Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling as no legal interest exists to overturn the final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rejecting a debt restructuring request. The appellant argued the debt was a crime-related liability excluded from the restructuring law, but the court found no legal interest to overturn the lower court's substantive rejection. Consequently, the appeal was rejected and the security bond was returned to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant lacks a legal interest in preventing the res judicata of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 272 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ή. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ήμελλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη και 2) Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-11-2014 και 23-11-2015 αιτήσεις του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1η-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 48/2017 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε στη συνέχεια κατ' ουσία, την από 11-1-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 56/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου, σύμφωνα με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι με αριθμ. κατ. 54/2014 και 70/2015 αιτήσεις του με αντικείμενο την υπαγωγή των χρεών του στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, απορρίφθηκε στο σύνολό της η δεύτερη και έγινε δεκτή εν μέρει η πρώτη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν...
και 6) αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση.... Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015, ΑΠ 1870/2013, ΑΠ 901/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 1870/2013, ΑΠ 901/2013) Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.
Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013 ΑΠ 938/2018).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151)".
Περαιτέρω, το ως άνω άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), ορίζει ότι: "1.
Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο. 2.
Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή τη μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον ν. 1337/1983, από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.
Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α', β' και γ' πρόσωπα δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές... 4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες:
είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.
Ο περιορισμός του εδ. α' στοιχείο α' δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β' της παραγ. 3 του παρόντος άρθρου. Με την παραπάνω τροποποίηση του Ν. 3869/2010 διά του Ν. 4336/2015, υπάρχει πλέον σημαντική διαφοροποίηση ως προς τη μη εξαίρεση φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών από την υπαγωγή τους στη διαδικασία ρύθμισης εκ του νόμου 3869/2010.
Το ίδιο ισχύει για την εξαίρεση χρεών από αδίκημα, που όμως πλέον διαφοροποιείται από τα χρέη από αδικοπραξία (αν δεν είναι και αδίκημα)". Έτι περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015) ορίζεται ότι: "Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/ 2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά".
Προς τούτο εκδόθηκε την 14 Οκτωβρίου 2015 η με αριθμό 8986/2015 Κ.Υ.Α των Υπουργών: α) Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, β) Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και δ) Οικονομικών [παρόλο που οι τελευταίοι δύο Υπουργοί δεν προβλέπονταν στον ανωτέρω εξουσιοδοτικό Νόμο να συμμετέχουν στην έκδοση της σχετικής Κ.Υ.Α] (ΦΕΚ 2208/14-10-2015 Τεύχος Β'), με την οποία, όπως διατυπώνεται ρητά, καθορίζεται το υπόδειγμα της τυποποιημένης αίτησης (αίτησης συμπλήρωσης οφειλών) για τους οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και οι οποίες δεν έχουν συζητηθεί ή επί των οποίων δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές, όπως η αίτηση αυτή προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 3 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4 "Τροποποιήσεις του Ν. 3869/2010" του Ν. 4336/2015.
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη 48/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω:
Ο αναιρεσείων άσκησε την από 14 Νοεμβρίου 2014 υπ' αριθμ. 54/2014 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου κατά των αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας καθόσον είναι οφειλέτης, ο οποίος έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και αιτήθηκε την ρύθμιση των οφειλών του προς τους αναιρεσίβλητους, ήτοι την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ" και τον "Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείων ...", δεδομένου ότι θεωρούσε αμφότερες τις ως άνω οφειλές του ως υπαγόμενες στην διαδικασία ρύθμισης του Ν. 3869/2010 πριν την τροποποίηση αυτού με το Ν. 4336/ 2015. Στη συνέχεια και ενόσω εκκρεμούσε η πρώτη συζήτηση της ως άνω αρχικής του αίτησης και δεν είχε επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές του, ο Ν. 3869/2010, στα πλαίσια εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, τροποποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015 με τον Ν. 4336/2015 και πλέον διαφοροποιείται ως προς την εξαίρεση των φόρων τελών και ασφαλιστικών εισφορών, και των χρεών από αδικοπραξία (αν δεν είναι αδίκημα).
Για τον ως άνω λόγο, κατέθεσε την με αριθμ. κατάθεσης 70/25.11.2015 αίτηση συμπλήρωσης οφειλών του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου στα πλαίσια της υποπαραγράφου Α.4, άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4336/2015, του άρθρου 781 ΚΠολΔ και της Κ.Υ.Α. των Υπουργών α) Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, β) Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και δ) Οικονομικών (ΦΕΚ 2208/14-10-2015 τ.
Β'), που εκδόθηκε στις 14/10/2015 με αριθμό 8986/2015, προκειμένου να υπαγάγει το χρέος του ως προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και ως "τέλος" στην προστασία του ν. 3869/2010 όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015, ο οποίος προέβλεπε ρητά την δυνατότητα αυτή στις μεταβατικές του διατάξεις (άρθρο 2 παρ. Α' υποπαρ. Α4 άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4336/2015).
Η συζήτηση αμφοτέρων των ως άνω αιτήσεων έλαβε χώρα στις 19•9•2016 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 56/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία μεταξύ των άλλων εξαίρεσε από την προστασία του ν. 3869/2010 την οφειλή του προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, καθώς έκρινε ότι η εν λόγω οφειλή εμπίπτει στην έννοια του "τέλους" και εξαιρείται των προστατευτικών διατάξεων του ν. 3869/2010 όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα πριν την τροποποίησή του από το νόμο 4336/2015.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμ. 48/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία απέρριψε και επικύρωσε την ως άνω υπ' αριθμ. 56/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο αιτών με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο κατά εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1 αριθμ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το Ν. 4336/2015, έκρινε ότι τα οφειλόμενα προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ποσά, είναι ως αναλογικά δικαιώματα από τη σύνταξη των κρατικών συμβολαίων, αναγκαστική παροχή που έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και άρα αποτελούν "τέλη" με αποτέλεσμα να εξαιρούνται κατ' άρθρο 1 αριθ. 2 Ν. 3869/2010, από το πεδίο εφαρμογής του.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω το άρθρο 2 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι "Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης" Το ως άνω άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), και ορίζει ότι: "1..., 2.
Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή τη μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον ν. 1337/1983, από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής... 4.
Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.
Με την παραπάνω τροποποίηση του Ν. 3869/2010 διά του Ν. 4336/2010, υπάρχει πλέον σημαντική διαφοροποίηση ως προς τη μη εξαίρεση φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών από την υπαγωγή τους στη διαδικασία ρύθμισης εκ του νόμου 3869/2010. Το ίδιο ισχύει για την εξαίρεση χρεών από αδίκημα, που όμως πλέον διαφοροποιείται από τα χρέη από αδικοπραξία (αν δεν είναι και αδίκημα)".
Η οφειλή του αναιρεσείοντος προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο …. προέρχεται από αναλογικά δικαιώματα που εισέπραξε ως Συμβολαιογράφος …. από τη σύνταξη συμβολαίων του δημοσίου και άλλων δημοσίων φορέων, τα οποία όφειλε να αποδώσει στον οικείο συμβολαιογραφικό Σύλλογο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 113 του Κώδικα Συμβολαιογράφων.
Με τη διάταξη του άρθρου 119 του ίδιου Κώδικα επιβάλλεται η υποχρέωση στο συμβολαιογράφο να καταθέσει τα αναλογικά δικαιώματα από τα συμβόλαια μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από τη σύνταξη κάθε συμβολαίου και ορίζεται με τη διάταξη της παρ. 4 ότι η παρακράτηση αυτών από το συμβολαιογράφο περισσότερο από τρείς μήνες από τη σύνταξη συμβολαίων τιμωρείται κατά τις διατάξεις του ποινικού κώδικα (άρθρο 375 ΠΚ).
Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση που η οφειλή του αιτούντος - συνταξιούχου συμβολαιογράφου δημιουργήθηκε από τη μη κατάθεση των αναλογικών δικαιωμάτων κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, αποτελεί προϊόν υπεξαίρεσης, κατά τα αμέσως παραπάνω εκτεθέντα, δηλ. αδικοπραξίας που διαπράχθηκε με δόλο και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής, ούτε του νόμου 3869/2010 αλλά ούτε και του νόμου 4336/2015 σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και δεν επιτρέπεται η ρύθμιση αυτής.
Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η σχέση μεταξύ του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και του συμβολαιογράφου που συνέταξε τα συμβόλαια, όταν αυτά ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία είναι σχέση δημοσίου δικαίου, η δε διαφορά που γεννάται από την άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 119 παρ. 1-2 του άνω κώδικα, με την οποία ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ζητεί από τον συμβολαιογράφο να του καταβάλει τα αναλογικά δικαιώματα που εισέπραξε από την κατάρτιση των συμβολαίων εκ των προαναφερθέντων "κρατικών" αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδια είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (ΑΠ 148/2001, ΣτΕ 1397/2017, ΣτΕ 140/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση ο συμβολαιογραφικός Σύλλογος άσκησε αγωγή σε βάρος του αιτούντα ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων με βάση τις παραπάνω διατάξεις, η οποία έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 537/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η άσκηση της εν λόγω αγωγής όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η εν λόγω οφειλή είναι συνέπεια υπεξαίρεσης, δηλ.
αδικοπραξίας που διαπράχθηκε με δόλο, όπως σαφώς ορίζεται τόσο στο νόμο 3869/2010 όσο και στο νόμο 4336/2015, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν επιτρέπεται για το λόγο αυτό η ρύθμιση αυτής της οφειλής. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι τα οφειλόμενα προς τον συμβολαιογραφικό Σύλλογο αναλογικά δικαιώματα από τη σύνταξη "κρατικών" συμβολαίων έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα και άρα αποτελούν τέλη με συνέπεια να εξαιρούνται κατ' άρθρο 1 αρ. 2 Ν. 3869/2010 από τη ρύθμιση οφειλών του αιτούντα και απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014).
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο εφέσεως του αιτούντα, έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ζήτησε από τον συμβολαιογράφο να του καταβάλει τα αναλογικά δικαιώματα που εισέπραξε από την κατάρτιση των συμβολαίων εκ των προαναφερθέντων "κρατικών" ισχυριζόμενος ότι η αξίωσή του αυτή προέρχεται από τη σχέση δημοσίου δικαίου και τη διοικητική διαφορά ουσίας που γεννάται από την άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 119 παρ. 1-2 του άνω κώδικα Συμβολαιογράφων και όχι από τις σαφώς διακεκριμένες και αυτοτελείς διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ) σε συνδυασμό με το έγκλημα της υπεξαίρεσης που ρητά προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές από το άρθρο 119 παρ. 4 του άνω κώδικα, τις οποίες και δεν επέλεξε ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος και ως εκ τούτου λόγω της συγκεκριμένης επιλογής, δεν αποτελεί χρέος που πηγάζει από αδικοπραξία που τελέστηκε με δόλο, πλην όμως επειδή εξαιρούνται από τη ρύθμιση οι οφειλές που προέκυψαν από τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Με την κρίση του αυτή, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία συνισταμένη στην απόρριψη του σχετικού αιτήματος για το λόγο ότι τα οφειλόμενα αποτελούν τέλη με αποτέλεσμα να εξαιρούνται κατ' άρθρο 1 αριθ. 2 Ν. 3869/2010 από τη ρύθμιση οφειλών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό, αφού κατά τα ήδη προαναφερθέντα εξαιρούνται από τη ρύθμιση οι οφειλές που προέκυψαν από τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και οι οφειλές που προέκυψαν από αδικοπραξία, όπως εν προκειμένω οι οφειλές του αιτούντος προς τον Συμβολαιογραφικό σύλλογο οι οποίες αποτελούν χρέος που πηγάζει από αδικοπραξία (υπεξαίρεση), που διαπράχθηκε με δόλο.
Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αιτών και ήδη αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη υπαγωγής της οφειλής του προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο στο Ν. 3869/2010, γιατί η οφειλή του αυτή δεν είναι "τέλος" και συνεπώς δεν εξαιρείται από την προστασία του νόμου 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθόσον η απόρριψη στη προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ανωτέρω αιτήματος ως κατ` ουσία αβάσιμου για το λόγο ότι τα οφειλόμενα αποτελούν τέλη με αποτέλεσμα να εξαιρούνται κατ' άρθρο 1 αριθ. 2 Ν. 3869/2010 από τη ρύθμιση οφειλών, αντί της απόρριψης αυτού ως ουσία αβάσιμου για το λόγο ότι η οφειλή αποτελεί χρέος που πηγάζει από αδικοπραξία που τελέστηκε με δόλο και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν επιτρέπεται για το λόγο αυτό ούτε η ρύθμιση αυτής δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα.
Μετά την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αναίρεσης παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αυτής με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο έσφαλε απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την με αριθμ. 70/2015 συμπληρωματική αίτησή του περί ρυθμίσεως οφειλών, η οποία αφορούσε την οφειλή του προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και της οποίας οφειλής προβλεπόταν η δυνατότητα ρυθμίσεως με βάση τις διατάξεις του νόμου 4336/2015, γιατί όπως αναφέρθηκε και παραπάνω και ο Νόμος 4336/2015, όπως και ο προγενέστερος Νόμος 3869/2010 εξαιρεί από τη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών και αυτές που αποτελούν προϊόν υπεξαίρεσης δηλ. αδικοπραξίας που διαπράχθηκε με δόλο και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής, ούτε του νόμου 3869/2010, αλλά ούτε και του νόμου 4336/2015 σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και δεν επιτρέπεται η ρύθμισή τους, όπως ζητούσε ο αιτών με την αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ` άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η-12-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την εκουσία διαδικασία υπ` αριθμ. 48/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ