Legislator Case Law & Legislation
272/2020 AI generated

272/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 272/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/6/2017 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

272/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση, για την οποία επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ καθιερούμενες αρχές της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης.

Keywords

AI generated
right of habitation unlawful entry housing shortage access to property action for disturbance of possession housing policy
AI generated
146/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
1240/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.01.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 13/1999 προδικαστική, 194/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 194/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 07.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1554/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-2-2014 και 21-3-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βάμου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2020 αίτησή τους.
1533/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
633/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1, 2 και 3 ήδη αναιρεσειόντων (..., ... και ...), αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 26/3/2009 κρινόμενης αίτησης και των από 23/11/2009 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της 2552/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 272 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 272/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκούβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Ν. Κ. το γένος Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ταταριώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/6/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 57/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, κατά το κεφάλαιο αυτής, που δέχθηκε εν μέρει την από 25.7.2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως προς τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, υποχρεώνοντας τον τελευταίο να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 45.032 ευρώ, προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος της. Η αίτηση αναίρεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίση του σχετικά με τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής καθώς και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΑΠ 1668/2012, ΑΠ 449/2014).

Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση, για την οποία επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ καθιερούμενες αρχές της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης.

Στο πλαίσιο όμως της διάταξης του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ, το Δικαστήριο προβαίνει αυτεπάγγελτα στο χαρακτηρισμό των εννόμων σχέσεων με βάση τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους πραγματικά γεγονότα, χωρίς να δεσμεύεται από τις νομικές απόψεις τους. Αν καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτά που εκείνοι δέχονται, δεν εκλαμβάνει υπόψη πράγματα ή αιτήσεις που δεν προτάθηκαν, αλλά απλώς εκείνα που είναι νόμιμα, από εκείνα που έχουν προταθεί από τους διαδίκους, τα υπάγει στον κατάλληλο κανόνα δικαίου. Εν όψει αυτών, η εκ μέρους του δικαστηρίου μη παραδοχή του συνόλου του αγωγικού αιτήματος, αλλά μόνον εκείνου που κρίθηκε νόμιμο, δεν αποτελεί επιδίκαση μη αιτηθέντος ή πλέον του αιτηθέντος. Για τον ίδιο δε λόγο το αίτημα του διαδίκου που υποβάλλεται κατά υπέρβαση απλώς του νομίμου, δεν απορρίπτεται στο σύνολό του, αλλά μπορεί να περιορισθεί στα όρια του νόμου, δηλαδή να γίνει μερικά δεκτό για μικρότερο από το αιτούμενο ποσό, χωρίς στην περίπτωση αυτή να ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 περ. α' του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1625/2010), ενώ δεν αποτελεί "αίτημα", υπό την προαναφερόμενη έννοια, ο νομικός χαρακτηρισμός που έδωσαν οι διάδικοι, αν το δικαστήριο αξιολόγησε κατ' άλλο τρόπο τη διαφορά (ΑΠ 121/1981).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον, (κατά κανόνα), έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (ΑΠ 1273/2017).

Έτσι, εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής, για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις. Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου. Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση.

Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 839/2012, ΑΠ 68/2005).

Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (Ολ ΑΠ 705/1979). Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1668/2012).

Συνακόλουθα τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 1273/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης, η αναιρεσίβλητη, με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου από 25.7.2009 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανέφερε, πλην άλλων και τα εξής:

Ότι ο έκτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, προκειμένου να κατασκευάσει ως εργολάβος, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή επί ακινήτου συνιδιοκτησίας των πέντε πρώτων εναγομένων, (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), στα τέλη του έτους 2005, κατά την εκτέλεση του ως άνω έργου και συγκεκριμένα κατά την εκσκαφή των θεμελίων της υπό ανέγερση οικοδομής, από υπαιτιότητά του, (δόλο άλλως αμέλεια), δεν έλαβε τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας - προστασίας των παρακείμενων κτισμάτων, με αποτέλεσμα, σε οικία ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ευρισκόμενη σε όμορο προς νότον, (αναφορικά με την ιδιοκτησία των εναγομένων), οικόπεδο, να προκληθούν εκτεταμένες ρωγμές και βλάβες και να καταστεί αυτή ακατάλληλη προς οίκηση.

Ότι η θετική (περιουσιακή) ζημία, την οποία έχει υποστεί εξαιτίας της ιστορούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με αυτή, συνίσταται α) στο κόστος επαναφοράς της οικίας της στην αρχική της κατάσταση, συνολικού ποσού 159.500 ευρώ και β) στο κόστος μίσθωσης διαμερίσματος στην περιοχή του ακινήτου της, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 12.540 ευρώ, από 1.12.2006 μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφό της.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, εξαιτίας της επικαλούμενης αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 172.040 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας, πλέον του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Από το εν γένει όμως περιεχόμενο της άνω αγωγής, προκύπτει ότι η αξιούμενη αποζημίωση, που κατά τα ιστορούμενα αποτελεί το κόστος κατασκευής της αναφερόμενης νέας οικοδομής της αναιρεσείουσας, ταυτίζεται, κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα), με την αξία, που είχε η προηγουμένως υφιστάμενη στον ίδιο χώρο οικοδομή της κατά το χρόνο της επικαλούμενης από την ίδια καταστροφής της.

Ενόψει τούτων η αγωγή αυτή, καθόσον απευθύνεται εναντίον του αναιρεσείοντος, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 914, 297 και 298 ΑΚ στοιχεία και το ορισμένο αυτής δεν θίγεται από την έλλειψη ειδικότερων αναφορών ως προς την παλαιότητα του κτίσματος ή τον προσδιορισμό των τετραγωνικών μέτρων του ισογείου και της ανοδομής του, δυναμένων να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή για τον αναιρεσείοντα, δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοδίκης απόφασης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, ως αρκεσθέν σε λιγότερα των απαιτούμενων για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής περί αποζημιώσεως στοιχείων, αλλά ορθά δεν την απέρριψε λόγω νομικής αοριστίας της, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενης νομική σκέψη της παρούσας και γι' αυτό, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Υπό το ανωτέρω δε περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως εκτιμήθηκε, το Εφετείο, που έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση ίση με την πριν από τη ζημία αξία του κτίσματος, δηλαδή 35.000 ευρώ, δεκτού καθισταμένου εν μέρει του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, δεν επιδίκασε μη ζητηθέν με την αγωγή κονδύλιο, ήτοι αυτό της πραγματικής αξίας της οικίας πριν την πρόκληση της ζημίας και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9α ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, η επίκληση ή το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αιτήματα, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη τα αιτήματα να διαταχθεί η προσαγωγή των φορολογικών δηλώσεων, των λογαριασμών Δ.Ε.Η. καθώς και βεβαίωση σύνδεσης του ακινήτου του διαδίκου με το δίκτυο αποχέτευσης, ως επουσιώδη (ΑΠ 371/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενό της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 2166/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, πλην άλλων και τα εξής: "....Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους 2006 και ενώ ανεγειρόταν η γειτνιάζουσα στο ακίνητο της ενάγουσας προαναφερόμενη πολυκατοικία των εναγομένων, μάλιστα είχε φτάσει στο στάδιο της οπτολινθοδομής, δηλαδή είχε αποπερατωθεί ο σκελετός της και άρχισαν να κτίζονται τα τούβλα, η οικία της ενάγουσας παρουσίασε μεγάλες ζημίες.....

Πλην όμως, από το περιεχόμενο αφενός των τεχνικών εκθέσεων του πολιτικού μηχανικού Κ. Ζ., αφετέρου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ. προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες εκτεταμένες ρωγμές, οι οποίες εστιάζονται στο τμήμα της οικίας της ενάγουσας που γειτνιάζει με την πολυκατοικία των εναγομένων, προκλήθηκαν από τη διαφορική καθίζηση του εδάφους λόγω της ανέγερσης αυτής και της μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας. Ο δε όγκος, η έκταση, το βάρος, καθώς και τα επιμέρους στάδια κατασκευής της υποδομής και της ανωδομής της πολυκατοικίας των εναγομένων διαφοροποίησαν σημαντικά τις συνθήκες στο υπέδαφος όχι μόνο της εν λόγω οικοδομής αλλά και των οικοδομών των όμορων ιδιοκτησιών, συγκριτικά με τις συνθήκες που υπήρχαν πριν από την ανέγερση της. Ειδικότερα οι εδαφικές δράσεις των νέων φορτίων στο υπέδαφος της ανεγειρόμενης πολυκατοικίας των εναγομένων μεταβιβάζονται υπό γωνία 45 μοιρών στις όμορες ιδιοκτησίες, (Εδαφομηχανική των Θεμελιώσεων) στις οποίες περιλαμβάνεται και η ένδικη οικία της ενάγουσας, και γι' αυτό το λόγο η λήψη αντιστηρικτικών μέτρων στις όμορες ιδιοκτησίες, ήταν απαραίτητη - η δε ληφθείσα κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου αποδεικνύεται τελικά μη επαρκής - εφόσον αυτές δεν διέθεταν επαρκή υποδομή...

Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η προκληθείσα, στην οικία της ενάγουσας, ζημία, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του έκτου εναγομένου εργολάβου, ο οποίος κατά την εκτέλεση του έργου ενεργούσε ελεύθερα χωρίς την εποπτεία των οικοπεδούχων. Και τούτο διότι αυτός, αν και κατά νόμο όφειλε, κατά την εκτέλεση των εργασιών θεμελίωσης, κατά παράβαση των ανωτέρω νόμων, δεν προέβη στις απαιτούμενες, τόσο ως προς την καταλληλότητα, όσο και ως προς την επάρκεια, τεχνικές υποθεμελίωσης για την αντιστήριξη του όμορου κτιρίου της ενάγουσας και την αποτροπή των ζημιών στο κτίσμα αυτό.

Τούτο, διότι δεν μερίμνησε για την λήψη κατάλληλων μέτρων αντιστήριξης της όμορης ιδιοκτησίας της ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη τους δύο καθοριστικούς παράγοντες, ήτοι αφενός τα φορτία της πολυώροφης ανεγειρόμενης οικοδομής και την ως εκ τούτου αναμενόμενη τελικά καθίζηση και αφετέρου την ύπαρξη της οικίας της ενάγουσας, εφαπτόμενη στο κοινό όριο.

Έτσι, ακόμα και αν προέβη στην κατασκευή κάποιων "ντουλαπιών", όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και όπως επιβεβαίωσαν και οι προαναφερθέντες ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες, αυτά, όχι μόνο δεν ήταν τύπου ανυποχώρητου διαφράγματος, ώστε να διατηρηθούν οι αρχικές γεωστικές πιέσεις και να μην υπάρξουν καθιζήσεις, αλλά ήταν ολωσδιόλου ανεπαρκή για την τέλεση του έργου και την προστασία της ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Ο έκτος εναγόμενος για την εκτέλεση των εργασιών αντιστήριξης, όφειλε, δια των επιβλεπόντων μηχανικών του έργου, να λάβει υπόψη του τόσο τη σύσταση του εδάφους, όσο και την παλαιότητα της οικίας της ενάγουσας, η οποία όπως προαναφέρθηκε κτίσθηκε το έτος 1955 και ήταν εμφανής τόσο η παλαιότητα του τρόπου κατασκευής της και των δομικών υλικών που είχαν χρησιμοποιηθεί όσο και ότι αυτή ήταν δομημένη χωρίς την τήρηση των σύγχρονων οικοδομικών κανόνων, χωρίς ενιαίο τρόπο δόμησης και στατικό μοντέλο, αποτελούμενη κυρίως από φέροντες τοίχους (παλιό κτίσμα) και από μεμονωμένα υποστηλώματα και δοκούς στις μεταγενέστερες επεκτάσεις της....

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προκληθείσες ρωγμές και βλάβες στην τοιχοποιία της ενάγουσας, συνέχεται και η υπάρχουσα εκεί φθοροποιός υγρασία, τα σημάδια, της οποίας είναι εμφανή στην τοιχοποιία, οφειλόμενα στην μη αποκατάσταση της στεγανότητας στην επαφή της νέας οικοδομής με την υπάρχουσα κατοικία• Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο έκτος εναγόμενος δεν επέδειξε συμπεριφορά την οποία θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο, αλλά, ενεργώντας αντιθέτως προς τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας της κατοικίας της ενάγουσας, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ή ενέργειά του αυτή δεν συνιστά απλά μία πολεοδομική παράβαση αλλά συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα; αφού, αν είχε προβεί στην κατάλληλη αντιστήριξη, η οικία της ενάγουσας δεν θα είχε υποστεί τις προαναφερθείσες εκτεταμένες ρωγμές και βλάβες.....

Ακόμη, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό και με τις ως άνω εκθέσεις αυτοψίας και την πραγματογνωμοσύνη αποδείχτηκε ότι λόγω των προαναφερόμενων παραλείψεων του έκτου εναγομένου, η κατοικία της ενάγουσας υπέστη έντονες ρωγμές ποικίλου εύρους και διαφόρων κατευθύνσεων στο σύνολο σχεδόν των δομικών στοιχείων.

Συγκεκριμένα, λόγω της ανισομερούς καθίζησης υπέστη πολλαπλές ρηγματώσεις στην τοχοποιϊα και στρέβλωση όλων των κόμβων του στατικού φορέως (θεμέλια - συνδετήριοι δοκοί - κολώνες - δοκοί - πλάκα επικαλύψεως όπου υφίσταται). Επίσης, από τον μεταξύ των τμημάτων συνεχώς διευρυνόμενο, λόγω των ρωγμών, αρμό και της αποκλίσεως των τμημάτων από την κατακόρυφο εισέρχονται όμβρια ύδατα με αποτέλεσμα την ύπαρξη υγρασίας στο εσωτερικό της κατοικίας.

Έτσι, για την αποκατάσταση των ζημιών της οικοδομής της ενάγουσας και την επανάχρηση αυτής, και ιδίως για την αποκατάσταση της φέρουσας ικανότητας του κτίσματος θα πρέπει να γίνουν εργασίες στατικής ενίσχυσης των φερόντων δομικών στοιχείων κατόπιν ειδικής αντισεισμικής μελέτης στο σύνολό της, καθώς και αποκατάσταση των ζημιών στα επί μέρους τμήματά της (σοβάδες, χρωματισμοί, επενδύσεις κ.λ.π.).

Η οικοδομή της ενάγουσας, στην κατάσταση που βρισκόταν το έτος 2006, λόγω των παραπάνω βλαβών, δεν ήταν δυνατό να κατοικηθεί, διότι η κατάσταση της, καθιστούσε τη χρήση της απαγορευτική, τόσο για λόγους λειτουργικούς, όσο και κυρίως για λόγους ασφαλείας. Η οικοδομή θα μπορούσε κατόπιν τεχνοοικονομικής μελέτης να επισκευασθεί, με την έννοια της επαναφοράς της σε ανεκτή κατάσταση για ένα παλαιό κτίσμα, με φέρουσες τοιχοποιίες από πενήντα έτη περίπου.

Η επισκευή όμως αυτή με ριζικές και πολλαπλές επεμβάσεις (βλ. τεχνική έκθεση πολιτικού μηχανικού Κ. Ζ.), δεν καθιστό την οικία ασφαλή, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς. Λόγω των σοβαρών της βλαβών, της μη στατικής επάρκειας, της μη παροχής ασφάλειας, της χρονοβόρας αλλά και οικονομικά ασύμφορης επισκευής, η οικία αυτή είναι επικίνδυνη προς οίκηση και ως εκ τούτου ακατάλληλη για χρήση.

Από τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το κτίσμα της . ενάγουσας υπέστη ολική καταστροφή, αφού είναι αδύνατη η χρήση του κατά τον προορισμό του ως οικίας και οικονομικά μη συμφέρουσα η επισκευή του....

Λόγω του ότι το κτίσμα κατέστη ακατάλληλο προς οίκηση, η ενάγουσα μίσθωσε διαμέρισμα επί της οδού ..., στην ..., εμβαδού 80 τετρ. μέτρων, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 400 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 έως 30-11- 2008 και 420 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 και εντεύθεν (βλ. το από 1-12- 2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κύριας κατοικίας, το οποίο έχει κατατεθεί στην αρμόδια ΔΟΥ-στις 4-12-2006 με αριθμό ...

και τις προσκομιζόμενες αποδείξεις). Συνακόλουθα, η ενάγουσα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-12-2006 έως τον Ιούλιο του 2009, κατέβαλε για τα μισθώματα, συνολικά το ποσό των 12.540 ευρώ [24 μήνες Χ 400 ευρώ + 7 μήνες Χ 420 ευρώ) και συνεπώς, το ως άνω αγωγικό κονδύλιο πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο.

Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι η ενάγουσα ουδέποτε εγκατέλειψε την οικία της και κατοικεί σε αυτήν και ως εκ τούτου ουδέν ποσό κατέβαλε για μισθώματα. Πλην όμως, ο ισχυρισμός του αυτός καταρρίπτεται από την προσκόμιση του ως άνω μισθωτηρίου (εκμισθώτρια Ι. Σ.) και των αποδείξεων καταβολής των μισθωμάτων, ενώ γίνεται αναφορά της μίσθωσης και στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Μ., ο οποίος αναφέρει ότι περί τα τέλη Απριλίου 2007, όταν επισκέφτηκε την οικία της ενάγουσας αυτή ήταν ήδη εγκαταλελειμμένη λόγω των βλαβών της και οι κατοικούντες σε αυτήν είχαν μετακομίσει σε άλλη οικία. Άλλωστε, η ενάγουσα όπως και η ίδια συνομολογεί, από τον Ιούνιο του 2010, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν για τον οποίο αιτείται μισθώματα, λόγω των έντονων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει εγκαταστάθηκε σε ένα δωμάτιο της οικίας με τα λιγότερα προβλήματα, έχοντας γνώση των κινδύνων που αντιμετωπίζει, λόγω της κατάστασης αυτής (έντονες ρωγμές κ.λπ.)...".

Ήδη ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι, προκειμένου να στηρίξει την ένσταση συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στις προκληθείσες ζημίες της κατοικίας της από υγρασίες και συσσώρευση ομβρίων υδάτων στο υπέδαφος, καθώς και για την απόκρουση του αγωγικού κονδυλίου αποζημίωσης του κόστους μίσθωσης άλλης στέγης, υπέβαλε, τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην κατ' έφεση δίκη, τα αιτήματα να υποχρεωθεί η ενάγουσα να προσκομίσει α) τους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος (ΔΕΗ) του δήθεν εγκαταλειφθέντος ακινήτου της για όλο το χρονικό διάστημα της μίσθωσης της κατοικίας στη Νέα Ιωνία, δηλαδή από την 1.12.2006 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος 2009) αλλά και για το προγενέστερο και μεταγενέστερο χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών ανά περίοδο, ώστε από τη σύγκριση της κατανάλωσης να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα και η οικογένειά της ουδέποτε πράγματι εγκατέλειψαν το σπίτι τους, β) αντίγραφα των φορολογικών της δηλώσεων των χρήσεων ετών 2006, 2007, 2008 και 2009 (οικονομικά έτη 2007, 2008, 2009, 2010 αντίστοιχα), ώστε να διαπιστωθεί από αυτές αν πράγματι κατοικούσε στη διεύθυνση επί της οδού ...

και δήλωσε τη δαπάνη των μισθωμάτων και γ) βεβαίωση σύνδεσης της αποχέτευσης του κτίσματος της, με το κεντρικό δίκτυο της αποχέτευσης της Δ.ΕΥΑΜΒ, ώστε να διαπιστωθεί ότι η επιβάρυνση της θεμελίωσης του κτίσματος της ενάγουσας επηρεάζεται όχι μόνο από τα όμβρια νερά, αλλά και από τα νερά της αποχέτευσης, εφόσον η οικοδομή της δεν είναι συνδεδεμένη με το κεντρικό δίκτυο της Δ.Ε.Υ.Α.ΜΒ, πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αιτήματα αυτά, τα οποία απέρριψε σιωπηρώς, ούτε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την άρνηση της αντιδίκου του να τα προσκομίσει.

Ενόψει όμως των προαναφερόμενων παραδοχών του Εφετείου, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί τα όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση του, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά με την επίκληση της συγκεκριμένης πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν όμως δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 ΑΚ, που εφαρμόζεται για ενοχή αποζημίωσης από αδικοπραξία, νόμο και σύμβαση, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της". Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 εδαφ.

α' απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας. Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά τη γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικά από τον νόμο.

Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα είτε να μειώσει την ευθύνη του είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη (ΑΠ 567/2017, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1729/2013). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 232) (ΑΠ 469/2017).

Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας, ο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι κυρίως και ενδεικτικώς, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, που προαναφέρθηκαν, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.ΠολΔ πλημμέλειες, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης.

"Δεν έλαβε... υπόψη του και δεν μνημόνευσε ρητά" σε αυτή "το βαθμό συνυπαιτιότητας της δικαιούχου στην πρόκληση της περιουσιακής βλάβης της, αν και όφειλε να την λάβει υπόψη του, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και την καθόρισε σε ποσοστό 20%, ώστε παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, διότι, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, δεν συνεκτίμησε, όπως επιβάλλεται,....το προαναφερόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας της παθούσας - αναιρεσίβλητης και άρα έχει ανεπαρκή αιτιολογία".

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, σε σχέση με τα κεφάλαια συνυπαιτιότητας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα:

"Ωστόσο, στην ολική καταστροφή της οικίας συνετέλεσαν εν μέρει και ενέργειες της ενάγουσας. Ειδικότερα, ο τρόπος δόμησης της οικίας δεν ήταν σύμφωνος με τους κανονισμούς, ακόμα και της εποχής ανέγερσής της. Αυτή είχε κατασκευασθεί χωρίς οικοδομική άδεια, (δεν προσκομίζεται άλλωστε από την ενάγουσα), με προσθήκες σε ορόφους και επεκτάσεις κατ' έκταση (επιφάνεια) με τούβλα ή τσιμεντόλιθους, υλικά δηλαδή ποικίλης αντοχής και στατικής συμπεριφοράς.

Η θεμελίωσή της είναι σε μικρό βάθος, μικρής επιφάνειας έδρασης, χωρίς σύνδεση των επί μέρους στοιχείων της μεταξύ τους με συνδετήριους δοκούς από οπλισμένο σκυρόδεμα, που θα επέτρεπε την ανακατανομή των φορτίων ανωδομής σε περίπτωση καθιζήσεως. Τα σοβατίσματα είναι είτε ανύπαρκτα είτε ατελή. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, προκύπτει ότι, πέραν της μη εκδόσεως οικοδομικής αδείας, ο τρόπος κατασκευής της οικίας, (ως προς τη θεμελίωση και δομική στήριξη των κτισμάτων), δεν πληρούσε τους, κατά το χρόνο ανέγερσής της, κανόνες της οικοδομικής και το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας.

Έτσι, η έκταση της ζημίας, ήτοι οι βλάβες και η εξ αυτών ολική καταστροφή του κτίσματος, συναρτώνται αιτιωδώς με τις ανωτέρω παραλείψεις, αφού σε περίπτωση τήρησης των οικοδομικών κανόνων κατά την ανέγερση αυτής και ενόψει του ότι επρόκειτο για διάφορα τμήματα του κτίσματος, δεν θα επερχόταν ζημία σε όλα τα τμήματα ή αυτή θα ήταν μικρότερης έκτασης, Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλειψη της ενάγουσας συντέλεσε κατά ποσοστό 20% στην έκταση της ζημίας, γενομένης εν μέρει δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης, στηριζόμενης στο άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης, που, πρόβαλε πρωτοδίκως ο έκτος των εναγομένων και επαναφέρει με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του στην παρούσα δίκη.

Συνεπώς, το ανωτέρω ποσό των 47.540 ευρώ, πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό υπαιτιότητας της ενάγουσας (20%) στην επέλευση της ζημίας της και να της επιδικασθεί το ποσό των 38.032 (20% Χ 47.540 = 9.508) ευρώ. Τέλος, η οικία της ενάγουσας ήταν συντηρημένη από την ίδια με επιμέλεια και φροντίδα και αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο. Ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, του βαθμού υπαιτιότητας του έκτου των εναγομένων, του είδους και της εκτάσεως των υλικών ζημιών της οικίας της ενάγουσας, της κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και συνεπώς πρέπει να της επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 7.000 ευρώ. Επομένως, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, συνολικά το ποσό των 45.032 [=38.032 περιουσιακή ζημία + 7.000 ευρώ ηθική βλάβη) ευρώ".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους κατά τον καθορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσίβλητη εξαιτίας της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος της, συνεκτιμώντας οπωσδήποτε προς τούτο και το βαθμό της αποδειχθείσας δικής της συνυπαιτιότητας ποσοστού 20% στην έκταση της προκληθείσας από αυτή ζημίας της.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που αναγνωρίστηκε ότι υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του συνδυαστικά τις αναφερόμενες παραδοχές αυτής (απόφασης) σχετικά με τις αποδειχθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, όπου περιλαμβάνονται όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία και συγκεκριμένα, το είδος και η έκταση των υλικών ζημιών της οικίας της αναιρεσίβλητης, ο βαθμός υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, αλλά και συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης σε ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, η κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου, ενώ με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού κάτι τέτοιο άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων υποστηρίζει.

Επομένως, ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 .2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ,356/2002, ΑΠ 1864/2017).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει υπάρξει απόδειξη περί τούτων και ειδικότερα δέχθηκε αυθαιρέτως:

α) ως αντικειμενική αξία της οικίας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης το ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς αυτή να έχει προκύψει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και συγκεκριμένα από φύλλο προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας κτίσματος και β) ως εμπορική αξία αυτής, υπολογιζόμενη με βάση την κατάσταση που βρισκόταν η οικία κατά το χρόνο προ της καταστροφής, το ποσό των 35.000 ευρώ, χωρίς να έχει προκύψει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση. Σε κάθε όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τεχνικές εκθέσεις, πραγματογνωμοσύνη, φωτογραφίες, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας), τα οποία προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση, μνημονεύονται σ' αυτή και συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ.566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το κτίσμα της ενάγουσας υπέστη ολική καταστροφή, αφού είναι αδύνατη η χρήση του κατά τον προορισμό του ως οικίας και οικονομικά μη συμφέρουσα η επισκευή του.

Η αξία της ανωτέρω οικίας, ανέρχεται κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού στο ποσό των 50.000 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη τιμή εκκίνησης ελάχιστου κόστους οικοδομής για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας κτισμάτων ακινήτων με αντικειμενικά κριτήρια). Λαμβανομένης υπόψη της κατασκευής της (υλικών, χρόνου, κ.λ.π.) η ενδιαφέρουσα εν προκειμένω εμπορική αξία αυτής, υπολογιζόμενη με βάση την κατάσταση που βρισκόταν η οικία κατά το χρόνο προ της καταστροφής και όχι με βάση τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλης, όμοιας, καινούργιας, ανερχόταν σε 35.000 ευρώ, συνεκτιμωμένου του ότι το οικόπεδο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί, διατηρεί την αξία του.

Τούτο, διότι ως χρόνος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του καταστραφέντος πράγματος λαμβάνεται ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζήτησης, η δε αξία του καταστραφέντος πράγματος και, εντεύθεν, η θετική ζημία του παθόντος, υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου, ομοίου πράγματος, καινούργιου.

Και τούτο γιατί,..... στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα από τη γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Δικαιούται, επομένως, η ενάγουσα αποζημίωση ίση με την πριν από την ζημία αξία του κτίσματος, δηλαδή 35.000 ευρώ, δεκτού καθισταμένου εν μέρει του σχετικού αγωγικού κονδυλίου", υποστηρίζει ότι με αυτές το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, καθώς παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχθέν πράγματα διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, αφού: "το έγγραφο τιμής εκκίνησης ελαχίστου κόστους οικοδομής που έλαβε υπόψη του εκλαμβάνοντάς το ως απόδειξη της αξίας, αναφέρεται μόνο στο κόστος κατασκευής, που λαμβάνει υπόψη του το δημόσιο για τον υπολογισμό της φορολογητέας αντικειμενικής αξίας, και δεν αποτελεί φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου, που περιλαμβάνει πληθώρα άλλων κριτηρίων, όπως την θέση οικοπέδου, το πλάτος της οδού πρόσοψης, τον συντελεστή εμπορικότητας τους ορόφους, τα εμβαδά ανά όροφο, την παλαιότητα κατασκευής, την συγκυριότητα, κ.λ.π.".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται σε αυτόν τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας α' έως στ' στοιχεία και σε κάθε περίπτωση, γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.6.2017 αίτηση του Τ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ