους 164.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τον ισολογισμό έτους 2014.

Στην δε εταιρεία ... SA από την οποία η αιτούσα αμείβεται, σύμφωνα με το ισολογισμό έτους 2014, πρέπει να υπάρχουν στην έδρα της μηχανήματα και επαγγελματικός εξοπλισμός ύψους 300.000,00 ευρώ, κτίρια και τεχνικά έργα ύψους 66.000,00-ευρώ, ακίνητα ύψους 106.000,00 ευρώ και της έχουν χορηγηθεί δάνεια ύψους 315.522,00 ευρώ. Η ανωτέρω εταιρεία, η οποία ανήκει στα ίδια φυσικά πρόσωπα που ανήκει και η προηγούμενη εταιρεία από την οποία η αιτούσα αμειβόταν στο παρελθόν, στα αυτά δε πρόσωπα ανήκει και η έτερη εταιρεία που μετέβαλε έδρα (...

ΜΕΠΕ), εδρεύει σε μία οικία, ουδεμία δραστηριότητα εμφανίζει, παρά μόνο δάνεια ύψους 164.000,00 ευρώ, επαγγελματικό εξοπλισμό ύψους 249.000,00 ευρώ και τεχνικά έργα ύψους 106.000,00 ευρώ. Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο δεν σχημάτισε σαφή δικανική πεποίθηση για το ποια είναι η φύση της εργασίας της απούσας, ποια είναι η έννομη σχέση της με τους εργοδότες της, αν η σχέση εργασίας είναι φαινομενική ή πραγματική, για τι ακριβώς αμείβεται και με ποια ποσά, με δεδομένο μάλιστα ότι άπασες οι εταιρείες αυτές παρακολουθούνται από την μεγάλη λογιστική εταιρεία "...

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕ", επομένως δεν χρειάζονται βοηθό λογιστή. Επιπρόσθετα, προσκομίστηκε αντίγραφο των τραπεζικών λογαριασμών της απούσας μόνο από την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, από το οποίο προκύπτει ότι δεν ήταν λογαριασμοί στους οποίους κατατίθεντο η μισθοδοσίας της, ενώ η αιτούσα κοινοποίησε σε όλες τις ανωτέρω τράπεζες την υπ' αριθ. 1034/2017 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείο Πατρών, προκειμένου να προσκομίσουν τα αντίγραφα των λογαριασμών της, πλην όμως αυτές πλην της ανωτέρω πρώτης μετέχουσας δεν προσκόμισαν.

Παρά ταύτα η αιτούσα μπορούσε με αίτηση της στην τράπεζα, στην οποία τηρείται ο λογαριασμός που κατατίθεται η μισθοδοσίας της, να ζητήσει αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού αυτού, ώστε η ίδια να καταδείξει ότι λαμβάνει τον μισθό των 703,00 ευρώ μικτά, ήτοι 590,77 ευρώ καθαρά από την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, καθώς λόγω των περιορισμών, που επιβλήθηκαν το επίδικο χρονικό διάστημα, στις αναλήψεις χρημάτων, δεν δικαιολογείται η καταβολή της μισθοδοσίας της αιτούσας τοις μετρητοίς και μάλιστα από ανώνυμη εταιρεία.

Από την μη προσκόμιση του ανωτέρω εγγράφου το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι υπάρχουν αδήλωτα εισοδήματα από την όποια σχέση της απούσας με τις προαναφερόμενες εταιρείες, που αυτή δεν επιθυμεί να εμφανίσει. Επιπλέον, ενώ η τελευταία στις προτάσεις της δικαιολογεί την προέλευση του ποσού των 6.000,00 ευρώ που διατέθηκε από αυτή και το σύζυγό της για την αγορά οχήματος το έτος 2014, δεν δικαιολογεί την προέλευση του ποσού των 7.000,00 ευρώ που αναφέρεται ως ανάλωση κεφαλαίου μαζί με το σύζυγό της στο Ε1 του 2014.

Περαιτέρω, η αιτούσα κατά το έτος 2013, που διατείνεται ότι περιήλθε σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δηλώνοντας συνολικό ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα ύψους μόλις 12.914,30 ευρώ, κατέβαλε μαζί με τον σύζυγό της, για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, το συνολικό ποσό των 7.023,49 ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα να απομένει για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της μόνο το ποσό των 5.890,81 ευρώ ετησίως, ήτοι 490,00 ευρώ περίπου μηνιαίως, το οποίο είναι προφανές ότι δεν επαρκούσε για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της οικογένειας της απούσας, που η ίδια στην αίτησή της τις προσδιορίζει στο ποσό των 1.200,00 ευρώ, δεδομένης και της εγκυμοσύνης της κατά το εν λόγω έτος καθώς στις …-02-2013 γέννησε και το δεύτερο τέκνο τους.

Η απούσα μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της ισχυρίζεται στα υπ' αριθ. 1034/2017 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Πατρών ότι κατά τον χρόνο λήψεως των επίδικων δανείων είχε αυτή και ο σύζυγός της εισοδήματα ύψους 26.000,00 ευρώ, το οποίο αποδεικνύει μόνο για το έτος 2009, όπου το καθαρό ετήσιο εισόδημα αυτής και του συζύγου της ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 25.978,52 ευρώ.

Παρόλα ταύτα, η πρόταση της απούσας συνίσταται στην καταβολή μηνιαίων δόσεων ύψους 80,00 ευρώ επί επτά (7) έτη για οφειλή ύψους 275.000,00 ευρώ, στην εξαίρεση από την εκποίηση όχι μόνο της κύριας κατοικίας της αλλά και του δεύτερου ως άνω διαμερίσματος της και μάλιστα χωρίς σχέδιο δικαστικής ρύθμισης οφειλών του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ενώ ζητάει μετά την παρέλευση των επτά (7) ετών την απαλλαγή από το υπόλοιπο των οφειλών της.

Ενόψει όλων των προαναφερομένων αποδεικνύεται ότι η αιτούσα, μη αναφέροντας στην αίτησή της τα πραγματικά εισοδήματά της καθώς και του συζύγου της, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει για την πληρωμή των οφειλών της, λειτούργησε συνειδητά προς βλάβη των πιστωτριών της. Πλην όμως όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το Ν. 3869/2010 αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμό και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος χωρίς δόλο, περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ένας τέτοιος οφειλέτης για να αξιωθεί των ρυθμίσεων του νόμου, πρέπει να δηλώνει κατά τρόπο ειλικρινή τα εισοδήματά του, η δε ειλικρίνεια των στοιχείων αυτών είναι κρίσιμη και για τη στάση του Δικαστηρίου στη διαμόρφωση της απόφασής του. Δοθέντος ότι η ανειλικρίνεια περιλαμβάνει όχι μόνο την αποσιώπηση της αλήθειας, αλλά και την παραποίηση της πραγματικότητας, στην περίπτωση που ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αποκρύπτει εισοδήματα παραβιάζοντας ευθέως την επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση ειλικρίνειας.

Ένας τέτοιος οφειλέτης δεν θεωρείται καλόπιστος και δεν τυγχάνει της προστασίας του Ν. 3869/2010, αφού επιχειρεί να αποστερήσει από τους πιστωτές του εισοδήματα με τα οποία θα αποπληρωνόταν τμήμα έστω των οφειλών του προς τις τράπεζες κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (...). Έτσι από την ανωτέρω συμπεριφορά της αιτούσας στοιχειοθετείται η ένσταση ανειλικρίνειας, ενώ, επίσης, σημειώνεται ότι με το δηλωθέν οικογενειακό της εισόδημα, πλην του έτους 2009 που όπως προαναφέρθηκε το εισόδημα αυτής και του συζύγου της ανερχόταν περίπου στο ποσό των 26.000,00 ευρώ, τα υπόλοιπα ως άνω έτη δε θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν τα χρέη τα δικά της και του συζύγου της, καθώς θα διακινδύνευε ουσιωδώς το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς τους.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλούμενη λοιπόν απόφαση που έκρινε για τα ανωτέρω ζητήματα με τον ίδιο τρόπο, αν και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά διορθώνονται και συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας αποφάσεως (άρθρ. 534 του ΚΠολΔ), ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε διαφορετικά υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους λόγους έφεσής της, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 9-10-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 1201/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη, από 14-11-2013, αίτησή της. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 εδ.

β'και 10 παρ.1 εδ.α'και β'του Ν. 3869/ 2010, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα μη αναφέροντας στην αίτησή της τα πραγματικά εισοδήματά της και του συζύγου της, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει για την πληρωμή των οφειλών της, λειτούργησε συνειδητά προς βλάβη των πιστωτών της και ότι, συνεπώς, αυτή δολίως προέβη σε ανειλικρινή δήλωση στην κρινόμενη αίτησή της, όσον αφορά τόσο τα δικά της εισοδήματα, όσο και του συζύγου της, που έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής καταστάσεώς της, αφού είναι πρόσφορη να ζημιώσει την ικανοποίηση των πιστωτών της - καθ' ων η αίτηση εμφανίζοντας τις δυνάμεις της ασθενέστερες των πραγματικών.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το να δεχθεί ότι είχε προβεί σε ανειλικρινή δήλωση, όσον αφορά τόσο τα δικά της εισοδήματα, όσο και του συζύγου της και ότι συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου.

Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα κρίση του το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αιτούσα- αναιρεσείουσα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε ανειλικρινή δήλωση των εισοδημάτων της καθώς και του συζύγου της και η αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων εισοδημάτων έγινε δολίως προς βλάβη των πιστωτών της - καθ' ων η αίτηση, γεγονός που δεν της επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του ανωτέρω νόμου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς η πληττομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, η υποβολή ανειλικρινούς δηλώσεως των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας και του συζύγου της και η αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων εισοδημάτων, αιτιολογείται ειδικά, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε α) ότι δεν προέκυψε η έννομη σχέση της εργασίας της αναιρεσείουσας, η φύση της και το ποσό της αμοιβής της, β) ότι η ίδια παρέλειψε να προσκομίσει αντίγραφα των τραπεζικών της λογαριασμών του επιδίκου χρονικού διαστήματος και ιδίως της μισθοδοσίας της, ώστε να αποκρύψει αδήλωτα εισοδήματα, γ) ότι δεν δικαιολογεί την προέλευση του ποσού των 7.000 ευρώ, που αναφέρεται ως ανάλωση κεφαλαίου μαζί με τον σύζυγό της στο Ε1 του έτους 2014, δ) ότι κατά το έτος 2013, που κατά τους ισχυρισμούς της περιήλθε σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δήλωσε ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα ύψους 12.914,30 ευρώ και μαζί με τον σύζυγό της κατέβαλε, για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, συνολικό ποσό 7.023,49 ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα να απομένει για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας της ποσό 5.890,81 ευρώ ετησίως, ήτοι μηνιαίο ποσό 490 ευρώ περίπου, το οποίο, όμως, δεν επαρκούσε για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της οικογενείας της, τις οποίες η ίδια (η αναιρεσείουσα) προσδιορίζει στο ποσό τω 1.200 ευρώ μηνιαίως, δεδομένου ότι το έτος 2013 γέννησε το δεύτερο τέκνο της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ. (κατά το δεύτερο σκέλος του), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα παρέβη την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του ν. 3869/2010 υποχρέωση ειλικρίνειας, εν τούτοις, στη συνέχεια, δέχεται (κατά την άποψη της αναιρεσείουσας), ότι δολίως υπερχρεώθηκε, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο διότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα δολίως υπερχρεώθηκε, αλλά ότι παρέβη το καθήκον ειλικρινούς δηλώσεως των εισοδημάτων της ιδίας και του συζύγου της, η δε κρίση της προσβαλλομένης ότι με βάση τα δηλωθέντα οικογενειακά εισοδήματα της αναιρεσείουσας δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν τα χρέη της ιδίας και του συζύγου της, καθώς θα διακινδύνευε ουσιωδώς το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς τους, αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου, περί υπάρξεως και άλλων εισοδημάτων, τα οποία αυτή δολίως απέκρυψε και τέθηκε προς ενίσχυση του ανωτέρω πορίσματος (της παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως των εισοδημάτων της ιδίας και του συζύγου της).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., κατά την άνω επί μέρους αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Όσον αφορά τις αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας, διότι η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δέχθηκε α) ότι το ποσό των 490,00 ευρώ περίπου μηνιαίως, δεν επαρκούσε για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της οικογενείας της, κατά το έτος 2013, τις οποίες η ίδια προσδιόριζε στο ποσό των 1.200,00 ευρώ, παρέλειψε να αναφέρει αν δέχθηκε βοήθεια για την κάλυψη του υπολοίπου μεταξύ του ποσού των 490,00 ευρώ και εκείνου των 1.200,00 ευρώ, ιδίως από τους συγγενείς της, πατέρα και αδελφό της και β) ότι δεν δικαιολογείται η προέλευση του ποσού των 7.000 ευρώ, που αναφέρεται ως ανάλωση κεφαλαίου στο Ε1 έτους 2014, δεν αναφέρεται αν το ποσό αυτό δικαιολογείται από δηλωθέντα εισοδήματα παρελθόντων ετών, είναι απαράδεκτες, διότι οι ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ο πρώτος (κατά το τρίτο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις άνω διακρίσεις. Τέλος, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τις επιμέρους αιτιάσεις του, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ένσταση ανειλικρινούς δηλώσεως (άρθρο 10 παρ. 1 περ α'και β'του Ν.3869/2010), είναι απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ. α' και 6 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 70,200,281 και 288 Α.Κ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι οι δυο κεφαλαιουχικές εταιρίες, στις οποίες παρείχε, κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες της, ανήκουν στα ίδια φυσικά πρόσωπα, που είναι οι εργοδότες της, αρκούμενη για την άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων μόνο στην παραδοχή ότι ανήκουν στα ίδια φυσικά πρόσωπα.

Ο λόγος αυτός, ερείδεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν προέβη σε κρίση περί άρσης της νομικής αυτοτέλειας των εμφανιζομένων ως εργοδοτών της αιτούσας -αναιρεσείουσας νομικών προσώπων, αλλά, με βάση τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, έκρινε σε ποια εταιρεία παρείχε την εργασία της τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και με ποιες αποδοχές, σε ποια φυσικά πρόσωπα ανήκαν οι μετοχές των νομικών αυτών προσώπων και ποιοι οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, οι καταστατικές έδρες και τα πάγια στοιχεία αυτών και από ποια λογιστική εταιρεία παρακολουθούνται.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6, εδάφ. β' του Ν. 3.869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ορίζει "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται". Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη, επικρατεί των γενικών διατάξεων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του Ν. 3.869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 6, εδάφ. β' του Ν. 3.869/2010 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 65/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να καταδικάσει την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης, μετά την απόρριψη της εφέσεώς της ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010, η οποία, ως ειδική, κατισχύει των γενικών διατάξεων και δεν προβλέπει την επιβολή δικαστικής δαπάνης στην ένδικη ειδική διαδικασία, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι τα περιστατικά, που δέχθηκε, δεν πληρούσαν το πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, όσον αφορά το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης, δέχθηκε τα εξής: "...Η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων θα επιβληθεί, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, σε βάρος της εκκαλούσας, κατ' άρθρ. 746 εδ.

β' ΚΠολΔ, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της ειδικής διάταξης του άρθρου 8 § 6 εδαφ. β' του Ν. 3869/2010 περί μη επιδίκασης δικαστικής δαπάνης, καθώς η τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει απόφαση που να ορίζει μηνιαίες καταβολές και όχι απόφαση που να απορρίπτει την αίτηση του οφειλέτη περί μη υπαγωγής του στο Ν. 3869/2021...ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ "...

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 του Ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 51/2016, Α.Π. 292/2015). Στη συνέχεια, πρέπει να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, αφού η αναίρεσή της γίνεται δεκτή (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 381/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) κατά το μέρος αυτής, που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και απορρίπτει κατά τα λοιπά.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως, κατά το άνω κεφάλαιο. Διατάσσει την απάλειψη από την προσβαλλομένη απόφαση της διατάξεως, αυτής περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ