Legislator Case Law & Legislation
273/2022 AI generated

273/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 273/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

273/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' 4465Β/19-10-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Σ.

Keywords

AI generated
insurance coverage of psychotherapy psychological trauma psychiatric impairment right to higher insurance cover adjustment of insurance benefits health impairment in military insurance
AI generated
870/2020
Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds regarding car accident compensation amounts.
1414/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1215/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
1547/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
218/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 273 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 273/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "….", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 10)…….., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 5ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Στρίγγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 862/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5874/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 5ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' 4465Β/19-10-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Σ.

Ν., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 22-4-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2716/288/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-12-2021), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσίβλητους (με επίδοση του δικογράφου στην εκπροσωπήσασα, ενώπιον του Εφετείου τους παραπάνω διαδίκους, πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Στρίγγα).

Κατά συνέπεια, αφού όλοι οι στην αρχή της παρούσας ως άνω αναιρεσίβλητοι (πλην του πέμπτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος νόμιμα εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως παραπάνω αναφέρεται) δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 22-4-2020 (αρ. κατ.2716/288/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5874/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 614 παρ.6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά το ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και σε αυτή που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-9-2016 και με αρ. κατάθεσης 502863/3775/2016 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση μεταξύ άλλων και του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς τα στην αγωγή αιτούμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους…., οφειλομένου σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …..

Ι.Χ.Ε αυτοκίνητου και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "….. A.A.E.", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε το αναιρεσείον. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.862/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφτηκε αυτή (αγωγή) ως προς το εναγόμενο, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο θανών συγγενής των εναγόντων.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες-εκκαλούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, στρεφόμενοι κατά του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος, άσκησαν την από 6-11-2018 και με αρ. κατάθεσης 104440/7307/2018 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο θανών, δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 5874/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την …. και περί ώρα 16:30 στο ... ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "", και ήδη το Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …. και εκπροσωπείται νόμιμα, (είναι πλέον ειδικός διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής με την επωνυμία "……", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε νομίμως με την με αριθμό πρωτ. 63/08.02.2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ).

Ο πρώτος εναγόμενος, κινούνταν με το ανωτέρω όχημα με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα ήτοι 80 χλμ. ανά ώρα στην Εθνική … με κατεύθυνση από … προς…. Κατά τον παραπάνω χρόνο το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ήταν ξηρό, υπήρχε καλοκαιρία, ο φωτισμός ήταν φυσικός, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 40 χλμ.

ανά ώρα. Η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό της πινακίδος άρθρο 4 παρ. 3 ΚΟΚ (π.χ. 40 χλμ στην προκειμένη υπόθεση). Την ίδια ώρα ο…. , ετών …, ευρισκόμενος υπό την επήρεια αλκοόλ, καθώς ανευρέθηκε αυξημένη ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του. σε συγκέντρωση 1,48 γρ/λίτρο. βρισκόταν στο πεζοδρόμιο του ίδιου ρεύματος πορείας και είχε σκοπό να διασχίσει κάθετα αυτό, με πορεία από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου.

Όμως. ο παραπάνω πεζός κατέβηκε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει τρέχοντας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων. Κατ' αυτό τον τρόπο παρεμβλήθηκε αιφνιδίως στην πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, παρά την τροχοπέδηση, τον χτύπησε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου.

Στη συνέχεια, ο …. εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος του. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Χαλκίδας, την από … προανακριτική ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Χ.

Λ. και από την από …. έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του πρώτου εναγομένου, έγγραφα που συμπεριλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε. Το παραπάνω ατύχημα κρίνεται ότι οφειλόταν σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων σε αυτό. ανερχόμενη σε ποσοστά 70% για τον πεζό και 30% για τον οδηγό ...

Ειδικότερα σε συνυπαιτιότητα του μεν ως άνω οδηγού, ο οποίος, ενώ είχε πλήρη και απρόσκοπτη ορατότητα (ευθεία τουλάχιστον 50 μέτρων πριν το σημείο του συμβάντος, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), όλως αμελούς περί την οδήγηση και κατά παράβαση των άρθρων 12 και 19 παρ. 1, 2, 7 του Ν. 2696/1999. εκινείτο ανεπιτρέπτως με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, τουλάχιστον των 80 χλμ ώρα, όπως τούτο προκύπτει και από τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 30,80 μέτρων από τον αριστερό τροχό και 42,00 μέτρων από τον δεξιό τροχό που καταγράφηκαν από την Τροχαία που επιλήφθηκε του συμβάντος, ήτοι μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο όριο που επέβαλε η πινακίδα (Ρ-32), η οποία υπήρχε στο ρεύμα πορείας του, δεδομένου πως διερχόταν από κατοικημένη περιοχή, αψηφώντας παντελώς και την πινακίδα (Κ-15), η οποία υπήρχε.

Επίσης, στο ρεύμα πορείας του προειδοποιούσε για την ύπαρξη κινδύνου λόγω διάβασης πεζών δεδομένης και της στάσης λεωφορείου, που υπήρχε λίγα μέτρα πιο μπροστά από την εν λόγω πινακίδα, με αποτέλεσμα να χάσει εντελώς τον έλεγχο του οχήματος του και να παρασύρει τον θανόντα πεζό, ο οποίος κινούμενος εν τάχει είχε διασχίσει ήδη ολόκληρο το ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από ….

προς …., στο οποίο και κινούταν ο εν λόγω οδηγός και βρισκόταν ήδη επάνω στην διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, που υπάρχει στο εν λόγω σημείο του οδοστρώματος, αλλά και αδικαιολόγητα έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και δεν τροχοπέδησε έγκαιρα, ούτε έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων, αν παρότι αντιλήφθηκε τον πεζό τουλάχιστον 20 μέτρα πριν την σύγκρουση, του δε πεζού, ο οποίος τελώντας σε μέθη ( ανερχόμενη σε 1.48% όπως διακριβώθηκε στη συνέχεια) και κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 δ' και ε' Ν.2696/1999.

κατέβηκε στο οδόστρωμα, χωρίς να λάβει υπόψη του τα κινούμενα στη λεωφόρο οχήματα που πλησίαζαν, αλλά και χωρίς να βεβαιωθεί ότι με την ενέργεια του αυτή δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους.

Οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι ο συγγενής τους έλεγξε προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων και ότι μοναδική αιτία του ένδικου ατυχήματος ήταν η έλλειψη προσοχής που επέδειξε ο πρώτος εναγόμενος δεν αποδείχθηκαν. Χαρακτηριστική είναι η προανακριτική κατάθεση του προαναφερόμενου αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε ότι ο θανών έτρεχε θέλοντας να διασχίσει την οδό κάθετα, ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι ο θανών θέλησε να διασχίσει την οδό εντελώς απότομα και ίσως να μην έλεγξε και καθόλου την κυκλοφορία οχημάτων στο οδικό δίκτυο. Άλλωστε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν ο θανών είχε ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων επί της Εθνικής Οδού… , θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί την κίνηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, αφού στο συγκεκριμένο σημείο η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από καμία αιτία. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από το ότι ο οδηγός του Οχήματος Α κατέθεσε ότι κινούμενος με "40-50 km/h" είδε σε απόσταση "το πολύ 5 μ." τον πεζό να "πετάγεται στην μέση του οδοστρώματος".

Συνεπώς, βάσει της κατάθεσης του οδηγού του Οχήματος Α. ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που ο οδηγός του Οχήματος καταθέτει ότι είδε τον Πεζό μέχρι την πρόσκρουση φέρεται να ήταν αυστηρότατα μικρότερων των (5μ. / 40 km/h=)0.45 δευτερολέπτων. Η κατάθεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αποτυπωμένη ύπαρξη ιχνών πέδησης (περί τα 5 μ.

κατά σχεδιαστική αναλογία) πριν την πρόσκρουση με τον πεζό, καθώς μέσα σε 0,45 δευτερόλεπτα και σε απόσταση "το πολύ 5μ." είναι αδύνατο αθροιστικά: i) να αντιληφθεί ο οδηγός τον κίνδυνο (χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν έχει επενεργήσει η πέδηση και το όχημα κινείται με την αρχική ταχύτητα), και ii) να προλάβει να σχηματίσει ίχνη πέδησης πριν την πρόσκρουση περί τα 5μ.

όπως αποτυπώνονται στην Ε.Α.Τ.Α. της ΕΛ.ΑΣ κατά σχεδιαστική αναλογία. Μάλιστα, ο αυτόπτης μάρτυρας Χ. Λ. κατέθεσε χαρακτηριστικά (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως κατάθεση του): "εκείνη όμως τη στιγμή το υπ' αριθμόν … αυτοκίνητο που είχε κατεύθυνση από ….. παρέσυρε τον πεζό, ο οποίος βρισκόταν λίγο πριν την διπλή γραμμή...".

Άρα, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής γενεσιουργός αιτία του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει η αυξημένη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο εναγόμενος οδηγός. Μάλιστα, εάν ο εναγόμενος έτρεχε ή είχε μειώσει την ταχύτητα γύρω στα 40 km/h, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα είχε προλάβει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του ή να διενεργήσει εγκαίρως αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και θα είχε αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα, αφού ο πεζός είχε ήδη διασχίσει ολόκληρο προς το ….

ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω Εθνικής Οδού. Εάν είχε επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά, όπως αβασίμως ισχυρίζεται τότε τα ίχνη τροχοπέδησης θα είχαν αποτυπωθεί στο οδόστρωμα με διαγώνια φορά και ασφαλώς θα ήταν στο δεξιό άκρο του προς …. ρεύματος κυκλοφορίας της οδού και όχι πλησίον της διαχωριστικής γραμμής.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, ο (αρνητικός) ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας για το ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο πεζός δεν είναι βάσιμος. Ωστόσο, η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρ. 300 ΑΚ) που η ίδια η εναγομένη πρότεινε (επικουρικά) παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο (άρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1γ' όπως ίσχυε, ΚΠολΔ) και επαναφέρει, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 300,330 και 914 Α.Κ. ως και αυτές των άρθρων 12 παρ 1, 19 παρ.1,2,3, 38 και 50 ν.2696/1999,είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, όσον αφορά την συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία, πέραν της υπαιτιότητας του πεζού, η υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αναπτύσσονται με επάρκεια και σαφήνεια οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η συμπεριφορά του πεζού, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού, που τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος ως και η υπαιτιότητα που αποδίδεται στους εμπλακέντες στο ατύχημα (πεζό και οδηγό του αυτοκινήτου).

Επομένως, είναι απορριπτέες οι με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδιδόμενες από το αναιρεσείον στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο 1) απέδωσε, χωρίς αιτιολογία, στον οδηγό του αυτοκινήτου αμέλεια κατά την οδήγηση για παράβαση του άρθρου 19 παρ.7 του ν.2696/1999, καίτοι στην απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή για κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου πίσω από κάποιο άλλο αυτοκίνητο, 2) δεν αναφέρει την απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο από τον πεζό, όταν ο τελευταίος κατήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει, 3) απέδωσε αμέλεια στον οδηγό, διότι δεν έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων του αυτοκινήτου, χωρίς να συνδέει αιτιωδώς αυτή την παράλειψη με το επελθόν αποτέλεσμα, 4) δεν αιτιολογεί την παραδοχή του, ότι, αν το αυτοκίνητο κινείτο με ταχύτητα 40 χιλ./ώρα θα είχε αποφύγει το ατύχημα, 5) αν και δέχεται ότι ο πεζός επιχειρώντας να διασχίσει το οδόστρωμα παρεμβλήθηκε αιφνιδίως στην πορεία του οχήματος, ο οδηγός του οποίου, παρά την τροχοπέδηση, τον κτύπησε με την αριστερή εμπρόσθια γωνία του αυτοκινήτου, στην συνέχεια, αντιφατικά, δέχεται, ότι ο πεζός είχε διασχίσει ολόκληρο το ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς…., στο οποίο κινείτο ο οδηγός και βρισκόταν ήδη επάνω στην διπλή διαχωριστική γραμμή, που υπάρχει στο εν λόγω σημείο του οδοστρώματος και ότι ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και δεν τροχοπέδησε έγκαιρα, ούτε έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων και κτύπησε τον πεζό, 6) αν και δέχεται ότι ο πεζός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, (ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα σε συγκέντρωση 1,48 γρ./λίτρο) δεν αιτιολογεί αν η μέθη του αυτή επηρέασε και σε θετική περίπτωση σε ποιο βαθμό την ικανότητά του αντίληψης του κινδύνου.

Η παράθεση των επιπλέον αυτών αιτιολογιών, υπό τα αριθμητικά στοιχεία 2, 3, 4, 5 και 6, δεν ήταν αναγκαία, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, ενώ είχε πλήρη ορατότητα, οδηγούσε αμελώς, κατά παράβαση των άρθρων 12 και 19 παρ.1,2 του ν.2696/1999 και εκινείτο ανεπίτρεπτα με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, τουλάχιστον 80 χιλ/ώρα, δηλαδή πολύ μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο όριο των 40 χιλ/ώρα, που δέχτηκε το δικαστήριο ότι ισχύει στην περιοχή, με αποτέλεσμα να χάσει εντελώς τον έλεγχο του οχήματός του, να μην κάνει χρήση των ηχητικών οργάνων του αυτοκινήτου, να μην τροχοπεδήσει έγκαιρα και να παρασύρει αυτόν (πεζό), αν και τον αντιλήφθηκε τουλάχιστον 20 μέτρα πριν την σύγκρουση και ο οποίος (πεζός) κινούμενος εν τάχει είχε διασχίσει ήδη ολόκληρο το ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς …, στο οποίο κινείτο το αυτοκίνητο και βρισκόταν ήδη πάνω στην διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή ,που υπάρχει στο σημείο αυτό του οδοστρώματος, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) του οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Ειδικά όσον αφορά την με αριθμό 1 αιτίαση, περί του ότι, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, ο οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε μεταξύ άλλων την διάταξη του άρθρου 19 παρ.7 του Ν.2696/1999, σύμφωνα με την οποία, ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, η στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφερόμενη παραβίαση, αριθμητικά, της παραγράφου 7 του άρθρου 19 του ν.2696/1999, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, η οποία ουδεμία επιρροή έχει στην έκβαση της δίκης, διότι η αναλυτική περιγραφή της κίνησης του αυτοκινήτου και του πεζού, ως και των συνθηκών του ατυχήματος, χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή για κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου πίσω από άλλο προπορευόμενο, προσδιορίζει πλήρως και ευκρινώς τις συνθήκες αυτές και χωρίς να γεννάται οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αναφορικά με την ύπαρξη ή εμπλοκή άλλου προπορευομένου αυτοκινήτου.

Οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και συνεπώς απαραδέκτως προτείνονται.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών, αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, διότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1, 19 παρ.1,2,3 , 38 και 50 ν.2696/1999, 300, 330 και 914 Α.Κ.

οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 42 του ν. 2696/1999 το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά στην μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τα οποία: 1) αν κάποιος έχει καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος βρίσκεται σε καταστολή των πνευματικών λειτουργιών, με αποτέλεσμα να μην είναι ικανός για ασφαλή κυκλοφορία στις οδούς, ως πεζός, 2) οι επερχόμενοι οδηγοί αδυνατούν να προβλέψουν τις κινήσεις ενός τέτοιου πεζού, 3) η ενέργεια ενός μεθυσμένου πεζού να επιχειρήσει να διασχίσει μια εθνική οδό, όπου η κίνηση των οχημάτων είναι συχνή, εκτός διάβασης πεζών, αποτελεί παράγοντα, που οδηγεί νομοτελειακά στην πρόκληση ατυχήματος, άλλως πολλαπλασιάζει την πιθανότητα ατυχήματος και 4) η ταχύτητα οχήματος που μετείχε σε τροχαίο ατύχημα βρίσκεται σε συνάρτηση με τον χρόνο αντίληψης του κινδύνου από τον οδηγό, την απόσταση αντίδρασης και λοιπά στοιχεία που οδηγούν σε αντίστοιχες μετρήσεις, ενώ με βάση τις επικρατούσες κατά τον χρόνο και τόπο του ατυχήματος συνθήκες ελέγχεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά του οδηγού.

είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προτεινόμενος, διότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα αναφερόμενα δεν συνιστούν τέτοια αλλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. (Ολ.Α.Π. 4/2020) Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11 εδ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, δεν συνεκτίμησε και δεν αντέκρουσε την νομίμως και με επίκληση προσκομισθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αρ.546/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου Σ.

Μ. κηρύχτηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, νομίμως προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παραπάνω ποινική απόφαση.

Περαιτέρω από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και την ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.....μεταξύ των οποίων το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, οι προανακριτικές καταθέσεις και τα λοιπά έγγραφα της ποινικής δικογραφίας", δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω ποινική απόφαση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, η δε μη ειδικότερη αντίκρουση αυτής (ποινικής απόφασης) πέραν του ότι δεν είναι αναγκαία, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Επομένως είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 861/2014, ΑΠ 10/2011).

Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΑΠ 899/07), τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, (ΑΠ 714/93), οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 751/96), και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1623/2010, Α.Π.860/2013, Α.Π.1687/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1-6-2012 έκθεσης αυτοψίας, που συντάχτηκε κατά την αστυνομική προανάκριση από τα αρμόδια όργανα του τμήματος τροχαίας …….., με το να δεχθεί, ότι το όριο ταχύτητας στην περιοχή καθορίζεται σε 40 χιλ/ώρα αντί του αναφερομένου στο παραπάνω έγγραφο ορίου των 50 χιλ/ώρα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το ως άνω έγγραφο (έκθεση αυτοψίας) δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως και σε κάθε περίπτωση (ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος), γιατί την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο μόρφωσε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα), χωρίς να εξαίρεται το ως άνω έγγραφο ως προς το άνω γεγονός που δέχτηκε ότι αποδείχτηκε.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρα 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το υπέρμετρο ποσό των 25.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 15.000 ευρώ σε κάθε ένα από τα εκπροσωπούμενα από αυτήν τέκνα του θανόντος, το ποσό των 20.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους γονείς αυτού και το ποσό των 8.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους αδελφούς του, αντίστοιχα.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα δεν αναφέρει: α) ποιά η ηλικία κάθε ενάγοντος β) ποιά είναι η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση αυτών (εναγόντων), την οποία έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και γ) τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε κάθε ένας από τους αναιρεσίβλητους Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' αρθ.932 Α.Κ., δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο θανών, Χ.

Χ. Σ. [38 ετών] ήταν σύζυγος της πρώτης και πατέρας των ανηλίκων τέκνων, τα οποία αυτή νόμιμα εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Διατάξεως XXXII του πακ ΚΠολΔ. υιός του δεύτερου και της τρίτης και αδελφός των λοιπών εναγόντων. Οι ενάγοντες συνδέονταν με στενούς δεσμούς αγάπης με τον θανόντα και δοκίμασαν θλίψη και πόνο από το θάνατο του.

Έτσι. αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο ξαφνικός θάνατος του, η ηλικία του, η συντρέχουσα υπαιτιότητά του για την πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του, ο στενός συναισθηματικός δεσμός των εναγόντων με τον θανόντα, ο βαθμός πταίσματος του οδηγού, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων, ενώ της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας η ευθύνη είναι εγγυητική, το δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, την οποία δικαιούνται αυτοί να λάβουν για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του, ανέρχεται, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, στο ποσό:

α) 25.000 ευρώ, για τη σύζυγο του, πρώτη ενάγουσα, ατομικά. β) 15.000 ευρώ σ' αυτή με την ιδιότητά της ως νόμιμος εκπρόσωπος των ανηλίκων τέκνων της και γ) 20.000 ευρώ για έκαστον των γονέων του θύματος, ήτοι………………. Τα ποσά αυτά μετά τη στάθμιση των παραπάνω στοιχείων, κρίνονται εύλογα και σύμφωνα με τη δικαστηριακή πρακτική ...

δηλαδή ανάλογα με τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 932 εδάφ. γ' του ΑΚ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ [ ... ]".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ίδιου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της απόφασης ως και του από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πέμπτου λόγου, με τον οποίο πλήττεται το παρεπόμενο περί επιδικασθέντων επί του κεφαλαίου τόκων, κεφάλαιο της απόφασης, διότι καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω πρώτου μέρους του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και σε αυτό της παρεπόμενης απαίτησης των τόκων).

Κατόπιν τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183,189 πα1,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5874/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ