Legislator Case Law & Legislation
273/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service of summons to absent parties.

Case Number 273/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by B.S. and N.P. against the Third Instance Court of Larissa regarding a property dispute. The appellants did not appear at the hearing, and the court found no evidence that they were properly and timely summoned. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officiously whether the absent party was legally and timely summoned; if not, the hearing is declared inadmissible and the case remitted for new summons.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure proper service of summons inadmissible appeal absence of parties ex officio examination legal costs remittal for new summons

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 74(2) of Law 4690/2020
Presidential Decree of 13.4.2020, ΦΕΚ A' 84
Presidential Decree of 1.5.2020, ΦΕΚ Α' 90

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 273 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 273/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Σ. του Ι., συζύγου Α. Π., 2) Ν. Π. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." και το διακρτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/12/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 184/2020). Περαιτέρω, με τις Π. Ν. Π.:

α) από 13.4.2020, "Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις" (ΦΕΚ A' 84) και, β) από 1.5.2020, "Περαιτέρω μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και την επάνοδο στην κοινωνική και οικονομική κανονικότητα και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 90), είχαν ανασταλεί οι εργασίες των Δικαστηρίων της Χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Αρείου Πάγου, από 13-03-2020 μέχρι και τις 31-05-2020.

Οι ανωτέρω Π. Ν. Π. κυρώθηκαν με το Ν. 4690/2020. Με τη διάταξη της παρ. 2 άρθρου 74 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για την, αρχική, δικάσιμο της 23-03-2020, με την επίδοση, ακριβούς αντιγράφου αυτής, με τη σχετική πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της, κατ' αυτή (βλ. 6266Γ'/07-06-2019 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών Ν.

Τ.), δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Γιαννόπουλου, στον οποίο είχαν χορηγήσει, με το από το …/…-02-2019 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας Ευαγγελίας - Μαρίας Αντωνίου Θεούλη, που υπάρχει στο φάκελο της προκείμενης δικογραφίας, τη σχετική, προς τούτο, καθώς και για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πληρεξουσιότητα και με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκε, για την ανωτέρω δικάσιμο (της 23-03-2020), η αρχικώς αναιρεσίβλητη τράπεζα, την οποία καθολικά διαδέχθηκε, δυνάμει του άρθρου 16 Ν. 2515/1997 και των άρθρων 57 παρ. 3 , 59-74 Ν. 4601/2019, η ήδη παρισταμένη, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και υπεισελθούσα στη δικονομική της θέση, τράπεζα.

Ωστόσο, κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της κατά τ' ανωτέρω αναστολής της λειτουργίας του Αρείου Πάγου, κατά το χρονικό διάστημα από 13/3/2020 μέχρι και τις 31/5/2020. Ήδη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, επαναφέρεται, αυτεπαγγέλτως, προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 07-07-2020, πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου και εγγράφηκε στο πινάκιο αυτής, με πρωτοβουλία του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου.

Η εγγραφή δε της αίτησης αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, με τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19/10/2020), αφού η εγγραφή της στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, που ορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, συνακόλουθα, δεν απαιτείτο η, κατ' άλλο τρόπο, κλήτευσή τους να παρασταθούν στην παρούσα συζήτησή της, σημειουμένου, επιπροσθέτως, ότι για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν χορηγήσει, στον ανωτέρω δικηγόρο, που την υπέγραψε και δια του οποίου επισπεύδουν τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο, τη σχετική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα (άρθρα 495, 553 παρ. 1, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του ίδιου Κώδικα, ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγο αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ. 2, 942 και 943 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη, προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.

Η θεσπιζόμενη κατά τα άνω διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται μόνο κατά το μέρος τους, κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός, που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.

Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, τα ποσά αυτά να αναφέρονται σ' αυτήν.

Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει, για το ορισμένο της, η παραπάνω αγωγή διαρρήξεως περιλαμβάνεται και εκείνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ότι δηλαδή η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή (Ολ.ΑΠ 15/2012).

Από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της, με το οποίο επιδιώκετο η διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών, εκθέτει, μεταξύ άλλων, με σαφήνεια, τόσο την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν, όσο και ότι η υπόλοιπη, εμφανής, περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας (οφειλέτιδος), δεν αρκεί για την ικανοποίηση αυτής (ενάγουσας) ως δανείστριας, γιατί, κατά τα ιστορούμενα, τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα αποτελούσαν τη μοναδική, ελεύθερη βαρών, περιουσία της πρώτης αντιδίκου της.

Ειδικότερα δε, αναφέρεται στην αγωγή ότι: α) Η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, από σύμβαση πίστωσης, με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συναφθεί στις 11-05-2000, (συνολικά μέχρι ποσού 322.817,31 ευρώ) και, επομένως, ήταν γεννημένη, κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, ανέρχεται σε 62.061,99 ευρώ. β) Η αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών (καταστήματος και διαμερίσματος, τριώροφης οικοδομής), που απαλλοτριώθηκαν, με το …/…-01-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Λάρισας Θ.

Ζάγουρα, ανέρχεται, σε 93.633,60 ευρώ και 73.980,18 ευρώ, αντίστοιχα (αντικειμενικές αξίες) και, σε 110.000,00 και 85.000,00 ευρώ, αντίστοιχα (εμπορικές αξίες). Και, γ) με τις απαλλοτριώσεις αυτές, η πρώτη, ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, αποξενώθηκε της μοναδικής, ελεύθερης βαρών, περιουσίας, που διέθετε. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, περιείχε, κατά τρόπο απόλυτα ορισμένο, τα αναγκαία, κατά το νόμο, μεταξύ άλλων, στοιχεία της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και της αφερεγγυότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, εναγομένης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο ζητείται η διάρρηξη, σημειουμένου, ως προς το τελευταίο αυτό στοιχείο, ότι δεν απαιτείτο, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου, να αναφέρεται και, αν υφίσταται άλλη περιουσία της τελευταίας και ποια η αξία της, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον, κατά τα ιστορούμενα, σ' αυτό, τα επίμαχα ακίνητα αποτελούσαν τη μοναδική, ελεύθερη βαρών, περιουσία της.

Επομένως, εφόσον, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, ως προς τα παραπάνω στοιχεία της, αρκούσαν και μόνο, τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από αυτά που απαιτεί, προς τούτο, το πραγματικό του άρθρου 939 ΑΚ και, έτσι, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και (επικουρικώς) 14, ορθώς εκτιμώμενη, στο σύνολό της, ως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, συνακόλουθα, κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την ανάγκη της αναιρετικής έρευνας και ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της αφερεγγυότητας της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, μετά την ένδικη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "....Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ως άνω σύμβασης πίστωσης, πριν το οριστικό κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού, η πρώτη των εναγομένων με το με αριθμ.

…./….-1-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας, Θεανώς Ζάγουρα, νομίμως μεταγραφείσας στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς τον δεύτερο των εναγομένων, γιο της, τις κάτωθι περιγραφόμενες διηρημένες ιδιοκτησίες μιας τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη συνοικία Αγίου Γεωργίου στη ….

και επί της συμβολής των οδών ... και ..., ήτοι: α) το υπό στοιχεία Κάπα δύο (Κ-2) κατάστημα, αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου της άνω οικοδομής, που έχει καθαρό εμ3αδόν (56,61) τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο (191/1000) εξ αδιαιρέτου, και β) το με στοιχεία Δ 1 διαμέρισμα, αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της άνω οικοδομής, που έχει καθαρό εμβαδό (101,67) τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο (275/1000) εξ αδιαιρέτου. Η αντικειμενική αξία των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται σε 99.633,60 ευρώ και 73.980,18 ευρώ, αντίστοιχα και η εμπορική τους αξία σε 110.000 ευρώ και 85.000 ευρώ, αντίστοιχα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει την σε βάρος της πρώτης εναγομένων απαίτησή της, διότι η τελευταία σαφώς γνώριζε, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα αυτές, αφενός ότι είναι οφειλέτριά της, κατά τα προαναφερόμενα, αφετέρου ότι με τις απαλλοτριώσεις των ως άνω μοναδικών (κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) εμφανών περιουσιακών της στοιχείων, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, ανερχόμενης τότε στο ποσό των 60.000 ευρώ, περίπου, γεγονός που αποδέχθηκε....Εξάλλου από τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το ότι έως και σήμερα δεν έχει ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας, σαφώς προκύπτει ότι με τις ένδικες απαλλοτριώσεις οι εναγόμενοι στόχευαν στην αποξένωση της πρώτης των εναγομένων και οφειλέτριας της ενάγουσας από τα ως άνω περιουσιακά της στοιχεία, ώστε να μην μπορεί η ενάγουσα, επιλαμβανόμενη αυτών, να ικανοποιήσει την αξίωσή της, έστω και κατά ένα μέρος...".

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο και, αφού έκρινε, περαιτέρω, ότι: "...συντρέχει περίπτωση να διαρρηχθεί η προαναφερόμενη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία μόνο ως προς το δεύτερο ακίνητο, ήτοι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με στοιχεία Δ1, της κείμενης επί της συμβολής των οδών ... και ... οικοδομής, στη συνοικία Αγίου Γεωργίου στη Λάρισα, αξίας, εμβαδού 101,67 τ.μ., καθώς η αξία αυτού είναι αρκετή για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας...", απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του, σχετικά με το ζήτημα, της αφερεγγυότητας της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί ότι: "...οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει την σε βάρος της πρώτης εναγομένων απαίτησή της, διότι η τελευταία σαφώς γνώριζε, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα αυτές, αφενός ότι είναι οφειλέτριά της, κατά τα προαναφερόμενα, αφετέρου ότι με τις απαλλοτριώσεις των ως άνω μοναδικών (κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) εμφανών περιουσιακών της στοιχείων, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, ανερχόμενης τότε στο ποσό των 60.000 ευρώ, περίπου, γεγονός που αποδέχθηκε...", δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτή, χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε, εκ πλαγίου.

Δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει το Εφετείο και αν η πρώτη ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, διέθετε, μετά την απαλλλοτρίωση των ενδίκων ακινήτων και άλλα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και ποια ήταν η αξία τους, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού, όπως αναφέρθηκε, αυτό, δέχθηκε ότι τα επίμαχα ακίνητα αποτελούσαν, κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και της συζήτησής της, τα μοναδικά, εμφανή, περιουσιακά της στοιχεία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν αυτοί, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του σχετικού αιτήματος, το οποίο νόμιμα υπέβαλε αυτή, με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2018 αίτηση για αναίρεση της 147/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ