272/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1243/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2023 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated272/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού οριοθετημένου κατά την έννοια του από 24-4-1985 ΠΔ (ΦΕΚ Δ' 181/3-5-1985), ή προϋφιστάμενου του έτους 1923, καθώς ο οικισμός "Κυνοσούρα", ενώ εμπίπτει στα όρια της Κοινότητας Αμπελακίων και απογράφεται ο πληθυσμός του από το 1971, δεν έχει οριοθετηθεί με οικεία απόφαση του Νομάρχη.
Full text
Απόφαση 272 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Φωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Ι. Σ. , το γένος Ι. και Μ. Δ. , κατοίκου ... , 2) Γ. Δ. του Ι. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1243/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 24-11-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 567/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (που έλαβε χώρα στις 27-10-2023, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 27/11/2023).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1Βασ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Περαιτέρω, καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσης της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθ' εαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοιά της (ΑΠ 556/2012). Από το συνδυασμό δε των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων" του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του νομοθετικού διατάγματος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΟλΑΠ 75/1987).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 ΕισΝΑΚ, οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το ως τώρα δίκαιο, ενώ από τις διατάξεις των νόμων 12 Πανδ. (28,7), 14 παρ.8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι για την κτήση της κληρονομιάς, εκτός από την επαγωγή, χρειαζόταν και υπεισέλευση σε αυτήν, δηλαδή, ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς από τον κληρονόμο, συναγόμενη από τη συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της, εκτός αν πρόκειται περί κατιόντων του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία (sui), οι οποίοι αποκτούν αυτοδικαίως την κληρονομιά με επαγωγή (ΑΠ 201/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 31/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα παρακάτω: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση ΚΑΜΙΝΙΑ ή ΚΑΒΟ ΒΑΡΒΑΡΗ ή ΚΥΝΟΣΟΥΡΑ της κτηματικής περιφέρειας Αμπελακίων Σαλαμίνας, συνολικής εκτάσεως μέτρων διακοσίων ογδόντα (280,00) και 277.96 κατά την μέτρηση του Κτηματολογίου όπου έχει λάβει ΚΑΕΚ 051313613001/0/0, και συνορεύει κατά το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος και το από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ.
Ο. , αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Σ. Π. , όπου έχει τον αριθμό (7), βόρεια με πλευρά μήκους μέτρων είκοσι (20,00) με το με αριθμό πέντε (5) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με αριθμό ΚΑΕΚ 051313613009 ανατολικά με πλευρά μήκους μέτρων δέκα τεσσάρων(14.00) με το με αριθμό οκτώ (8) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με αριθμό ΚΑΕΚ 051313613005, νότια με πλευρά μήκους μέτρων είκοσι (20,00) με το με αριθμό εννέα (9) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιάγραμμα με αριθμό ΚΑΕΚ 051313613002 και δυτικά με πλευρά μέτρων δέκα τεσσάρων (14.00) με ιδιωτική οδό με αριθμό ΚΑΕΚ 051313613002.
Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού οριοθετημένου κατά την έννοια του από 24-4-1985 ΠΔ (ΦΕΚ Δ' 181/3-5-1985), ή προϋφιστάμενου του έτους 1923, καθώς ο οικισμός "Κυνοσούρα", ενώ εμπίπτει στα όρια της Κοινότητας Αμπελακίων και απογράφεται ο πληθυσμός του από το 1971, δεν έχει οριοθετηθεί με οικεία απόφαση του Νομάρχη.
Το επίδικο ακίνητο εμπίπτει περαιτέρω στο με αρ. ΒΚ 61 Δημόσιο κτήμα κτήματος, έκτασης 280.180 τ.μ. , όπως απεικονίζεται στο από 27-02-1939, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Σ. Τ. (βλ. το τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ...2010 έγγραφο του Τμήματος Δημόσιων Κτημάτων της ίδιας Υπηρεσίας) και με αυτή την έννοια φέρεται καταρχάς ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι ενάγοντες κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Μ. Δ. , δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου … Σ. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τ. ..., α.α. ...).
Η μητέρα τους είχε αγοράσει αυτό από την Ε. Κ. το γένος Γ. Μ. δυνάμει του με αριθμό .../1970 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Σ. Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τ. ..., α.α. ...). Η Ε. Κ. είχε καταστεί κύρια ευρύτερης έκτασης 95.987 τ.μ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Γ.
Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... , αμέσως μετά την αγορά της οποίας, προέβη σε κατάτμηση αυτής σε περισσότερα, αυτοτελή, αγροτεμάχια, σύμφωνα με το από Ιουλίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ.Ο. , τα οποία διαχωρίζονταν από ιδιωτικές οδούς, από τα οποία το με αρ. ...
όπως εκτέθηκε απέκτησε η μητέρα των εναγόντων Μ. Δ. Οι δικαιοπάροχοι της Ε. Κ. είναι 25 άτομα τέκνα, διάδοχοι λόγω κληρονομικής διαδοχής του αρχικού - απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών Π. Σ. του Α. , που απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1932 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. Σ. και τα δέκα τέκνα του 1) Α. Σ. , 2) Δ. Σ. , 3) Ν.
Σ. , 4) Σ. Σ. , 5) Λ. Σ. , 6) Α. Σ. , 7) Φ. συζ. Π. Π. , 8) Ε. συζ. Ε. Β. , 9) Π. συζ. Κ. Σ. , και 10) Α. συζ. Ν. Γ. , οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.
Ειδικότερα, η Π. Σ. κατέστη, κατά τα ανωτέρω συγκυρία κατά ποσοστό 450/1800 και κατά ποσοστό 135/1800, οι λοιποί κληρονόμοι, εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Όταν, κατά το έτος 1937, απεβίωσε και η Π. Σ. , οι ανωτέρω, τέκνα αυτής και του Π.
Σ. κατέστησαν κληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό συγκυριότητας της και συγκύριοι μεταξύ τους κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομιά και ασκώντας τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής. Στη συνέχεια απεβίωσε από τους συγκύριους ο Σ.
Σ. του Π. , χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ζ. Σ. , το γένος Ν. Φ. , και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) Π. Σ. , 2) Π. Σ. , 3) Φ. Σ. , 4) Α. Σ. , και 5) Ν. Σ. , οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Σ.
Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου και πατρός τους (1951), συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Κατά το έτος 1952, απεβίωσε από τους συγκύριους ο Α. Σ. του Π. , χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και συνεπώς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, τη σύζυγο του Λ. Σ. , το γένος Μ. Π. , και τα έξι (6) τέκνα του: 1) Π. συζ. Γ. Φ. , 2) Π. Σ. , 3) Μ. Σ. , 4) Α. Σ. , 5) Κ. Σ. , και 6) Π. Σ. , ενώ, κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο υιός του Π.
Σ. (6ος), χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μητέρα του Λ. Σ. , και τα πέντε (5) αδέλφια του, Π. συζ. Γ. Φ. , Π. Σ. , Μ. Σ. , Α. Σ. , και Κ. Σ. , οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, Α. Σ. , για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, Π.
Σ. , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, αποτελούμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Α. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του υιού και αδελφού τους, Π.
Σ. , συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι το ποσοστό (συγκυριότητας τους επί του ακινήτου αυτού, ανήλθε σε 48,75/1800 (48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 =22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου των κληρονομούμενων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους (1952 και 1954), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Κατά το έτος 1958, απεβίωσε από τους συγκυρίους ο Λ. Σ. του Π. , χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατ' επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ε. Σ. , το γένος Ι. Ζ. , τα επτά (7) εν ζωή αδέλφια του: 1) Α. Σ. του Π. , 2) Δ. Σ. του Π. , 3) Ν. Σ. του Π. , 4) Φ. συζ. Π. Π. , 5) Ε. συζ.
Ε. Β. , 6) Π. συζ. Κ. Σ. , και 7) Α. συζ. Ν. Γ. , τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του Σ. Σ. το Π. : α) Π. Σ. του Σ. , β) Π. Σ. του Σ. , γ) Φ. Σ. του Σ. , δ) Α. Σ. του Σ. , και ε) Ν. Σ. του Σ. , και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του Α. Σ. του Π. : α) Π. συζ. Γ. Φ. , β) Π. Σ. του Α. , γ) Μ. Σ. του Α. , δ) Α. Σ. του Α. , και ε) Κ.
Σ. του Α. , οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Λ. Σ. επί του ανωτέρω ακίνητου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800, όπου 10/1800 = 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800: 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου, αδελφού και θείου τους (1958), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Το έτος I960 απεβίωσε από τους συγκύριους η Α. συζ. Ν. Γ. , χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς, και κατ'επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγο της, Ν. Γ. του Ι. , και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) Ι. Γ. του Ν. , 2) Μ. συζ. Α. Δ. , 3) Π. Γ. του Ν. , 4) Γ. Γ. του Ν. , και 5] Μ. Γ. του Ν. , οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης Α.
συζ. Ν. Γ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης συζύγου και μητέρας τους (1960), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Όπως ήδη προαναφέρθηκε οι ανωτέρω συγκύριοι δυνάμει του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Γ. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... , δηλαδή οι: 1) Α. Σ. του Π. (190/1800), 2) Δ. Σ. του Π. (190/1800), 3) Ν. Σ. του Π. (190/1800), 4) Φ. συζ. Π. Π. (190/1800), 5) Ε.
συζ. Ε. Β. (190/1800), 6) Π. συζ. Κ. Σ. (190/1800), 7) Ζ. χήρα Σ. Σ. , το γένος Ν. Φ. (45/1800), 8) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 9) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 10) Φ. Σ. του Σ. (29/1800), 11) Α. Σ. του Σ. (29/1800), 12) Ν. Σ. του Σ. (29/1800), 13) Λ. χήρα Α. Σ. , το γένος Μ. Π. (48,75/1800), 14) Π. συζ. Γ. Φ. (28,25/1800), 15) Π. Σ. του Α. (28,25/1800), 16) Μ. Σ. του Α. (28,25/1800), 17) Α. Σ. του Α. (28,25/1800) 18) Κ. Σ. του Α. (28,25/1800), 19) Ε. χήρα Λ.
Σ. , το γένος Ι. Ζ. (90/1800), 20) Ν. Γ. του Ι. (47,50/1800), 21) Ι. Γ. Ν. (28,50/1800), 22) Μ. συζ. Α. Δ. (28,50/1800), 23) Π. Γ. του Ν. (28,50/1800), 24) Γ. Γ. του Ν. (28,50/1800), και 25) Μ. Γ. του Ν. (28,50/1800), μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ. , στην Ε. (ή Λ.) συζ. Ι. Κ. , το γένος Γ. Μ. , και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Ο δικαιοπάροχος των ανωτέρω Π.
Σ. του Α. ή Α. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό ως ευρύτερη έκταση 111.987 τμ, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα του Α. , που απεβίωσε το έτος 1899, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμους του, που αναμίχθηκε στην κληρονομιά, ασκώντας τη συννομή επ' αυτού, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως ο κληρονομούμενος πατέρας του, και, μάλιστα με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου.
Λίγα χρόνια μετά, το έτος 1908 ο ανωτέρω Π. Σ. του Α. ή Α. , αποκτά και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ακινήτου αυτού, με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από τους συγκυρίους - λόγω κληρονομικής διαδοχής, με βάση τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου-, υιούς του Ι.
Σ. , Γ. και Δ. Σ. , δυνάμει του υπ' αριθ. .../1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη … Σ. Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... Εδαφικό τμήμα 16.000 τμ. πώλησε το έτος 1925 δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1925 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … στον Α.
Θ. , οπότε απέμεινε το ακίνητο των 95.987 τ.μ. , που όπως προεκτέθηκε, απέκτησε το έτος 1961 η Ε. Κ. Μ. Οι δικαιοπάροχοι αυτού Α. ή Α. Σ. πατέρας των Π. και Ι. και ο αδελφός του Ι. είχαν καταστεί κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της ανωτέρω μείζονος έκτασης, η οποία συνορεύει ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Π. , δυτικά με ακίνητο κληρονόμων Μ.
Κ. , κλπ. και βόρεια με θάλασσα [Κόλπο Αμπελακίων] και ακίνητα αγνώστων και νότια με θάλασσα επιφάνειας 111.987 τ.μ. , καθώς, είχαν εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο και καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της, [όπως και όλοι οι μετέπειτα διάδοχοι αυτών), στους οποίους είχε περιέλθει, πριν από το 1845, τις ίδιες δε πράξεις νομής αυτών συνέχισε ο Π.
Σ. , αρχικά ως συννομέας [1899] και τελικώς ως αποκλειστικός κύριος και νομέας (1908). Η Ε. Κ. , η οποία απέκτησε, όπως εκτέθηκε εδαφικό τμήμα των 95.987 τμ, από τους κληρονόμους Σ. το έτος 1961 έκανε και αυτή διακατοχικές νομής στην έκταση αυτή την οποία τοπογράφησε, κατέτμησε σε μικρότερα τμήματα τα οποία μεταβίβασε σε τρίτους και μεταξύ αυτών στην μητέρα των εναγόντων, η οποία ανήγειρε σε αυτό ισόγεια εξοχική κατοικία.
Τα όρια του ακινήτου, το 1/2 του οποίου αγόρασε το έτος 1908 ο Π. Σ. , ενώ ήδη κατείχε το υπόλοιπο 1/2, όπως αναφέρονται στο με αρ. .../1908 συμβόλαιο είναι ανατολικώς αγρός Σ. Π. , δυτικώς Καμίνια και αγρός Π. Μ. , αρκτικώς και μεσημβρινώς θάλασσα. Ως έκταση αναφέρεται έκταση 50 περίπου στρέμματα, όμως την εποχή εκείνη ήταν συνήθης πρακτική η έκταση να αναφέρεται κατά προσέγγιση (ώστε μπορεί να είναι και παραπάνω) με απλή αναφορά των ορίων.
Το ίδιο ανατολικό όριο (κληρονόμοι Π.) αναφέρεται και στον τίτλο κτήσεως της Ε. Κ. , ταυτίζονται επίσης το βόρειο και νότιο όριο (αρκτικώς - μεσημβρινώς), που είναι η θάλασσα (προς βορράν κόλπος Αμπελακίων και νότο θάλασσα Σεληνίων). Το επίδικο ακίνητο (αρ.7 του σχεδιαγράμματος βρίσκεται στο μέσο και πλησίον του ανατολικού ορίου της ιδιοκτησίας της Ε.
Κ. και του δημοσίου κτήματος με αρ. ΑΒΚ 61 (βλ. το από 28.2.2013 διάγραμμα εφαρμογής του κόλπου "Βάβαρη", βάσει του αρχικού από 27.2.1939 τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών Π. - Κ. με τοποθέτηση του ΑΒΚ 61 και του επιδίκου ακινήτου και το από 5.10.2011 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Κ.). Αφού συνεπώς το επίδικο ακίνητο βρίσκεται πλησίον του αναμφισβήτητου κοινού ορίου (ανατολικό) των τίτλων Κ. - Σ.
δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Π. Σ. , χωρίς την ανάγκη αποσαφήνισης του εύρους της αληθινής έκτασης της ιδιοκτησίας αυτού, ή του δυτικού ορίου αυτής. Στο ανωτέρω από 27.3.1939 τοπογραφικό διάγραμμα, απεικονίζεται με αύξοντα αριθμό 12 το δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ 61, το οποίο έχει εμβαδό 288.190 τ.μ. , εντός του οποίου, όπως εκτέθηκε οριοθετείται η ιδιοκτησία της Ε.
Κ. , όπου καταγράφεται ανατολικώς επίσης η ιδιοκτησία Σ. Π. και στη συνέχεια, προς νότον, (όπως είναι η διαμόρφωση της Χερσονήσου) ακολουθεί η θάλασσα. Κατά το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα ο Π. Σ. του Α. ή Α. , φέρεται να κατέχει μία πολύ μικρή έκταση στο βόρειο τμήμα της Χερσονήσου, από το έτος 1928 μόλις 3.860 στρεμμάτων, με αύξοντα αριθμό 7 και στο υπόμνημα του άνω τοπογραφικού αναφέρεται ότι η έκταση από την οδό προς Σελήνια έως τον αγρό του Σ.
Π. είχε κατατμηθεί σε 8 μεγάλα γήπεδα κι έκτοτε δημοπρατείτο από την Οικονομική Εφορία Σαλαμίνας. Το έτος 1940 το Ελληνικό Δημόσιο, εξέδωσε σε βάρος του κληρονόμου αυτού Σ. Σ. του Π. (μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων της Ε. Κ. και κατ'επέκταση των εναγόντων) το από 7 Μαρτίου του 1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της κατά το άρθρον 5 του Ν. 5595 Επιτροπής, με το οποίο του επέβαλε να πληρώσει ως μίσθωμα για τη χρήση τριάντα περίπου στρεμμάτων γης από την παραπάνω έκταση, το ποσό των 150 δραχμών για τα έτη 1928-1939.
Όμως κατόπιν άσκησης ανακοπής από τον ανωτέρω το πρωτόκολλο αυτό ακυρώθηκε με την 27/29.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος, καθώς κρίθηκε ότι "εκ των κατατεθέντων νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων εν συνδυασμώ προς τα υπ' αριθμ. .../1908 συμβόλαια του Συμ/φούντος Ειρηνοδίκου … .../1910 Συμ/φου Σαλαμίνας Κ. Μ. και .../1925 Συμ/φου … Α.
Κ. απεδείχθη ότι η έκτασις η αφορώσα τα' ανακοπτόμενα Πρωτόκολλα μετ' άλλης συνεχόμενης προς δυσμάς εκτάσεως ανήκεν εις τον πάππον του ανακόπτοντος Α. Σ. κατεχομένη και νεμομένη υπ' αυτού μέχρι του θανάτου του επισυμβάντος προ 50ετίας ότι περιήλθε αύτη εις τον υιόν του και πατέραν του ανακόπτοντος .... και τούτου δε αποβιώσαντος εν έτει 1932 εις τον ανακόπτοντα όστις έκτοτε κατέχη και νέμεται ταύτην ήτοι απεδείχθη ότι ο ανακόπτων είναι κύριος νομεύς και κάτοχος της εκτάσεως...".
Εξάλλου οι Κοινότητες Αμπελακίων και Σεληνίων (υπήρχε σημείωση στο από 1939 τοπογραφικό ότι διεκδικούσαν το ολόκληρη την έκταση του το ΑΒΚ 61) που καταγράφεται ως έκταση του Δημοσίου, ότι διεκδικείται από τις Κοινότητες Αμπελακίων και Σεληνίων. Οι κοινότητες αυτές άσκησαν αγωγές κατά της Ε. Κ. και ειδικότερα η Κοινότητα Σεληνίων, την από 5.8.1963 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς (αριθ.
έκθ. κατ. : ...1963), ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία εδαφικού τμήματος τυγχάνει εμβαδού 15 στρεμμάτων και 600 μέτρων, που είχε καταλάβει η εναγόμενη, ως κυρία (2) ακινήτων ακινήτων εμβαδών 456,250 και 6 στρεμμάτων, που είχε αποκτήσει, ως καθολική διάδοχος του Δήμου Σαλαμίνας και κατά τη σύσταση του ο Δήμος Σαλαμίνας και την από 15-04-1965 αγωγή της (αριθ.
έκθ. κατ. ...1965), με όμοιο περιεχόμενο, αγωγές όμως που ουδέποτε συζητήθηκαν. Η κοινότητα Αμπελακίων άσκησε στο ίδιο Δικαστήριο την από 30-12-1964 αγωγή της κατά της Ε. Κ. (αριθ. έκθ. κατ. ...1964), με την οποία, αφού στήριζε την κτήση κυριότητας στα περιστατικά που τη στήριζαν και οι αγωγές της τότε Κοινότητας Σεληνίων, ζητούσε μα αναγνωριστεί κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου τμήματος, εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου, το οποίο, με βάση τα διαλαμβανόμενα, είχε καταλάβει, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, η εναγόμενη, καθώς και να υποχρεωθεί η τελευταία να της αποδώσει τη νομή αυτού.
Η αγωγή όμως αυτή καταργήθηκε με εξώδικο συμβιβασμό (με αρ. αριθ. .../1969 ενώπιον του συμβολαιογράφου … Σ. Π. , που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 31/1969 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 81/1969 απόφαση, και την υπ' αριθ. πρωτ. ...1969 και κατόπιν, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1969 απόφασης της Νομαρχίας Πειραιώς, μετά την καταβολή από την τότε εναγόμενη προς την Κοινότητα Αμπελακίων ποσού 200.000 δρχ.
Το επίδικο βρίσκεται στα όρια της κοινότητας Σεληνίων όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του εναγόμενου. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει με την έφεσή του, ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει και πρωτοδίκως, επικαλούμενο ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ως τμήμα του υπ' αριθ. ΑΒΚ 61 δημοσίου κτήματος συνολικής έκτασης 288.190 μ2, απέκτησε α) "δικαιώματι πολέμου", διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, β) άλλως ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και κατελήφθη από αυτό την 21-1/3-2-1830, γ) άλλως ως δημόσια δασική έκταση, δ) άλλως, διότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την 3/15-12-1833, ε) άλλως με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενο αυτό με καλή πίστη από την Ελληνική Επανάσταση του έτους 1821 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής στ) άλλως, διότι ήταν αδέσποτο κατά την 21-6/10-7-1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του.
Οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της τέτοιας αγωγής (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 946/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 148/2016 ΤΝΠ 112/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 349/2020, ΕφΠειρ 436/2019, 437/2019).
Όμως, ο πρώτος (α) ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, με δεδομένο ότι η Αττική και η νήσος Σαλαμίνα δεν κατακτήθηκε διά των όπλων, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 769/2020, ΑΠ 832/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 7/2019 ...). Οι ισχυρισμοί (β), και (στ) είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι το εναγόμενο δεν επικαλείται τα αναγκαία για την θεμελίωση αυτών περιστατικά (ποιος ήταν ο Οθωμανός κύριος του επιδίκου ή πότε έγινε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο με πρόθεση παραιτήσεως από του δικαιώματος κυριότητας) αρκούμενο σε απλή επανάληψη του πραγματικού των διατάξεων, χωρίς οποιοδήποτε περαιτέρω προσδιορισμό.
Ομοίως ο ισχυρισμός με στοιχ. ε) ως προς πρώτο σκέλος του (κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας) είναι ομοίως ως αόριστος, διότι, δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της.
Εξάλλου, το εκκαλούν προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία προσκομίζει μεταξύ άλλων τα εξής έγγραφα : α). Το υπ’ αριθ. ...1927 έγγραφο της Αεροπορικής Άμυνας, με το οποίο παραγγέλλεται η κατάρτιση των πρωτοκόλλων καταμέτρησης και εκτίμησης, β) το υπ' αριθ. ...1929 έγγραφο της Αεροπορικής Άμυνας προς το Οικονομικό Έφορο Σαλαμίνας, από το οποίο προκύπτει ότι συντάχθηκαν οκτώ ισάριθμα πρωτόκολλα καταμέτρησης και γαιοτεμαχίων γ) διακηρύξεις δημοπρασίας υπ' αριθ. ...1932 και ...1934 διακηρύξεις δημοπρασιών του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας και το από 16.9.1934 πρακτικό της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, ότι απέβη άγονη η άνω δημοπρασία. Όμως όλα τα πρωτόκολλα γνωμοδότησεως που αφορούσαν την χερσόνησο Κυνόσουρας ακυρώθηκαν κατόπιν άσκησης ανακοπών με τις με αρ. 19, 20, 21 , 22 , 2425 , 26 , 27 , 29 , 30 , 31 , 36 και 38/1940 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας και μεταξύ αυτών το με αρ. 27/1940, που όπως εκτέθηκε αφορούσε τον Π. Σ. , απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων (βλ. το με αρ. πρωτ. ...1974 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνος με θέμα "περί των υπό στοιχ. ΒΚ 50 έως 61 κτημάτων του Δημοσίου εκτάσεως 402060 τμ. εις απαλλοτριωθείσαν έκτασιν δια τας ανάγκας του ΟΛΠ εις περιοχήν Κυνόσουρας Σαλαμίνας").
Εξάλλου το έτος 1969 με την Ε13862/5745/2.8.1969 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών κι Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Δ 167/13.9.1969) κηρύχθηκε απαλλοτρίωση στη Χερσόνησο Κυνόσουρας στο βόρειο τμήμα αυτής καταλαμβάνοντας και τμήμα του ΑΒΚ 61 (βλ. το από 18.10.2011 τοπογραφικό διάγραμμα των αγρονόμου τοπογράφου Γ. Α. και τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ. της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς) για την επέκταση της χερσαίας ζώνης του λιμένα του Πειραιά, υπέρ και με δαπάνες του ΟΛΠ. Διενεργήθηκε επίσης απαλλοτρίωση και στο νότιο τμήμα με την ΚΥΑ 342/175/16.2.1972 (ΦΕΚ 45/25.2.1972), η οποία ανακλήθηκε με την με αρ ΚΥΑ 4159/2170/Ν 11549/20.4.1975. Οι αποφάσεις κήρυξης απαλλοτρίωσης μεταγράφηκαν κανονικά στις μερίδες των φερόμενων ως ιδιοκτητών και μεταξύ αυτών και της Ε.
Κ. , η οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την με αρ. 44/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων [πρώτη απαλλοτρίωση) και στην με αρ. 93/1974 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης και στην οποία [απόφαση) αναφέρεται η ίδια ως φερόμενη δικαιούχος αποζημίωσης.
Έπεται ότι αν επρόκειτο για αδιαμφισβήτητη έκταση που ανήκε στο Δημόσιο, δεν θα παρίστατο ανάγκη καθόλου να κηρυχθούν οι άνω απαλλοτριώσεις. Με αφορμή την πρώτη απαλλοτρίωση διενεργήθηκε έρευνα για τα δικαιώματα του Δημοσίου και τις καταπατήσεις εκτάσεων στη Χερσόνησο Κυνόσουρας, από την οποία προέκυψε ότι, εκτός από τις ίδιες τις καταχωρήσεις στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθούν με άλλο τρόπο δικαιώματα του Δημοσίου, καθώς δεν υπήρχε καταχωρημένος τίτλος κτήσεως του Δημοσίου, ούτε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ούτε στο υποθηκοφυλακείο [βλ.
το με αρ. πρωτ. 15.10.1970 έγγραφο του μηχανικού Γ. Ξ. και Επιθεωρητή Γ. Τ. και το με αρ. πρωτ. ...1974 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου … Κ. Κ.). Κατόπιν αυτών η καταχώρηση του επιδίκου [και της ευρύτερης έκτασης που αυτό βρίσκεται) ως Δημοσίου κτήματος δεν τεκμηριώνει την κυριότητα του Δημοσίου και δεν αναιρεί τις πράξεις νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαροχων αυτής, οι οποίες ήταν συνεχείς και αδιάλειπτες με αφετηρία, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, το έτος 1845, [νομή από τους απώτερους δικαιοπαρόχους ευρύτερης έκτασης 111.987 τμ και μετά πώληση τμήματος αυτής 16.000 τμ, έκτασης 95.987 τ.μ. , τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο).
Σημειώνεται ότι τα περί άσκησης των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπάροχους του ενάγοντος Π. Σ. έως την αγορά από την Ε. Κ. έχουν γίνει δεκτά και με τις με αρ. 634/2017, 650/2017, 499/2018, 436/2019, 437/2019, 286/2020 349/2020 και 16/2021 ήδη τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, επί αγωγών που άσκησαν οι κάτοικοι στην ίδια περιοχή που αγόρασαν ομοίως εδαφικά τμήματα από την Ε.
Κ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος (γ) ότι αποτελούσε δασική έκταση πρέπει να σημειωθούν τα εξής : Σύμφωνα τα με αριθμ. πρωτ. ...2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιώς και το με αρ. ...2021 έγγραφο της Δασάρχη Πειραιά ο επίδικο γεωτεμάχιο εμπίπτει σε ευρύτερη εκχερσωμένη έκταση με κωδικό ΔΑ 7503 στους δασικούς χάρτες των Σεληνίων, ενώ κατά το χρόνο σύνταξης των δασικών χαρτών του 1998 εμφανίζεται οικοπεδοποιημένη - οικοδομημένη.
Όμως δεν γίνεται καμία εξειδίκευση, όσον αφορά το είδος, τη μορφή και την πυκνότητα της δασικής βλάστησης, που υπήρχε το έτος 1945.
Εξάλλου το έτος 1845 ολοκληρώθηκαν στη νήσο Σαλαμίνα οι εργασίες της Επιτροπής, επί των διαφιλονικούμενων δασών, η οποία, με την υπ' αριθ. 305/24-01-1845 απόφασή της, αναγνώρισε όλα τα δάση της νήσου ως ιδιωτικά, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου , γεγονός που επικυρώθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 3208/2003. Στα τελευταία (δημόσια δάση) δεν περιλαμβάνεται το επίδικο γεωτεμάχιο (βλ. τα ανωτέρω έγγραφα).
Περαιτέρω κατά την έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Δ. Ζ. (προσκομίστηκε σε άλλη δίκη κατόπιν αγωγής της Κ. Κ.) στην περιοχή από το έτος 1945 έως 1960 υπήρχε στην περιοχή μόνο φρυγανική και αγροστώδης με διάσπαρτους μεμονωμένους θάμνους με πυκνότητα κάτω του 5 %, από το έτος 1960 παρατηρήθηκαν καλλιέργειες σιτηρών και από το έτος 1979 κατοικίες, ώστε δεν είχε αναπτυχθεί σ' αυτή ποτέ δασική βλάστηση. Είναι ακόμα άξιο μνείας το ΒΚ 61 Δημόσιο Κτήμα, μέρος του οποίου αποτελεί όπως προαναφέρθηκε, και το επίδικο ακίνητο, καταγράφηκε το πρώτον ως δημόσια έκταση, συνολικού εμβαδού 288.180 τ.μ. , περί τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δασικό χαρακτήρα αυτού, καθώς στην περιθωριακή στήλη του οικείου Γενικού βιβλίου καταγραφής ως "Είδος Κτήματος", αναφέρεται ως "Τεμάχιον Γαιών".
Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη περιοχή του περιλαμβανόταν σε δημοσία δασική έκταση, αφού δεν ανήκε στα δημόσια δάση της διαλυμένης Μονής Αγίου Νικολάου , η δε καταχώρησή του ως Δημόσιο Κτήμα έγινε χωρίς καμία αναφορά στο δασικό του χαρακτήρα. Άλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του εναγόμενου επί δημοσίας δασικής έκτασης είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ.
της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" (βλ. ΑΠ 148/2016 ό.π.). Σημειώνεται επίσης ότι ο τρόπος απόκτησης κυριότητας από πλευράς του Δημοσίου θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).
Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 21 παρ.13 του ν. 3208/2003 κατά την οποία στις ιδιοκτησιακές ρυθμίσεις του άνω νόμου δεν υπάγονται οι καταγεγραμμένες στα βιβλία δημοσίων κτημάτων του υπουργείου Οικονομικών ως δημόσια κτήματα, δεν αναφέρεται στα δάση της νήσου Σαλαμίνας, αφού γι’ αυτά υπάρχει ειδική ρύθμιση.
Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω ισχυρισμός, όπως και οι ισχυρισμοί ότι το επίδικο ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, αφού από το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα λιβάδι ή βοσκότοπος, ήταν οθωμανικό κτήμα, ούτε άσκησε σ' αυτό το εναγόμενο πράξεις νομής για διάστημα άνω των 20 ετών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, ως μη νόμιμο τον πρώτο [α) ως απαράδεκτους λόγω αοριστίας τους υπό στοιχ. (εΐ) και (στ) και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Ομοίως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και την ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, εκτιμώντας ορθά το αποδεικτικό υλικό.
Τους δε λοιπούς ισχυρισμούς (δ) και (ε), απέρριψε σιωπηρά κρίνοντας ορθά κατ' αποτέλεσμα. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ήδη τουλάχιστον προ του έτους 1850, οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων νέμονταν την μείζονα έκταση των 111.987 τ.μ. και κατόπιν αυτή των 95.987 τ.μ. , τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα τρίτων επ' αυτής, αλλά και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά την 23-2-1946, ασκώντας επί του επίδικου ακινήτου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από οποιονδήποτε, παρά μόνο κατά τα έτη 1963-1965 όταν ασκήθηκαν οι προαναφερόμενες αγωγές από την Κοινότητα Σεληνίων, αρχικά, και την Κοινότητα Αμπελακίων, στη συνέχεια, κατά της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ε.
Κ. κατά τα προαναφερόμενα. Συνακόλουθα και εφόσον οι δικαιοπαροχοι (άμεση και απώτεροι) των εναγόντων είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ευρύτερου ακινήτου των 95.987 τ.μ. , και συνεπώς και του επιδίκου, και οι ίδιοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (επίδικου ακινήτου) με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω κληρονομικής διαδοχής από την μητέρα τους, αλλά και πρωτότυπο τρόπο με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη προσμετρώντας τη νομή των δικαιοπαρόχων τους.
Εξάλλου η περιοχή κηρύχθηκε σε κτηματογράφηση στο πλαίσιο εργασιών για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα προς τον Ν. 2308/1995 και κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ όπως εκτέθηκε ως ιδιοκτησία του εναγόμενου ΚΑΕΚ. Η αρχική, όμως, αυτή εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου, η οποία αφορά στο επίδικο ακίνητο είναι ανακριβής ως προς το καθεστώς κυριότητας, αφού, βάσει των προαναφερθέντων, αυτό ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων".
Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την παραδοχή της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης της συγκυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως προς τον παράγωγο (κληρονομιά) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) απόκτησης της κυριότητας των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, δεδομένου ότι δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο που είναι αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης, εμβαδού 95.987 τ.μ. , της οποίας την κυριότητα απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων νεμόμενοι αυτή με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσης της νομής δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, από του έτους 1850 τουλάχιστον αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις, τις οποίες με σαφήνεια μνημονεύει (οριοθέτηση, επίβλεψη, ξύλευση, παραχώρηση σε τρίτους, κατασκευή ποιμνιοστασίων, καλλιέργεια των γόνιμων τμημάτων), με την βούληση να την εξουσιάζουν ως συγκύριοι.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμη βάσης, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα εκ των αποδεικτικών μέσων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους, ως προς την κτήση της κληρονομιάς με μονομερή (σιωπηρή) δήλωση της βούλησης των κληρονόμων για την αποδοχή αυτής, καθώς και εκείνων για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, που εφάρμοσε, μνημονεύοντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου, ως τμήματος της μείζονος εκτάσεως των 95.987 τ.μ. , πράξεις νομής των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, καθώς και τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης αυτών (δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων), τόσο κατά την έναρξη της νομής το έτος 1850, όσο και μεταγενέστερα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείντος δεν θα επιδικαστούν διότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους αναιρεσιβλήτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 567/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ