273/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 273 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 273/2007
Legislator headnote
AI generated273/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 273 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 273/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 273 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 273/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ηλιακόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου:.... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1429/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 27-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-9-2005 αίτησης για αναίρεση της 1429/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς για να είναι ορισμένος ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι το σχετικό απαράδεκτο προβλήθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία, της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, τη δημοσία τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση. Συνακόλουθα, ο, από την προαναφερομένη διάταξη (αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη αυτεπαγγέλτως την αοριστία της ένδικης αγωγής, να την απορρίψει ως απαράδεκτη", χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο - στο οποίο, σημειωτέον, δεν προτάθηκε πράγματι - η αοριστία της αγωγής, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 818 του ίδιου Κώδικα το χρησιδάνειο λήγει με το θάνατο του χρησαμένου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, η οποία είναι αντίστοιχη και σχεδόν ταυτόσημη με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 1499 ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν, που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Η ευθύνη, όμως, απέναντι στο τέκνο, εκείνου, που έκανε την παροχή, για πραγματικά ή νομικά ελαττώματα του πράγματος, κρίνεται πάντοτε κατά τις διατάξεις για την ευθύνη του δωρητή. Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι σαφείς, συνάγεται οπωσδήποτε ότι οι ρυθμιζόμενες, με τις διατάξεις των άρθρων 810 και 1509 ΑΚ συμβάσεις έχουν ουσιώδεις και ορατές διαφορές και μπορεί έτσι να διαγνωσθεί κάθε φορά ποιά από τις δυο αυτές συμβάσεις θέλησαν να καταρτίσουν - και κατάρτισαν - οι συμβαλλόμενοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Συνομολογείται ότι ο πατέρας του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου .... ήταν κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού 313 τ.μ., που βρίσκεται στο 5ο οικοδομικό τετράγωνο του δημοτικού διαμερίσματος .... και που συνορεύει .......... Στο οικόπεδο αυτό, που αποτελεί και το επίδικο αντικείμενο, ο ανωτέρω κύριος ...., με βάση την .... οικοδομική άδεια της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Χαλκιδικής, ανήγειρε διώροφη οικοδομή, η οποία, όπως συνομολογείται, αποτελείται από ισόγειο και όροφο και της οποίας το ισόγειο αποτελείται από κατάστημα και διαμέρισμα 66 τ.μ. και ο όροφος από διαμέρισμα 100 τ.μ. περίπου. Η ανέγερση του όλου κτίσματος άρχισε το 1968 και τελείωσε το έτος 1972, με χρήματα του κυρίου του ακινήτου, τα οποία αυτός εισέπραξε από την πώληση 40 κυψελών (60.000 δρχ.), από την αποζημίωση ακινήτου του, που απαλλοτριώθηκε για την διάνοιξη της οδού ... (68.000 δρχ.) και από δάνειο 35.000 δρχ. από την ΑΤΕ, το οποίο εξόφλησε μέχρι το 1983 με 15 τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, ο κύριος του επιδίκου .... , ο οποίος είχε έξι παιδιά, ζούσε μαζί με τη σύζυγό του και τον γιο τους ... , με τον οποίο είχε κοινή οικονομία. Ο τελευταίος, ο οποίος ήταν ανάπηρος σε ποσοστό 82%, με σοβαρά κινητικά προβλήματα, ήταν νέος επαγγελματίας ράφτης (γεννήθηκε το έτος 1939) και άμισθος ψάλτης της εκκλησίας του χωριού. Το έτος 1975 ο .... νυμφεύθηκε με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα. Ο πατέρας του και πενθερός της εναγόμενης .... παραχώρησε τη χρήση των τριών δωματίων του διαμερίσματος του ορόφου του ανωτέρω κτίσματος στο γιο του, ο οποίος από τότε εγκαταστάθηκε σ' αυτά με την εναγόμενη σύζυγό του. Ο ίδιος ο κύριος και νομέας του ακινήτου εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στα υπόλοιπα δύο δωμάτια του ίδιου διαμερίσματος. Το κατάστημα του ισογείου παραχώρησε, κατά χρήση, επίσης, στο γιο του, με σκοπό την εκμετάλλευσή του από αυτόν και τη σύζυγό του και την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματός τους. Η συμβίωση της εναγόμενης τόσο με τον ανάπηρο σύζυγό της όσο και με τους γονείς του ήταν ταραχώδης. Η συμβίωση αυτή συμφωνήθηκε με την εναγόμενη τόσο για να είναι δυνατή η παροχή βοήθειας της μητέρας στον ανάπηρο γιο της, όταν υπήρχε τέτοια ανάγκη, όσο και να τύχουν και οι δύο οι γέροντες της βοήθειας της εναγόμενης νύφης τους, όταν θα τη χρειάζονταν, με αντάλλαγμα την οριστική παραχώρηση του όλου ακινήτου στο σύζυγό της. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε η συμβίωση της εναγόμενης με τον σύζυγό της και τους γονείς τούτου δεν ήταν ομαλή. Το 1992, στις 20 Νοεμβρίου, απεβίωσε ο σύζυγος της εναγομένης .... και τότε έληξε και η άτυπη παρακλητική σχέση, δυνάμει της οποίας αυτός έκανε χρήση μέχρι τότε των τριών δωματίων του διαμερίσματος και του καταστήματος (ΑΚ 818), το οποίο (κατάστημα) εκμίσθωνε σε τρίτους και εισέπραττε τα μισθώματα. Η εναγόμενη, η οποία δεν απέκτησε παιδιά με το σύζυγό της, συνέχισε και μετά το θάνατο τούτου να διαμένει στο άνω διαμέρισμα και συνέχισε να εισπράττει τα μισθώματα από το κατάστημα, το οποίο τότε το είχε μισθωμένο ο .... . Βέβαια, όπως αποδεικνύεται, κυρίως από την 716/24.6.1993 αγωγή του .... , πενθερού της εναγομένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ο τελευταίος ζήτησε την απόδοση του ακινήτου, που κατά χρήση είχε παραχωρήσει στον αποβιώσαντα γιο του, πλην όμως η εναγόμενη αρνήθηκε τούτο. Στη συνέχεια, ο .... , με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου .... , που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε το προαναφερόμενο οικόπεδο με την επ' αυτού διώροφη οικοδομή, δηλαδή το επίδικο, στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα γιο του .... . Όπως αποδεικνύεται από την 1264/27.10.1993 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και αυτός, όπως έπραξε και ο δικαιοπάροχος πατέρας του πριν τη μεταβίβαση του επιδίκου, ζήτησε το διαμέρισμα από την εναγόμενη, χωρίς όμως αποτέλεσμα, και ανέμενε τη λήξη της μίσθωσης που είχε αυτή συνάψει το 1990 με τον .... . Το έτος 1997 η μίσθωση του καταστήματος έληξε και κατά το τέλος του ίδιου έτους η εναγόμενη, αντιποιούμενη τη νομή όλου του επιδίκου εξεμίσθωσε το κατάστημα στον .... , εναγόμενο στην πρωτόδικη δίκη, χωρίς όμως τη συναίνεση ή την έγκριση του κυρίου του επιδίκου ενάγοντος, δυνάμει του προαναφερόμενου νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου. Γίνεται φανερό, από τα ανωτέρω ότι η παραχώρηση του διαμερίσματος και του καταστήματος από την οικοδομή του επιδίκου στον σύζυγο της εναγομένης έγινε λόγω χρησιδανείου, το οποίο έληξε με το θάνατο του τελευταίου, και η κατακράτηση αυτών έκτοτε από την εναγόμενη προσβάλλει το δικαίωμα της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, που αυτός απέκτησε το 1993 με παράγωγο τρόπο ......... Ειδικότερα, ο πρόσθετος λόγος έφεσης ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του (ΑΚ 281) είναι κατά πρώτο λόγο απαράδεκτος, διότι α) δεν αναφέρεται σε κάποιο κεφάλαιο της έφεσης ούτε αναγκαστικά συνέχεται με κάποιο από αυτά (με την έφεση παραπονείται η εκκαλούσα για ύπαρξη εκκρεμοδικίας κυρίως και τελείως επιγραμματικά για κακή εκτίμηση των αποδείξεων) και β) προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 527 παρ. 1 και 269 παρ. 2α ΚΠολΔ)". Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 30/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείο, αφενός ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 810 επ. ΑΚ και ιδίως τη διάταξη του άρθρου 818 ΑΚ, που είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού τα Δικαστήρια της ουσίας δέχθηκαν ότι η σχέση, που συνέδεε τον, αδιαμφισβήτητο εκατέρωθεν, προηγούμενο κύριο του επιδίκου .... με τον γιο του .... , ήταν αυτή του χρησιδανείου, ενώ η διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, περί παροχών των γονέων προς τα τέκνα τους (αντίστοιχη της προϊσχύουσας του άρθρου 1499 ΑΚ), δεν είχε πεδίο εφαρμογής και αφετέρου διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, (αποδεικτικό) πόρισμα.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τα περαιτέρω αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως περί "παντελώς εσφαλμένων αιτιολογιών εν σχέσει με το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό" πλήττουν απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου εγγράφων.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνο, που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον, που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, το απαράδεκτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν. Από τον συνδυασμό των αμέσως ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι για την πληρότητα της, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενστάσεως και συνεπώς και για το παραδεκτό της, από απόψεως χρόνου, προβολής της, δεν αρκεί να προβάλλονται, στην πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της υποθέσεως, από τον ζητούντα, την απόρριψη της αγωγής, εναγόμενο, τα συγκροτούντα την κατάχρηση αυτή περιστατικά, αλλ' απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση από αυτόν (εναγόμενο) και της από τα περιστατικά αυτά προκύπτουσας καταχρήσεως και να διατυπώνεται ταυτοχρόνως από αυτόν και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή.
Συνεπώς, η, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, μη προβολή, κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της υποθέσεως, της ανωτέρω (από το άρθρο 281 ΑΚ) ενστάσεως και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται αυτή, αλλά και της από αυτά προκύπτουσας καταχρήσεως του σχετικού δικαιώματος και μη διατύπωση αντιστοίχου αιτήματος απορρίψεως και για τον λόγο αυτό της αγωγής, συνεπάγεται την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, ως απαράδεκτης, στην περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου (Ολ. ΑΠ 472/1983). Επομένως, με το να απορρίψει το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως απαράδεκτο, τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο, για πρώτη φορά, η εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι "έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος ως καταχρηστική", χωρίς και να επικαλείται κάποιο λόγο, δικαιολογούντα την καθυστερημένη αυτή προβολή της προαναφερομένης ενστάσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κηρύξεως απαραδέκτου και πρέπει, γι' αυτό, να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 1-9-2005, αίτηση της .... για αναίρεση της 1429/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ