272/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠροσωπική κράτηση για εμπορικά χρέη από δυστροπία και όχι οικονομική αδυναμία δεν συνιστά προσβολή προσωπικότητας και παράβαση άρθρ. 11 Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ( ν. 2662/97 )
Legislator headnote
AI generated272/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 272 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προσωπική κράτηση για εμπορικά χρέη από δυστροπία και όχι οικονομική αδυναμία δεν συνιστά προσβολή προσωπικότητας και παράβαση άρθρ. 11 Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ( ν. 2662/97 )
Αριθμός 272/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 18-11-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 903/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 11680/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 9566Β/19-7-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά, ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ.1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση (Ολ.ΑΠ 23/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή αυτού προς απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του αναιρεσείοντος-εναγομένου για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως από εμπορικά χρέη του προς τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σε εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν στη … κατά το χρονικό διάστημα από 3-12-2003 έως 20-4-2004 μεταξύ του εκκαλούντος-ενάγοντος και του εφεσίβλητου-εναγομένου, ο πρώτος πώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο ποσότητα 32.426 φερμουάρ, εκδοθέντων προς τούτο των σχετικών 28 τιμολογίων - δελτίων αποστολής, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του νομίμου ΦΠΑ, 11.720,17 ευρώ.
Το παραπάνω τίμημα δεν καταβλήθηκε από τον εναγόμενο και ο τελευταίος, υποχρεώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, να το καταβάλει στον ενάγοντα νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, κατά δε το μέρος αυτό δεν προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση με λόγο έφεσης. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο των επίδικων συναλλαγών ο εναγόμενος ήταν έμπορος, αφού ασκούσε κατά το χρόνο αυτό κατά κύριο επάγγελμα πράξεις εμπορικές και δη ασκούσε εμπορία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων, διατηρών βιοτεχνία επί της οδού ...
στους …, στη … . Η επίδικη δε απαίτηση του ενάγοντος προέκυψε από τη δραστηριότητα αυτή του εναγομένου, καθόσον η ποσότητα των 32.426 φερμουάρ που αγόρασε από τον ενάγοντα, χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εμπορίας του, ήτοι την παραγωγή ετοίμων ενδυμάτων προκειμένου να τα μεταπωλήσει σε τρίτους με κέρδος.
Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα εκδοθέντα στο όνομα του εναγομένου τιμολόγια-δελτία αποστολής, επί των οποίων στη θέση ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ αναγράφεται βιοτεχνία ενδυμάτων, η εμπορική του έδρα και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του, σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οποία ρητά αναφέρει: "τα χρησιμοποίησε τα εμπορεύματα που πήρε".
Άλλωστε και από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), η προαναφερόμενη αγορασθείσα από τον εναγόμενο ποσότητα φερμουάρ (32.426), προφανώς χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εμπορίας του. Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος βέβαια, προς αντίκρουση της έφεσης, διατείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 527 παρ.α ΚΠολΔ), ότι ουδέποτε απέκτησε την εμπορική ιδιότητα, ότι κατά το χρόνο των επίδικων συναλλαγών την εμπορία ασκούσε στο όνομά του ο πατέρας του και ότι ο ίδιος από 1-4-1999 μέχρι σήμερα εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση "Γ.
Π. Α. ΑΕΤΒΕ". Ο ισχυρισμός αυτός όμως και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί την εμπορική του ιδιότητα, αφού έμπορος είναι τόσο ο φαινόμενος όσο και ο υποκρυπτόμενος από αυτόν. Πρέπει μάλιστα να αναφερθεί ότι ο εφεσίβλητος με την υπ' αριθμ. 12042/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία διαδικασία), αφού διαγνώστηκε η εμπορική του ιδιότητα, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, εν συνεχεία δε με την υπ' αριθμ 3434/2007 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της άνω πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού, το δικαστήριο δε αποφάνθηκε ότι ο παραπάνω πτωχός είναι μη συγγνωστός.
Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται επικουρικά, κατ' ένσταση, ότι η μη πληρωμή της οφειλής του οφείλεται σε απόλυτη και πραγματική οικονομική του αδυναμία και όχι σε δυστροπία του. Από την επισκόπηση της προαναφερόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-3-2007 και δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, αποδεικνύεται ότι ως χρόνος παύσης των πληρωμών ορίστηκε η 29-3-2005.
Ως εκ τούτου για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 3-12-2003 έως 20-4-2004, που συναλλάχθηκε με τον ενάγοντα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός (εναγόμενος) βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία προς εκπλήρωση της οφειλής του, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασής του. Με δεδομένο δε ότι το πτωχευτικό δικαστήριο τον κήρυξε μη συγγνωστό, δεν απαλλάσσεται κατά την άσκηση εναντίον του των ατομικών καταδιώξεων των πτωχευτικών πιστωτών, από την προσωπική κράτηση (άρθρο 634 εδ. 2 Ε.Ν.)".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου για το επίδικο εμπορικό του χρέος, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 11 του ν. 2462/1997 και 1047 παρ.1 εδ.
α' του Κ.Πολ.Δικ., καθ' όσον συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων, ήτοι: α) Η εμπορική ιδιότητα του αναιρεσείοντος, λόγω της κατά κύριο επάγγελμα ασκήσεως εμπορικών πράξεων κατασκευής ενδυμάτων, β) Η για τις ανάγκες του εμπορίου του αναιρεσείοντος αγορά υλικών (φερμουάρ) κατασκευής των ενδυμάτων από τον αναιρεσίβλητο, αξίας 11.720 ευρώ και γ) Η από δυστροπία του αναιρεσείοντος και όχι από οικονομική αδυναμία του μη καταβολής της οφειλής του προς τον αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται για αποφάσεις των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (βλ.
αρθρ. 560 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση του Σ. Ρ. για αναίρεση της 11680/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ