272/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 272 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2016
Legislator headnote
AI generated272/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 272 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 272 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως προελθούσα από μετατροπή - μετασχηματισμό της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βαρλάμη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η 2812/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στ. α' ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας. Με τις ανωτέρω δύο διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία. Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφαση τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ' ακυρώσιμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 871 ΚΠολΔ, διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο, αλλά δεν μπορούν να οριστούν διαιτητές οι ανίκανοι για δικαιοπραξία, όποιοι έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, όποιοι από καταδίκη έχουν στερηθεί την άσκηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων και τα νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης", (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, με τις οποίες οριοθετείται και ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να οριστούν διαιτητές, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν ότι ο νόμος δεν απαιτεί να συντρέχουν στο πρόσωπα του διαιτητή ορισμένες ιδιότητες και αφετέρου ότι είναι επιτρεπτή η επιλογή ως διαιτητών μόνο φυσικών προσώπων. Έτσι, διαιτητές δεν μπορούν να οριστούν τα νομικά πρόσωπα, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους. Όμως, κατ' εξαίρεση, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 902 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν και ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία του καθενός από τα νομικά αυτά πρόσωπα. Ενόψει της πιο πάνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 902 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια της...", εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηριω της Ελλάδος (TEE) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμενοι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικός γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του TEE" (παρ. 2). Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, βάσει των πιο πάνω εξουσιοδοτικών διατάξεων, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του TEE, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του. Έτσι, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδότησης, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ.2 του ν.δ. 723/1979. Επομένως, αν, με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Τέλος, οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέθηκε τα ακόλουθα. "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", σύμφωνα με το υπ' αρ. .../28-5-1999 καταστατικό της, είχε ως σκοπό την ίδρυση και λειτουργία Γενικής Ιδιωτικής Κλινικής στην... Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προέβη στην αγορά οικοπεδικής έκτασης, 21.009 τ.μ. στην περιοχή Κάτω Συχαινά Πατρών, προκειμένου να ανεγείρει επ' αυτής κτίριο, για την ίδρυση και λειτουργία της ως άνω κλινικής, αποτελούμενο από δύο υπόγεια, ισόγειο και τέσσερις πάνω απ' αυτό ορόφους. Εν συνεχεία, κατόπιν σχετικών αιτήσεων, της χορηγήθηκε η υπ' αρ. 812/26-10-2000 άδεια ανέγερσης οικοδομής και η υπ' αρ. Ε2/29778/4-12-2000 άδεια ίδρυσης ιδιωτικής γενικής κλινικής. Στις 6-6-2003, στην ..., καταρτίστηκε έγγραφη εργολαβική σύμβαση, μεταξύ αυτής και της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) μελετητικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης επωνυμία "Λ.Δ.Κ- Σύμβουλοι Τεχνικών και Αναπτυξιακών Ε.Π.Ε", η οποία, εν συνεχεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", δυνάμει της οποίας, η τε¬λευταία ανέλαβε την εκπόνηση της μελέτης των ηλεκτρομηχανολογικών εγκα¬ταστάσεων του ως άνω κτιρίου. Η μελέτη συμφωνήθηκε να εκπονηθεί σε τρία στάδια, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και τα οριζόμενα στο ΠΔ 696/1974. Με το άρθρο 3 της σύμβασης, ως προθεσμία υποβολής της μελέτης του 1ου σταδίου ορίσθηκε χρονικό διάστημα επτά (7) ημερολογιακών ημερών, του 2ου σταδίου χρονικό διάστημα εξήντα (60) ημερολογιακών ημερών από την έγκριση του 1ου σταδίου και του 3ου σταδίου χρονικό διάστημα δέκα πέντε (15) ημερολογιακών ημερών από την έγκριση του 2ου σταδίου. Με το άρθρο 7 της σύμβασης συμφωνήθηκε, ως αμοιβή, το ποσό των 105.000 ευρώ, ενώ, με το άρθρο 13, ορίσθηκε ότι, για κάθε διαφορά ή διαφωνία από την παρούσα σύμβαση θα γίνεται προσπάθεια φιλικής επίλυσης μεταξύ των συμβαλλομένων και, εφόσον δεν καταστεί δυνατή η φιλική διευθέτηση, κάθε διαφωνία θα επιλύεται με την διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος. Εν συνεχεία, προέκυψαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων πλευρών, ως προς το ύψος της αμοιβής που δικαιούνταν η εναγόμενη - εργολήπτρια. Η τελευταία, με την από 10-4-2009 αίτηση της, ενώπιον της Μόνιμης Διαιτησίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, ζήτησε να διοριστεί επιδιαιτητής, να συγκροτηθεί το Διαιτητικό Δικαστήριο και, επικαλούμενη ότι η εδώ ενάγουσα - εργοδότρια της έχει καταβάλει μόνο το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο αποτελεί μέρος μόνο της νόμιμης αμοιβής της, υπολογιζόμενης, σύμφωνα με τα κατώτατα όρια αμοιβών (άρθρο μόνον Ν.Δ 2726/1953), ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 368.695,66 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την όχληση της, ήτοι από την 4η-3-2005. Το Διαιτητικό Δικαστήριο συστήθηκε, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 723/1979 και συνήλθε σε σύσκεψη από την 18η-2-2010 και εντεύθεν. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω συσκέψεων εξέτασε μάρτυρες, αποφάνθηκε επί των υποβληθεισών, ενώπιον του, ενστάσεων έλλειψης δικαιοδοσίας, κατά τόπο αναρμοδιότητας και παραγραφής της επίδικης αξίωσης, τις οποίες απέρριψε και, αφού έκρινε, ομόφωνα, ότι η συνολική αμοιβή του μελετητή ανέρχεται στο ποσό των 153.125 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, μείον του ποσού των 30.000 ευρώ, το οποίο ήδη είχε εισπράξει, με την υπ' αρ. 31/2011 απόφαση του, έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και υποχρέωσε την εργοδότρια εταιρία να καταβάλει στην εργολήπτρια εταιρία το ποσό των 123.125 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (23%), ύψους 28.318,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αίτησης διαιτησίας, ήτοι από την 13η-4-2009. Από το όλο περιεχόμενο της από 10-4-2009 αίτησης, τις έγγραφες προτάσεις - υπομνήματα, που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, το σκεπτικό και διατακτικό της υπ' αρ. 31/2011 Διαιτητικής Απόφασης, είναι προφανές ότι η εν λόγω ιδιωτική διαφορά, που εισήχθη ενώπιον του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατ' επίκληση του άρθρου 13 της εργολαβικής σύμβασης, ανακύπτει από αμφισβήτηση του περιεχομένου της επίδικης εργολαβικής σύμβασης, ως προς τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής της εργολήπτριας εταιρίας και το ύψος αυτής, καθώς και ως προς την έκταση των συμφωνηθεισών εργασιών-μελετών εφαρμογών και τον συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης τους. Για την επίλυση της δε το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί οποιουδήποτε τεχνικού θέματος, που χρήζει τις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του, αλλά κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, ερευνώντας ζητήματα, για τα οποία απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης. Συγκεκριμένα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ανέκυψαν ζητήματα, που σαφώς έχρηζαν ερμηνείας των όρων της ως άνω σύμβασης και εφαρμογής του νόμου. Καταρχήν τέθηκε θέμα σχετικά με την αμοιβή, που εδικαιούτο να λάβει η εργολήπτρια για την εκτέλεση του έργου, ήτοι την συμβατική ή τη νόμιμη (Ν.Δ 2726/1953), ενώ, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εργοδότρια πρόβαλε και ισχυρισμό περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης, αλλά και περί μη εκπλήρωσης εκ μέρους της εργολήπτριας των συμβατικών της υποχρεώσεων, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η τελευταία δεν εκτέλεσε μέρη από το 2° στάδιο, όπως αναλυτικά παραθέτει αυτά, καθώς και το 3° στάδιο της συμφωνηθείσας μελέτης-εφαρμογής, ενώ ήταν και υπερήμερη, σχετικά με τον χρόνο παράδοσης των ως άνω μελετών και ότι για τον λόγο αυτό δεν δικαιούται το σύνολο της αμοιβής, που είχε συμφωνηθεί. Τα εν λόγω ζητήματα, όμως, τα οποία ερεύνησε το Διαιτητικό Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση όφειλε να ερευνήσει, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, σχετικά με την βασιμότητα της αξίωσης της εναγομένης (εργολήπτριας εταιρίας) για καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής της και ως προς το ύψος αυτής, καθώς και οι, επίσης προβληθέντες, από την εργοδότρια, ισχυρισμοί περί καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος και ακυρότητας της σύμβασης εργολαβίας, λόγω απάτης, για τους οποίους δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων του ΑΚ και συνεπώς άπτονται της νομικής επιστήμης και για την επίλυση τους δεν απαιτούνται οι ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις των μελών του TEE. Εξάλλου, ο νομοθέτης υπήγαγε στη μόνιμη διαιτησία του TEE μόνο τις τεχνικές διαφορές, για τις οποίες απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του και όχι εκείνες", οι οποίες απλώς ανακύπτουν από συμβάσεις μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης, λειτουργίας ή επέμβασης επί τεχνικών έργων κατασκευών και εγκαταστάσεων, όπως η διαφορά που αφορά αμφισβήτηση του τρόπου καθορισμού της αμοιβής και του ύψους αυτής, ακόμη και αν προέρχεται από τέτοια σύμβαση.
Συνεπώς, η επίδικη ιδιωτική διαφορά, η οποία ανέκυψε από τέτοιου είδους αμφισβήτηση, δεν έχει το χαρακτήρα της "τεχνικής διαφοράς", όπως η έννοια αυτής ορίζεται στην προαναφερθείσα παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ΠΔ 723/1979, έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο. Ενόψει αυτών, τα μέλη του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου του TEE, τα οποία στηρίχθηκαν σε προηγούμενη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία, ενήργησαν, καθ' υπέρβαση της εξουσίας, που τους παρέχει ο νόμος, και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η εκδοθείσα απόφαση είναι ακυρωτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το* Εφετείο δέχθηκε την υπό κρίση αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την ακύρωση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ως άνω διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας της υπόθεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Η συμφωνηθείσα με την σύμβαση αμοιβή μεταξύ Εργοδότη και Μελετητή είναι η εύλογη αμοιβή για την σύνταξη της μελέτης εφαρμογής των Η/Μ εγκαταστάσεων βάσει των Αρχιτεκτονικών Μελετών και των προηγουμένων σταδίων των Η/Μ Μελετών, τα οποία είχαν εκπονηθεί προγενέστερα από άλλο μελετητή και παραδόθηκαν στον Μελετητή (ΛΔΚ), ήτοι ποσόν 105.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Κατά το άρθρο 93 παρ.2 του ΠΔ 696/1974 η αμοιβή της μελέτης εφαρμογής των εγκαταστάσεων προσδιορίζεται στο 40% της συνολικής κατά νόμο αμοιβής. Κατά το άρθρο 87 παρ. 3 του ΠΔ 696/1974 υφίσταται προσαύξηση κατά 20°/ο επί του ανωτέρω ποσοστού 40%, ήτοι το συνολικό ποσοστό αμοιβής δια τη μελέτη εφαρμογής διαμορφώνεται στο 48% της συνολικής αμοιβής. Επομένως κατά την ομόφωνη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου το εν λόγω εύλογο ποσό των 105.000 ευρώ αντιπροσωπεύει το 48% της συνολικής αμοιβής, η συνολική αμοιβή διαμορφώνεται στο ποσό των 218.750 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας ο Μελετητής, λόγω τροποποιήσεων των αρχιτεκτονικών σχεδίων από την πλευρά του Εργοδότη, τα οποία κατά λογική συνέπεια επηρεάζουν και τα προηγούμενα στάδια της μελέτης, ορισμένες από τις μελέτες που αναφέρονται στο άρθρο 2 της σχετικής σύμβασης πλέον της μίας φοράς (τουλάχιστον δύο).. Το τελικό παραδοτέο των μελετών, αν και είχε σημαντική χρονική καθυστέρηση με βάση της σχετική σύμβαση και λόγω τροποποιήσεων των αρχιτεκτονικών σχεδίων από την πλευρά του Εργοδότη, ήταν εντός του πνεύματος της σύμβασης. Παρά το γεγονός ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν συνέπιπταν, θεωρείται ότι σε γενικές γραμμές τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του τελικού παραδοτέου των μελετών ανταποκρίθηκαν στα συμφωνηθέντα. Η κατασκευή του έργου δεν έγινε ακριβώς βάσει της παραδοθείσης μελέτης, αλλά με αυτεπιστασία από κλιμάκιο, μηχανικών και τεχνικών του Εργοδότη και με ορισμένες τροποποιήσεις των τεχνικών μελετών που παρεδόθησαν από τον Μελετητή... Στο φάκελο που έχει προσκομιστεί στο Διαιτητικό Δικαστήριο υπάρχουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Εργοδότη προς τον Μελετητή, στα οποία εκφράζονται παράπονα για την καθυστέρηση της παράδοσης ορισμένων εκ των μελετών καθώς και η εμφάνιση ατελειών και παραλείψεων για ορισμένες εκ των ήδη παραδοθεισών... Δεν υλοποιήθηκε η παράδοση του 3ου Σταδίου (Τεύχη Δημοπράτησης που περιλαμβάνει Προϋπολογισμό Προσφοράς Τιμολόγιο Προσφοράς και Τεχνική Συγγραφή Υποχρεώσεων) εκ μέρους του Μελετητή, διότι το έργο εκτελέστηκε με αυτεπιστασία. Με βάση τα παραπάνω το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η συνολική αμοιβή του Μελετητή, όπως προσδιορίστηκε παραπάνω σε 218.750 ευρώ πλέον ΦΠΑ, πρέπει να μειωθεί κατά 30%. Επομένως η προκύπτουσα αμοιβή είναι 218.750 χ.0,70= 153.125 πλέον ΦΠΑ".
Ενόψει όλων των ανωτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης διαφοράς ως μη τεχνικής διαφοράς, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του πιο πάνω π.δ. 723/1979 και την ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών η ένδικη διαιτητική διαφορά είναι τεχνική διαφορά για την οποία το Διαιτητικό Δικαστήριο του TEE είχε δικαιοδοσία επίλυσης της χωρίς να διαπράττει υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια την περ. 4 του άρθρου 897 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου πρέπει να νοηθούν οι διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις που έχουν ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του TEE και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ. Επομένως, εμπίπτουν στον ανωτέρω ορισμό του νόμου οι διαφορές με βάση το αντικείμενο τους, δηλαδή το έργο ή τη σύμβαση από το οποίο ή την οποία προέρχονται. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει με την από 10-4-2009 αίτηση της προς το TEE την επίλυση της διαφοράς που αφορούσε την επιδίκαση της οφειλομένης από το νόμο (Π.Δ.696/1974) αμοιβής για τη σύνταξη και παράδοση στην αντίδικο συγκεκριμένων μελετών, που αναφέρονται σε συγκεκριμένο κτηριακό έργο και είχαν ανατεθεί σ' αυτήν με την από 6 Ιουνίου 2003 σύμβαση. Είναι προφανές ότι για τον προσδιορισμό της καταβλητέας αμοιβής απαιτούνταν η χρήση ειδικών επιστημονικών γνώσεων και των εμπειριών των μελών του TEE, ενόψει του ότι η υπαγωγή στις εφαρμοστέες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974 προϋποθέτει την τεχνική αξιολόγηση των μελετών προκειμένου να κριθεί εν συνεχεία η προβλεπομένη από το νόμο αμοιβή. Όπως δε πρόκυπτε1 από το προεκτεθέν περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης οι διαιτητές προέβησαν πράγματι στην αξιολόγηση των επίδικων μελετών και, με βάση αυτή (αξιολόγηση), έκριναν "ότι τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών ανταποκρίθηκαν στα συμφωνηθέντα". Το ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε (και) για τα ως άνω (αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση) παρεμπίπτοντα ζητήματα, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση κατ' άρθρο 887 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τα οποία πράγματι δεν απαιτούνταν τεχνικές, αλλά μόνο νομικές γνώσεις, δεν σημαίνει ότι η διαφορά που ήχθη ενώπιον του δεν έχει το χαρακτήρα της "τεχνικής διαφοράς", κατά την προεκτεθείσα έννοια, δεδομένου ότι το αντικείμενο της διαιτητικής δίκης προσδιορίζεται από το αίτημα της σχετικής αίτησης (για την επίλυση της διαφοράς) και τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός μοναδικός λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013) και στη συνέχεια να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, η οποία είχε ως αίτημα την ακύρωση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης μόνο για τον στηριζόμενο στο άρθρο 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, λόγο, δηλαδή της υπέρβασης από το Διαιτητικό Δικαστήριο της εξουσίας που του παρείχε ο νόμος. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2812/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζοντας την από 17-11-2011 (και με αριθ. εκθ. κατ. 889/2011) αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ