273/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 273 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2017
Legislator headnote
AI generated273/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 273 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2017
Full text
Απόφαση 273 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Νικολέττας Μπελίτση, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., 3) Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ... και 4) Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 832/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεσή της ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 12819/5-7-2016 έκθεση επιδόσεως της Φ. Κ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τη δικηγόρο Αθηνών, Μ. Τ., ως αντίκλητο αυτών, με παράδοση του σχετικού δικογράφου στα χέρια της εργαζόμενης στο γραφείο της εν λόγω δικηγόρου, γραμματέα Ά. Γ., που το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (ΚΠολΔ 124 παρ.2, 129 παρ.1, 143 παρ.1). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική τους απουσία (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Η υπό κρίση, από 22-5-2015 αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 25-5-2015 (ΚΠολΔ 495 παρ.1), στρέφεται κατά της 832/2009 αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε την 29-5-2009 και φέρεται ως μηδέποτε επιδοθείσα, χωρίς να προκύπτει κάτι διαφορετικό από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς το αναιρεσείον λόγω παρελεύσεως απράκτου της καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως (ΚΠολΔ 518 παρ.2). Η κατάθεσή της έγινε πριν από την εκπνοή της [τότε] τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή (ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3).
3. Με την ένδικη, από 14-7-2008 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι, συνδεόμενοι με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σ' αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως 2006, υπαγόμενοι μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003.
Κατόπιν αυτού, ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως εργοδότης, να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αντιστοίχως αναφερόμενα χρηματικά ποσά, λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι, των 176 ευρώ μηνιαίως). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτούς των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΚΥΑ) σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με αδικαιολόγητο αποκλεισμό των ιδίων, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης των εναγόντων, που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση ΚΥΑ για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ' αυτούς και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους.
4. Επί της αγωγής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 832/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, συνδέονταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.
Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ήτοι στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών τών αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις.
Ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση, όπως τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζόμενων. Ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003).
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι πληρούν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούνται την ένδικη ειδική παροχή, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτούνταν η συνδρομή ουδεμιάς ετέρας προϋποθέσεως.
Κατόπιν αυτού, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του έτους 2005 λόγω παραγραφής, έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα.
5. Με την κρίση αυτή, το Ειρηνοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφ' όσον δεν λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες από το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω, αναγκαία κατά νόμο, προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους. Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως. Και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 38, 39/2017, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α'), να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αντιστοίχως ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.4) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στους ενάγοντες. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 832/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 14-7-2008 αγωγή στο σύνολό της.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ