273/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated273/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε, επί των συνεκδικασθεισών κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων α) της από 4-4-2012 (αρ. κατ. δικ 19/2012), αιτήσεως που άσκησαν στο ως άνω Εφετείο πρόσωπα μη αφορώντα την παρούσα δίκη, με την οποία ζητούσαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους και β) της από 30-4-2012 (αρ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 273 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 273/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Γ. του Ι., 2) Ι. χας Χ. Γ., κατοίκου ... και 3) Ζ. - Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ... εκ των οποίων οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Β. Γ. του Ι. (1ος), απεβίωσε στις 14-9-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Μ. χα Β. Γ., το γένος Κ. Π. και β) Ε. Γ. του Β., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αίτηση των 2ης και 3ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Β. Γ. του Ι., που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συνεκδικάστηκε με την από 4-4-2012 αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 24/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 2-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 153/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 24/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ως προς τους αναιρεσείοντες και κατά το μέρος που αφορά τα αιτήματα της ιδιαίτερης αποζημίωσης και της άρσης του τεκμηρίου ωφελείας, κατά παραδοχή των από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559, λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17.9.2014 και αριθμό καταθ. 18/2014 αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν τη με αριθμό 153/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 24/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ως προς τα κεφάλαια της ιδιαίτερης αποζημίωσης και της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας.
Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε, επί των συνεκδικασθεισών κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων α) της από 4-4-2012 (αρ. κατ. δικ 19/2012), αιτήσεως που άσκησαν στο ως άνω Εφετείο πρόσωπα μη αφορώντα την παρούσα δίκη, με την οποία ζητούσαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους και β) της από 30-4-2012 (αρ.
κατ. δικ. 20/2012), αυτοτελούς αίτησης, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες με την οποία, εκτός από τον προσδιορισμό επίσης οριστικής τιμής μονάδος, ζητούσαν, να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων τους με ΑΚΠ 63 και 72 σε ποσοστό 30%, λόγω της μείωσης της αξίας τους κατά το ποσοστό αυτό, και να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας ώστε, ως μη ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, να αρθεί η υποχρέωση αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων.
Η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης και δέχθηκε εν μέρει την αίτηση για την κατά ποσοστό 75% ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 1554/2017).
Τέλος, ενόψει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και τη μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, 1201/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7 - 8/2006).
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αιτήσεως που υπέβαλαν στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας για οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ζήτησαν με αυτή και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των με αριθμούς Κ.Π. 63 και 72 ιδιοκτησιών τους λόγω της κατά ποσοστό 30% μειώσεως αξίας τους, αλλά και την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας για τις ως άνω παρόδιες ιδιοκτησίες τους, συναφώς δε και την άρση της υποχρέωσης προς αποζημίωσης των παροδίων.
Το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως σχετικά με τα αιτήματα αυτά των αναιρεσειόντων, τα εξής: "Οι ως άνω ιδιοκτησίες τους απαλλοτριώθηκαν υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ' αριθμ. 1112064/8399/Δ0010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ16/24-1-2007 του Τ.Α.Α.
και Π.Θ. και καταχωρήθηκε νόμιμα στον τόμο 170 και στον αριθμό 301 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου, όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. ...18/Δ0010/2008 και Δ12/.../15-6-2011 Κ.Υ.Α. των ιδίων Υπουργών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "... του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιονίας οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 10+248 έως χ.θ. 18+700 στην περιοχή ..."....
Ότι αυτές βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... της Δημοτικής Ενότητας ….του Δήμου …, σε περιοχή που απέχει από 10 έως 19 χιλιόμετρα από τη γέφυρα …. και από 9 έως 18 χιλιόμετρα από την οικιστική περιοχή της πόλεως του …. και βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, με αρτιότητα οικοπέδων στα 4.000 τ.μ. κατά κανόνα και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση σύμφωνα με το Π.Δ. 24/31-5-1985 σε συνδυασμό και με το Π.Δ. 209/1998, με το οποίο καθορίζονται οι αποστάσεις των οικοδομών από τις οδούς για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας....
Τα με αριθμούς ΚΠ 63 και 72 απαλλοτριωθέντα ευρίσκονται στη θέση ".." Κάτω … της Δημοτικής Ενότητας …....". Ειδικότερα ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της ιδιαίτερης αποζημίωσης και της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας περιέλαβε για καθένα των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων τις εξής παραδοχές: "Η με αριθ.
ΑΚΠ 63 ιδιοκτησία, για την οποία αξιώνει κυριότητα ο πρώτος των αιτούντων της από 30-4-2012 αιτήσεως είχε αρχικώς εμβαδόν 23.266,28 τ.μ. Απαλλοτριώνονται δύο τμήματα εμβαδού 2.155,25 και 494,94 τ.μ., αντίστοιχα. Απομένουν 21.111 τ.μ. Είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο σε υφιστάμενη δημοτική οδό. Η …. θα διέρχεται νοτίως αυτής, υπερυψωμένη με παρεμβολή τάφρου, η οποία διευθετεί υφιστάμενο ρέμα.
Ο πλησιέστερος ΑΚ (ανισόπεδος Κόμβος) …(χ.θ. 22+350) διέρχεται σε απόσταση 8,3 χιλιομέτρων. Τυχόν μείωση της αξίας αυτής λόγω της ρυπάνσεως και του θορύβου επέρχεται λόγω της εκτελέσεως του έργου, που απέβλεπε η απαλλοτρίωση και όχι λόγω της απαλλοτριώσεως...
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία. Ωστόσο η απόκτηση προσώπου στην … Οδό εξουδετερώνεται κατά ποσοστό 75% από το γεγονός ότι θα υφίσταται υψομετρική διαφορά από αυτή με επίχωμα 8 έως 8,40 μέτρων, με αποτέλεσμα να υφίστανται δυσμενείς συνέπειες που υπερκαλύπτουν την ωφέλεια.
Συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα περί άρσεως της ωφέλειας ως βάσιμο και κατ' ουσία. Να αναγνωρισθεί ότι ο αιτών δεν υποχρεούται σε πλήρη αυτοαποζημίωση, διορθωνόμενου κατά τούτο του κτηματολογικού πίνακα, παρά μόνο κατά ποσοστό 25% για τμήματα με εμβαδόν 1.156,84 και 234,92 τ.μ. Η με αριθ. 72 ιδιοκτησία για την οποία αξιώνουν δικαίωμα συγκυριότητας η δεύτερη και τρίτη των αιτούντων της από 30-4-2012 αιτήσεως, είχε εμβαδόν 22.537,34 τ.μ., απομένουν 21.184 τ.μ.. αφού απαλλοτριώθηκαν 1.700 τ.μ. Είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην υφιστάμενη εθνική οδό. Η … Οδός διέρχεται νότια υπερυψωμένη ως προς αυτήν με παρεμβολή τάφρου με επίχωμα ύψους 8,5 μ., ο δε Α.Κ. …ς διέρχεται σε απόσταση 3,3 χιλιομέτρων. Η μείωση της αξίας της επήλθε λόγω της εκτελέσεως του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και όχι εξ αιτίας αυτής. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία. Ωστόσο η απόκτηση προσώπου στην … Οδό εξουδετερώνεται κατά ποσοστό 75% από το γεγονός ότι θα υφίσταται υψομετρική διαφορά από αυτή με επίχωμα 8,5 μέτρων, με αποτέλεσμα να υφίστανται δυσμενείς συνέπειες που υπερκαλύπτουν την ωφέλεια.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα άρσεως της ωφέλειας ως βάσιμο και κατ' ουσία. Να αναγνωρισθεί ότι οι αιτούσες δεν υποχρεούνται σε πλήρη αυτοαποζημίωση, διορθωνόμενου του κτηματολογικού πίνακα, παρά μόνο κατά ποσοστό 25% για το τμήμα εμβαδού 1.151,65 τ.μ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ειδικότερα, ως προς τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων εξ αιτίας της εκτελέσεως του έργου, για το οποίο η απαλλοτρίωση, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 31/2005 οπ.π.), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη.
Παραλλήλως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της μειώσεως ή μη της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων, συνεπεία της αποτμήσεως της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, δεν αποσαφηνίζει: α) ποια ήταν η κατά προορισμό χρήση των συγκεκριμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων και αν επήλθαν επιπτώσεις στη χρήση τους μετά την απαλλοτρίωση, β) αν τα ως άνω ακίνητα πριν την απότμησή τους είχαν πρόσβαση και σε ποια απόσταση στην Εθνική οδό και αν υφίσταται πλέον και σε ποια απόσταση η πρόσβασή τους και γ) αν προ της απαλλοτριώσεως τα συγκεκριμένα ακίνητα ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αν τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα αυτών εξακολουθούν και μετά την απαλλοτρίωση, με βάση την έκτασή των και τα λοιπά χαρακτηριστικά των, να είναι άρτια και οικοδομήσιμα έστω και κατά παρέκκλιση, ή αν είναι ή όχι άρτια και μη οικοδομήσιμα, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του εφαρμοστέου στην περίπτωση αυτή κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1201/2017 οπ.), και εν προκειμένω του άρθρου 13 § 4 εδ.
β' του Ν. 2882/ 2001 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128§2 του Ν. 4070/2012. Επομένως, το τρίτο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του ως άνω κανόνος ουσιαστικού δικαίου του Ν. 2882/2001 αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και το δεύτερο μέρος από τον ίδιο λόγο στο οποίο προσιδιάζει κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως, η από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμα και, πρέπει να γίνουν δεκτά.
Η κατά τα άνω παραδοχή της βασιμότητας των προβληθέντων με το δεύτερο και τρίτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης πλημμελειών, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει την αποδοχή της αναίρεσης ως προς το ζήτημα της απόρριψης από την προσβαλλόμενη απόφαση της ιδιαίτερης αποζημίωσης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου μέρους του ίδιου ως άνω λόγου με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από το αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Τέλος, όσον αφορά το κεφάλαιο της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 63 και ΑΚΠ 72 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας και να αναγνωρισθεί ότι οι ιδιοκτησίες αυτές έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης μόνο κατά ποσοστο 25%, ανατρέποντας εν μέρει το τεκμήριο ωφελείας κατά 75% για τις αντίστοιχες της ΑΚΠ 63 απαλλοτριωθείσες εκτάσεις εμβαδού 1.156 και 234,92 τ.μ.
και την αντίστοιχη της με ΑΚΠ 72 απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.700 τ.μ., επιτάσσοντας κατά τούτο τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα. Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας για τις παρόδιες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 και να στερείται η προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη, αν και δέχεται το ουσιώδες για την εφαρμογή του νόμου στοιχείο, ότι οι ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση των με αριθμό ΚΠ 63 και ΚΠ 72 απαλλοτρουμένων τμημάτων, δεν αποκτούν πρόσοψη επί της διανοιγόμενης … οδού, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του, μεταξύ της τελευταίας και των εκτάσεων των αναιρεσειόντων παρεμβάλλεται τάφρος με επίχωμα που εγγίζει τουλάχιστον τα 8 μ.
με 8,40 μ. για την πρώτη και τα 8,5 μ. για την δεύτερη, δεν εξειδικεύει τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων προέβη στον προσδιορισμό της μη ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας κατά ποσοστό 25%, με το οποίο παραμένει λόγω της απαλλοτρίωσης στους ιδιοκτήτες των ως άνω εκτάσεων και τους υποχρεώνει σε αυτοαποζημίωση.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει, αν υπάρχει ή όχι στα ακίνητα αυτά δυνατότητα προσβάσεως στο έργο, η οποία να περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, και συγκεκριμένα αν οι εκτάσεις αυτές αποκτούν πρόσωπο επί παράπλευρης παρακαμπτηρίου οδού, αν αυτές έχουν πρόσβαση και μπορούν να εισέλθουν στην … οδό, ή αν αυτές έχουν πρόσβαση και αν μπορούν να εισέλθουν σε παράπλευρη παρακαμπτήριο οδό, αν η … οδός, που είναι κλειστή οδός ταχείας κυκλοφορίας, έχει πλησίον ή όχι των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και σε πόση απόσταση από την καθεμία, κόμβο επικοινωνίας με τις παράπλευρες παρακαμπτήριες οδούς.
Επομένως ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει, να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και κατά το κεφάλαιο αυτό της προσβαλλομένης, με την επισήμανση ότι κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου οι αιτιάσεις που αφορούν τον ίδιο αναιρετικό λόγο δεν προσιδιάζουν και στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία παραλλήλως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για το ίδιο ζήτημα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες κατά το μέρος, που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των ακινήτων των αναιρεσειόντων που απέμειναν από τα με αριθμ. ΚΠ 63 και ΚΠ 72 απαλλοτριωθέντα τμήματα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 153/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμ. 24/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς τους αναιρεσείοντες, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ