273/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4541/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6590/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά τον πρώτο λόγο της και την αναίρεση της προσβαλλομένης υπ'αριθμ.6590/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated273/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Full text
Απόφαση 273 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 273/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ..... , την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Κωνσταντέλλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της 'ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε' και καθολικής διαδόχου της 'ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Α.Ε', την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Θάνος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4541/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6590/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά τον πρώτο λόγο της και την αναίρεση της προσβαλλομένης υπ'αριθμ.6590/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 63/1992) αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ.
αλλά και χρηματική ικανοποίηση, για τη μη περιουσιακή ζημία, δηλαδή την ηθική βλάβη που υπέστη από την ακυρωθείσα εκτέλεση (Α.Π. 223/2004). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το άδικο, ως στοιχείο της καθιερούμενης κοινοπραξίας εντοπίζεται στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, επί τη βάσει οποιουδήποτε άλλου τίτλου εκτελεστού, εκτός από απόφαση τελεσίδικη, ή προσωρινά εκτελεστή, και σε οποιαδήποτε πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Το δε άδικο μπορεί να συνίσταται σε λόγους ακυρότητας τόσο ουσιαστικούς, όπως η έλλειψη δικαιώματος, όσο και τυπικούς, από τους οποίους η πλέον συνηθισμένη αοριστία της επιταγής του άρθρου 40 ή 57 του ν.δ. την 17-7-/13-8-1923, συνεπεία των οποίων αμετάκλητα κρίθηκε παράνομη η αναγκαστική εκτέλεση. Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 914 του Α.Κ.
ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ. για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 889/200 και 1063/1999).
Τέλος, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. ..... δανειστικό συμβόλαιο και με την υπ' αριθμ. .... πράξη λήψης δανείου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης θυγ.
Νικολάου Κρομμύδα, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α. Ε." και της ενάγουσας, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη ενυπόθηκο χρεωλυτικό δάνειο κεφαλαίου ύψους 6.000.000 δραχμών, το οποίο ήταν εξοφλητέο κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας μέσα σε πενήντα οκτώ (58) εξαμηνιαίες δόσεις, με επιτόκιο που συμφωνήθηκε σταθερό σε 23% ετησίως για τις τρεις πρώτες δόσεις και μεταβλητό στο εκάστοτε βασικό επιτόκιο χορηγήσεως από την τράπεζα δανείων της ίδιας κατηγορίας και χρονικής διάρκειας, πλέον 2,75%.
Για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου η δανείστρια τράπεζα ενέγραψε υποθήκη επί μιας αυτοτελούς ανεξάρτητης διηρεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) της ενάγουσας που βρίσκεται στη ...... και στον υπερυψωμένο ισόγειο όροφο της επί της οδού .....στον αριθμό ..... πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, η δανείστρια τράπεζα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της από το δάνειο και συγκεκριμένα στις 9-5-1995 επέδωσε στην ενάγουσα κάτω από περίληψη του ως άνω υπ' αριθμ. .....
δανειστικού συμβολαίου την από ...... επιταγή προς πληρωμή ποσού 8.094.150 δραχμών για κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις του δανείου, εκθέτουσα στην επιταγή ότι ένεκα υπερημερίας της ενάγουσας περί την καταβολή τόκων κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας, χρεολύτρων, εξόδων και φόρων επί των καθυστερούμενων τόκων κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το όλο δάνειο.
Κατά της επιταγής αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 16-5-1995 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...... ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε πρωτόδικα με την υπ' αριθμ. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από μέρους, της ενάγουσας και τότε ανακόπτουσας έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 5871/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε αοριστία της επιταγής προς πληρωμή, εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω επιταγή προς πληρωμή.
Η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών που ακύρωσε την ως άνω επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην επισπεύδουσα τράπεζα στις 24-7-1997 (βλ. προσκ. την υπ' αριθμ ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ......) και δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο εναντίον της (βλ. προσκ. το σχετικό υπ' αριθμ. .....
πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) με συνέπεια να καταστεί αμετάκλητη. Όμως, μετά την επίδοση της ως άνω ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή και πριν από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που ακύρωσε αμετάκλητα την επιταγή προς πληρωμή με την οποία επισπευδόταν από μέρους της τράπεζας η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ενάγουσας, η επισπεύδουσα τράπεζα προχώρησε με βάση την ως άνω επιταγή προς πληρωμή και σε επόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 9-4-1996 επέβαλε κατάσχεση στο προαναφερθέν ενυπόθηκο διαμέρισμα της ενάγουσας με την εγγραφή της ως άνω επιταγής προς πληρωμή στα οικεία βιβλία και κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου ...... (βλ.
προσκ. το υπ' αριθμ. ...... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Λιβαδειάς) και στις 7-6-1996 συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...... περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως για τη διενέργεια πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Ιωάννας συζ. Θεοδώρου Γερονικολού, με την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ενυπόθηκου ακινήτου της ενάγουσας και οριζόταν ως ημέρα του πλειστηριασμού του η 10-7-1996, η οποία περίληψη, όπως προβλέπεται από το νόμο, αναρτήθηκε στο Δημαρχείο ...., κοινοποιήθηκε στις αρμόδιες αρχές και δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο.
Η ενάγουσα άσκησε και κατά των μεταγενέστερων αυτών πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες στηρίζονταν στην άκυρη επιταγή προς πληρωμή, την από 25-6-1996 ανακοπή και τους από 31-7-1997 πρόσθετους λόγους ανακοπής, οι οποίοι έγιναν δεκτοί με την υπ' αριθμ. 591/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε τις ως άνω μεταγενέστερες πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως που στηρίζονταν, στην ως άνω άκυρη επιταγή προς πληρωμή, η οποία είχε ήδη ακυρωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή ακύρωσε την επιβληθείσα με την εγγραφή της ως άνω επιταγής προς πληρωμή στα οικεία βιβλία υποθηκών και κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου ......
κατάσχεση του ενυπόθηκου διαμερίσματος της ενάγουσας καθώς επίσης και την υπ' αριθμ. ....... περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως για τη διενέργεια πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Ιωάννας συζ. Θεοδώρου Γερονικολού, με την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ενυπόθηκου ακινήτου της ενάγουσας.
Και η απόφαση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που ακύρωσε τις ως άνω μεταγενέστερες πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως που στηρίζονταν στην άκυρη επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην επισπεύδουσα τράπεζα στις 31-3-1998 (βλ. προσκ. την υπ' αριθμ. ....... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ....)και δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο εναντίον της (βλ.
προσκ. το σχετικό υπ' αριθμ. ....... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) με συνέπεια να καταστεί και αυτή αμετάκλητη. Έτσι, η αναγκαστική εκτέλεση που επέσπευδε η τράπεζα σε βάρος της ενάγουσας με την ως άνω επιταγή προς πληρωμή και τις ως άνω μεταγενέστερες πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως που στηρίζονταν στην επιταγή προς πληρωμή ακυρώθηκε αμετάκλητα.
Από την άκυρη επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως που επέσπευσε η τράπεζα σε βάρος της ενάγουσας με τις ως άνω άκυρες πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητας της διότι παρουσιαζόταν στους τρίτους ως κακοπληρώτρια πελάτης της τράπεζας αλλά και διότι στεναχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε από την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, η οποία της στέρησε και την εξουσία διαθέσεως του κατασχεθέντος ακινήτου της, δηλαδή υπέστη από την άκυρη επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της μη περιουσιακή ζημία και συγκεκριμένα ηθική βλάβη από προσβολή της προσωπικότητας της.
Συντρέχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του νομικού προσώπου της επισπεύδουσας τράπεζας, αφού υπάρχει παράνομη πράξη της τράπεζας και συγκεκριμένα η επίσπευση άκυρης αναγκαστικής εκτελέσεως, η παράνομη αυτή πράξη της άκυρης επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ενάγουσας οφείλεται σε πταίσμα και ειδικότερα σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων και νομικών παραστατών της τράπεζας, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται η ίδια η τράπεζα, επήλθε μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη) στην ενάγουσα και είναι προφανής η αιτιώδης συνάφεια που υπάρχει μεταξύ της παράνομης και άκυρης επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα απ' αυτήν.
Η ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα, δηλαδή η κατά τα ανωτέρω προσβολή της προσωπικότητας της, επήλθε από την εν γένει επίσπευση της άκυρης αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της και κυρίως από την επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της με αόριστη και άκυρη επιταγή προς πληρωμή και όχι και από τις μεταγενέστερες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, οι οποίες έπρεπε κατά το νόμο να επακολουθήσουν μέχρι να ακυρωθεί η αόριστη και άκυρη επιταγή προς πληρωμή στην οποία αυτές στηρίζονταν, και οι οποίες ακυρώθηκαν, όχι γιατί έγιναν οι ίδιες παρά το νόμο, αλλά επειδή ακυρώθηκε η επιταγή προς πληρωμή, στην οποία αυτές στηρίζονταν ως αόριστη και παράνομη.
Επίσης, ναι μεν δημοσιεύθηκε περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως του ακινήτου της ενάγουσας στον τοπικό τύπο, όπως προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, πλην όμως η προσβολή της προσωπικότητας και η ηθική βλάβη της ενάγουσας προκλήθηκε και επήλθε από την άκυρη επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ενάγουσας με την αόριστη και άκυρη επιταγή προς πληρωμή.
Έτσι το Δικαστήριο αυτό, κρίνοντας ότι από την εν γένει επίσπευση της άκυρης αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ενάγουσας επήλθε μια ενιαία προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και κατά συνέπεια μία ενιαία ηθική βλάβη σ' αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη του το μέγεθος της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την κατά τα ανωτέρω άκυρη επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της, το γεγονός ότι η επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ενάγουσας κρίθηκε άκυρη λόγω αοριστίας της επιταγής προς πληρωμή, το ότι αυτή οφείλεται σε αμέλεια της επισπεύδουσας τράπεζας και όχι σε δόλο και πρόθεση της να προσβάλει την προσωπικότητα της ενάγουσας με άκυρη επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση στην ενάγουσα για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 1.200 ευρώ και κατά συνέπεια ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη τράπεζα, η οποία διαδέχθηκε με συγχώνευση και απορρόφηση ως οιονεί καθολική διάδοχος την ως άνω επισπεύδουσα τράπεζα (βλ.
άρθρο 75 Ν. 2190/1920,16 Ν. 2515/1997, υπ' αριθμ. Κ2- 9572/29-9-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και ΦΕΚ 7797/2-10-1998 - τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.200 ευρώ". Με τα περιστατικά αυτά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, το ζημιογόνο αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και η αντίστοιχη ηθική βλάβη που υπέστη αυτή από τις τρεις επί μέρους διαδοχικές υπαίτιες άκυρες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επέσπευσε η αναιρεσίβλητη (επιταγή, κατάσχεση και επίσπευση πλειστηριασμού) του ακινήτου της αναιρεσείουσας, με τις αναγκαίες κάθε φορά ενέργειες δημοσιότητας, με τις οποίες η αναιρεσείουσα παρουσιαζόταν ως κακοπληρώτρια -πελάτης της αναιρεσίβλητης τράπεζας ακόμη και στον τοπικό τύπο όπου δημοσιεύθηκε περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, κρίθηκε (από το Εφετείο) ότι βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πρώτη άκυρη πράξη, της επίσπευσης δηλαδή της αναγκαστικής εκτέλεσης με την αόριστη και άκυρη επιταγή, και όχι και με τις μεταγενέστερες πράξεις, οι οποίες έκρινε ότι στηρίζονται αιτιωδώς στην ίδια ακυρωθείσα επιταγή, και με τις σκέψεις αυτές, θεωρώντας ότι υπήρξε μία ενιαία προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, με κοινή αφετηρία και κοινό αίτιο μόνο την άκυρη επιταγή, με την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα μία ενιαία χρηματική ικανοποίηση στο ποσό που προαναφέρθηκε.
Και ναι μεν η σχετική κρίση του Εφετείου ως δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό αυτό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Ακυρωτικού (Α.Π. 634/2007). Με τα περιστατικά όμως αυτά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κρίθηκε ότι η προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας συνδέεται αιτιωδώς μόνο με την αρχική παράνομη ενέργεια της αναιρεσίβλητης, της επιδόσεως δηλαδή της άκυρης επιταγής, και δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια κατ' αντικειμενική κρίση και κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και με τις υπόλοιπες παράνομες ενέργειες της αναιρεσίβλητης μεταξύ των οποίων και η δημοσίευση στον τοπικό τύπο της κατασχετήριας έκθεσης και της κοινοποίησης της στις αρχές της πόλεως της κατοικίας της.
Όμως, αν η αναιρεσίβλητη, μετά την προσβολή της άκυρης επιταγής της, με την πρώτη από τις τρεις συνολικά διαδοχικές ανακοπές της αναιρεσείουσας, που άσκησε εκείνη κατά καθενός σταδίου της άκυρης εκτέλεσης, δεν προχωρούσε, όπως είχε, δικαίωμα στις μεταγενέστερες ενέργειες, δηλαδή στην κατάσχεση και την επίσπευση του πλειστηριασμού, δεν θα επερχόταν αιτιωδώς οι πιο πάνω ζημιογόνες συνέπειες στην προσωπικότητα της αναιρεσείουσας.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε αντίθετα, παραβίασε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., 914, 932, 297, 298, 57 και 59 του Α.Κ. και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος του αναιρετηρίου όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση (αρθρ. 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.).
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 6590/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ