Legislator Case Law & Legislation
272/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural time limits and substantive non-excess of discretion regarding moral damages.

Case Number 272/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's award of 30,000 euros in moral damages. The appellant argued for a higher sum based on the victim's severe injuries and financial situation, while the insurer contended the amount was excessive. The court ruled that the lower court did not exceed its discretionary limits and that the appeal was procedurally inadmissible due to the appellant's failure to file the appeal within the legally prescribed two-year period.

Legislator headnote

AI generated

Art. 564(3) C.P.D.; Art. 577(1)-(2) C.P.D.; Art. 74(1) Law 4690/2020: An appeal is inadmissible if filed outside the statutory time limit, and a lower court's award of moral damages is valid if it falls within the bounds of judicial discretion and common practice without violating the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
statute of limitations appeal moral damages assessment judicial discretion limits procedural inadmissibility proportionality principle insurance liability dispute court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 564(3) C.P.D.
Art. 577(1)-(2) C.P.D.
Art. 74(1) Law 4690/2020
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 559(19) C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 189(1) C.P.D.
Art. 191(2) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 272 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 272/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE AΝΩΝΥΜΟΣ AΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ EΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-11-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Γ. Λ., το γένος Δ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαμπράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 ( άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4), αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του αυτού Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής τη συνδρομή δε της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος, ανεξαρτήτως πρότασής της, κατά το άρθρο 570 Κ.Πολ.Δ., και αυτεπαγγέλτως, βάσει των αποδεικτικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, απορρίπτοντας την αναίρεση σε περίπτωση έλλειψης της προϋπόθεσης αυτής (Α.Π.300/2020).

Kατά την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 74 του ν.4690/2020 το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ενστάσεις ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των οποίων ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω αποδοχής της αποφάσεως, που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.

μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του, που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο (Α.Π.63/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 77/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και την σύμβαση ασφάλισης του (άρθρα 681Α, 666, 667 και 670-676 Κ.Πολ.Δ.

όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν.4335/2016), η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε την 18-4-2018. Η κρινόμενη από 16-3-2020 (αριθμός κατάθεσης 13/2-6-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω με αριθμό 77/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ασκήθηκε την 2-6-2020,δηλαδή εμπρόθεσμα, αφού το χρονικό διάστημα από 13-3-2020 μέχρι 31-5-2020 δεν υπολογίζεται στην παραπάνω προθεσμία των δύο ετών, η οποία ανεστάλη για το χρονικό αυτό διάστημα και η οποία άρχισε να τρέχει και πάλι από την 1-6-2020 και σε κάθε περίπτωση δεν είχε συμπληρωθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, την 2-6-2020, ημερομηνία κατά την οποία κατατέθηκε η ένδικη αναίρεση.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της προκειμένης αίτησης αναιρέσεως, λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από την αναιρεσείουσα, πριν από την άσκησή της είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται με τις προτάσεις, που κατέθεσε αυτή (αναιρεσίβλητη) ενώπιον του Αρείου Πάγου μία ημέρα πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στις 2-12-2021 και όχι είκοσι ημέρες πριν από αυτή, όπως έπρεπε.

Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη και η προτεινόμενη με τις αυτές πιο πάνω προτάσεις της αναιρεσίβλητης η ένσταση περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής (ανεξαρτήτως του ότι δεν νοείται κατάχρηση δικονομικού δικαιώματος, όπως αυτό της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 189/2016 Α.Π. 2009/2017).

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Τέλος με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-8-2015 και με αρ. κατάθεσης 386/2015 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, στρεφόμενη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α", ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκε, ότι την 13-6-2013 ο Π.

Κ. (ο οποίος δεν είναι διάδικος) οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, προξένησε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα την σύγκρουση του οδηγούμενου από αυτόν πιο πάνω αυτοκινήτου με το με αριθμό ...

λεωφορείο, εντός του οποίου αυτή (ενάγουσα) επέβαινε και τον, συνεπεία αυτής, τραυματισμό της. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, να της καταβάλει το ποσό των 119.227 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.80/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή, αφού κρίθηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του πιο πάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 2-11-2018 και με αρ.

κατάθεσης 56/2017 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι συνυπαίτια στην έκταση της ζημιάς, που επήλθε σε αυτή συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, είναι και η ενάγουσα, δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στην ενάγουσα μικρότερα ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως σε αυτή.

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το υπέρμετρο ποσό των 30.000 ευρώ.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, δέχτηκε όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σε αυτό τα ακόλουθα: "Την 13-6-2013 και περί ώρα 19.40 στο 15ο χιλ. της εθνικής οδού Πρέβεζας- Γέφυρας Καλογήρου και συγκεκριμένα δύο χιλιόμετρα περίπου μετά την διασταύρωση της Νέας Σαμψούντας Πρέβεζας σε τροχαίο ατύχημα έγινε μετωπική σύγκρουση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Δ.Χ. λεωφορείου του υπεραστικού ΚΤΕΛ Πρέβεζας, το οποίο εκτελούσε δρομολόγιο από Άρτα προς Πρέβεζα, με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Π. Κ., ο οποίος είχε ασφαλίσει την αστική του ευθύνη για ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και το σχετικό κεφάλαιο η εκκαλούσα δεν το προσέβαλε ..... Στο λεωφορείο επέβαινε η εφεσίβλητη, η οποία καθόταν στην 4η σειρά καθισμάτων της δεξιάς πλευράς του λεωφορείου, στην θέση δίπλα στον διάδρομο, χωρίς να φέρει ζώνη ασφαλείας καίτοι το λεωφορείο είχε τέτοιες ζώνες σε όλα τα καθίσματα [...].

Από την σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στην εφεσίβλητη, ήτοι κατάγματα στην πτέρυγα του ιερού οστού ΑΡ, ηβοισχιακών κλάδων ΑΡ. και ηβικού κλαδου ΔΕ [...]. Η παράλειψη της εφεσίβλητης να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας του καθίσματος της ενόψει του είδους των τραυμάτων της, συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές κακώσεις που της προκλήθηκαν και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτής κατά ποσοστό 20%".

Στην συνέχεια το δικαστήριο δέχτηκε ότι: "συνεπεία του τραυματισμού της η ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πρέβεζας, όπου παρέμεινε προς νοσηλεία μέχρι 21-6-2013. Επειδή υπήρχε κίνδυνος παράλυσης από ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση στην σπονδυλική στήλη (υπήρχε κάταγμα της οσφυικής μοίρας και της πυέλου) αποφασίστηκε από τους θεράποντες ιατρούς συντηρητική, φαρμακευτική θεραπεία παυσίπονη και αντιπηκτική αγωγή, χρήση ζώνης οσφύος-ιερού οστού -πυέλου με θερμοπλαστικό και πλήρη ακινησία επί εξάμηνο.

Την 9-7-2013 η παθούσα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη επί τριήμερο. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα του εξαμήνου, πλην του παραπάνω χρονικού διαστήματος νοσηλείας της στα προαναφερθέντα νοσοκομεία παρέμεινε κλινήρης σε ακινησία στην οικία της, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου και για τρείς μήνες χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις της περπατούρα Π [...].

Την 27-5-2016 η παθούσα επειδή είχε πόνους στην μέση και δεν μπορούσε να ίσταται σε όρθια θέση για αρκετή ώρα, προέβη σε ιατρικές εξετάσεις.... και διαγνώστηκε ότι οι τραυματισμοί της στην σπονδυλική στήλη από το τροχαίο ατύχημα της προκάλεσαν κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου 04-05 και δισκαρθροπάθεια 04-05 και 05-11, η ίδια διάγνωση έγινε και από το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, στο οποίο η παθούσα νοσηλεύτηκε από 23-6-2016 μέχρι 26-6-2016".

Στην συνέχεια το δικαστήριο σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η παθούσα κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 46 ετών, έγγαμος και είχε δύο ενήλικα τέκνα, ο δε σύζυγος της είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω ψυχικής νόσου. Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού υπαιτιότητας του υπαίτιου οδηγού, της συνυπαιτιότητας της παθούσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της τελευταίας, του είδους του τραυματισμού της και της σημερινής κατάστασης της υγείας της, όπου εξακολουθεί να εμφανίζει πόνους στην μέση και δεν μπορεί να βαδίζει σε όρθια θέση επί αρκετή ώρα, του χρόνου που απαιτήθηκε προς αποκατάσταση της υγείας της και της στενοχώριας που δοκίμασε, πρέπει να της επιδικαστεί για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 30.000 ευρώ, το οποίο κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Συγκεκριμένα δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή δεν προσδιορίζεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.

Επομένως, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-3-2020 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 13/2-6-2020) αίτηση για αναίρεση της 77/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ