Legislator Case Law & Legislation
273/2009 AI generated

273/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 273/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

273/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Α.Υ.Ε. 17663/1982 (ΦΕΚ Β' 501/1982), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου, αντίστοιχα, της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (απόφαση 1/1982 του Δ.Δ.Δ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 273 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 273/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Πανούσης, που ανακάλεσε την από 7.11.2008 δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" (Ν.Π.Δ.Δ), που εκπροσωπείται νόμιμα, το εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Καλούδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.10.2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1226/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5816/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31.12.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από Σεπτέμβριο 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16.170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αντίστοιχα (ΦΕΚ Β'472/1981 και ΦΕΚ Α' 731/1981) ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας για εξάωρη απασχόληση, αυξομοιούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Α.Υ.Ε. 17663/1982 (ΦΕΚ Β' 501/1982), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου, αντίστοιχα, της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (απόφαση 1/1982 του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών). Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α Υ Ε 17853/1989 (ΦΕΚ Β' 741/1989) και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την Ε.Σ.Σ.Ε. αυτή επεκτάθηκαν, στο σύνολόι τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην Π Ο Ε Δ Η Ν.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.

Α.Π. 10/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικόγράφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψή της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήρίο και αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.

Μπορεί δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ), να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος.

Περαιτέρω, η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι νόμιμος ή παραδεκτός, και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Τούτο συμβαίνει και όταν ο εκκαλών ή εφεσίβλητος ενάγων προτείνει στο Εφετείο για πρώτη φορά, παρά τη σχετική απαγόρευση του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., ισχυρισμό με τον οποίο μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής.

Εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της, ότι είχε προσληφθεί από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., την 1-3-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετετράπη σε αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρία, ότι έκτοτε προσφέρει τις υπηρεσίες της σ' αυτό, αμοιβόμενη με τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις αποδοχές.

Ότι με βάση την ιδιότητα της ως χήρας, έχουσας συμπληρώσει 18ετή υπηρεσία την 1-3-1990 και 21ετή την 1-3-1993 και εργαζομένης το νόμιμο ωράριο των καθαριστρίων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, έπρεπε, κατά το ένδικο διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 30-9-2000, να λάβει ως αποδοχές, σύμφωνα με τις αναφερόμενες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., με βάση υπολογισμού το ημερομίσθιο ασφαλείας των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που ίσχυσαν κατά την ένδικη περίοδο, συνυπολογιζομένων των προσαυξήσεων και επιδομάτων που αναφέρονται στην αγωγή, του βασικού μισθού με βάση οκτάωρη ημερήσια εργασία, το συνολικό ποσό των δραχμών 47.113.450, όπως τα επί μέρους κονδύλια αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, ότι το εναγόμενο αντί των αποδοχών αυτών λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού με βάση το εκάστοτε κατώτατο όριο ημερομισθίου ημερομισθίου ασφαλείας) των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και της μη χορηγήσεως των επιδομάτων τριετιών εκ ποσοστού 50% του βασικού της μισθού, της αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως του ν.201/75, καθώς και λόγω μη εφαρμογής ως εκ τούτου του ταυταρίθμου και ταυτοσήμου άρθρου 9 της από 22-12-1988, κατ έβαλε σ' αυτήν συνολικά 13.159.071 δραχμές, ζήτησε δε να υποχρεωθεί να της καταβάλει συνολικά 33.954.379 δραχμές.

Με βάση αυτό το περιεχόμενο και αίτημα το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι από 1-7-1988 έχει επεκταθεί με την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, όπως είναι και το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και έκτοτε δεν ισχύει το θεμελιούμενο στην 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς και στις ισχύουσες από 1-1-1989 και εφεξής Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. μισθολογικό καθεστώς των άνω εργαζομένων. Με τους από το άρθρο 559 αρ. 1, 8.14 και 16 Κ.Πολ.Δ. δύο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από τις 6285/1997 και 2926/2001 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών σχετικά με το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με βάση τις προϊσχύουσες, της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις που επικαλέσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με αυτές που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προς απόκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου. Οι λόγοι όμως αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δεν περιείχετο στην ιστορική βάση αυτής τέτοιος ισχυρισμός, ενώ η μεταγενέστερη με τις προτάσεις της πρωτόδικης και της έκκλητης δίκης επίκληση του δεδικασμένου είναι απαράδεκτη, αφού συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι νομικά επιτρεπτό τα ελλείποντα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος να συμπληρωθούν με τις προτάσεις του ενάγοντος κατά την πρωτόδικη δίκη, καθώς και με αυτές ως εφεσίβλητου κατά την έκκλητη δίκη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 224 παρ. 1 και 527 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δικ., τέτοιο δε ελλείπον στοιχείο συνιστά και ο ισχυρισμός ως προς το ότι η με βάση μη ισχύουσα ΣΣΕ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, θεμελίωση αξιώσεων για διαφορές αποδοχών, είναι σύννομη, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου περί ισχύος αυτής.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5816/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ