272/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated272/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος όμως δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 272 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1 χας Κ, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αρχικού διαδίκου Κ που απεβίωσε στις 3-11-2008, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειτσάκη.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Δήμου Σερρών, που εδρεύει στις ... και νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τσινίκα και 2. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" (ΟΣΚ ΑΕ), με την πρώην επωνυμία ΝΠΔΔ "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" (ΟΣΚ), που εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εύελπι Βεργή.
Κοινοποιουμένη στους: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3.Ψ3, κατοίκων ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-12-1989 και 20-12-1990 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 2796/1995, 320/1998, 1787/2004 μη οριστικές, 2068/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η 9-7-2007 αίτηση του Κ για αναίρεση της 2068/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή, επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος όμως δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 5/4.11.2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Σερρών, ο Κ απεβίωσε στις 3.11.2008, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 19.8.2003 και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του σύζυγος του ..., το γένος ...
και ... και τα τέκνα του Χ2 και Χ3 με την από 9.2.2000 κλήση τους και δήλωση συνεχίσεως της βιαίως διακοπείσης δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος, νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη αυτή. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Στην περίπτωση αυτήν, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, αν ο διάδικος αυτός, που δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του είτε από τους λοιπούς ομοδίκους του (Ολ. ΑΠ 9/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση από τη σειρά του σχετικού πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος ... παραστάθηκε εκπροσωπούμενος από την φερομένη πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Τσινίκα. Όμως δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, με προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου, η χορήγηση στην δικηγόρο αυτήν πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσίβλητο Δήμο ...και συνεπώς αυτός θεωρείται ότι δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.
Οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι του αναιρεσείοντος που επισπεύδουν την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσκομίζουν την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών ..., από την οποία προκύπτει ότι ο θεωρούμενος ως μη παραστάς αναιρεσίβλητος Δήμος ... κλητεύθηκε νόμιμα και εκπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και αφού αυτός δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπου που ορίζει ο νόμος, πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση να προχωρήσει.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ' του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ. α του ν.δ. 797/1971, προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του εδαφίου β της ίδιας παραγράφου, σε περίπτωση αυτοδίκαιης ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση αυτή δικαιούται σε επίσχεση του απαλλοτριωθέντος, μέχρις επιστροφής της τυχόν καταβληθείσας προσωρινής αποζημίωσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 212/1975, η αυτοδικαίως επερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, ανάκληση της απαλλοτρίωσης θεωρείται μη γενομένη αν ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλει εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 εδ.
α του ιδίου άρθρου. "Ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η κηρύξασα ταύτην αρχή υποχρεούται όπως εντός διμήνου εκδώση πράξιν, βεβαιούσαν την επελθούσαν ανάκλησιν και δημοσιευομένην δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, δύναται πας ενδιαφερόμενος να ζήτηση, κατά την υπό των αρθρ. 19 έως και 22 του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως βεβαιούσης την ανάκλησιν, καλουμένου εις την δίκην του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωσις και του Δημοσίου.
Η βεβαιούσα την ανάκλησιν πράξις ή δικαστική απόφασις υποβάλλεται, μερίμνη παντός ενδιαφερομένου, εις τον οικείον φύλακα μεταγραφών, υποχρεούμενον να ενεργήση την δέουσαν καταχώρισιν εις την οικείαν μερίδα του κτήματος και του ιδιοκτήτου...". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται στην κρινόμεvη υπόθεση λόγω του χρόνου κήρυξης της επίμαχης απαλλοτρίωσης, συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως αν μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου περί προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, δεν καταβληθεί στον δικαιούχο το σύνολο της καθορισθείσας αποζημίωσης.
Μοναδική εξαίρεση της συνταγματικής αυτής ρύθμισης αποτελεί η παρεχόμενη από το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 δυνατότητα στον καθού η απαλλοτρίωση να καταστήσει ανίσχυρη την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση με την, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, υποβολή στο Υπουργείο Οικονομικών έγγραφης δήλωσης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, από την οποία και μόνο συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες η επιθυμία του καθού η απαλλοτρίωση και δικαιουμένου να ζητήσει τη βεβαίωση της αυτοδίκαιης άρσης της για διατήρηση της απαλλοτρίωσης αυτής.
Μετά την παρέλευση άπρακτης και της ανατρεπτικής αυτής προθεσμίας, η απαλλοτρίωση αίρεται οριστικώς ως προς τη νομική κατάσταση του ακινήτου, το οποίο έτσι απαλλάσσεται από το βάρος της απαλλοτρίωσης. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ακίνητό του. Αλλά και η αρχή, με πράξη της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δε μπορεί να προβεί σε ενέργειες συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, καθόσον μετά την αυτοδίκαιη άρση της, η απαλλοτρίωση καθίσταται νομικώς ανύπαρκτη και δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί (αναβιώσει) με τη δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης από τον υπόχρεο, αφού οι ενέργειες αυτές αναφέρονται σε μη υπάρχουσα πλέον απαλλοτρίωση (ΑΠ 990/2006, Ολ.
ΣτΕ 2645/1976, 200/1972). Η τυχόν είσπραξη της αποζημίωσης, γενόμενη χωρίς νόμιμη αιτία και παρέχουσα στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση το δικαίωμα επίσχεσης του ακινήτου μέχρι την επιστροφή της αποζημίωσης κατά το άρθρο 11 παρ, 1 β του ν.δ. 797/1971, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενέχουσα (σιωπηρή) παραίτηση από το δικαίωμα επίκλησης της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης.
Σε αρμονία προς τη διαπίστωση αυτή βρίσκεται και η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 4 εδ. α' του ν.δ. 797/1971 υποχρέωση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση, να εκδώσει, εντός διμήνου από την οριστική άρση της απαλλοτρίωσης, βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα άρση. Η έκδοση της πράξης αυτής επιβάλλεται από λόγους χρηστής διοίκησης και ασφάλειας του δικαίου, αλλά και προκειμένου να εκλείψει κάθε αμφιβολία ως προς το κύρος της απαλλοτριωτικής πράξης, γεγονός που υπηρετεί όχι μόνο το συμφέρον του ιδιοκτήτη, αλλά και το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 990/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προκύπτει, ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζει τη γέννησή του, ούτε επάγεται την απόσβεση ή την απώλειά του, αλλά καθιστά μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 17/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2068/2006 οριστική απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την από 14-12-1989 ένδικη αγωγή: Με την Π7502/5501/3-3-1975 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύθηκε στο Δ270/19-10-1975 ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ της δεύτερης ενάγουσας Σχολικής Επιτροπής του ...
Δημοτικού Σχολείου ... και με δαπάνες του πρώτου ενάγοντος, ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, για την ανέγερση του διδακτηρίου του ... Δημοτικού Σχολείου Σερρών, έκταση συνολικού εμβαδού 6167,76 τ.μ, στην οποία περιλαμβάνονται και τα περιγραφόμενα με αριθ. 12α, 12β, 12γ και 12ε ακίνητα, εκ των οποίων το πρώτο και τρίτο συγκυριότητας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την οποία καθορίσθηκε συνολική προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης με την 99/18-4-1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών 7.890.183,90 δραχμές.
Αντί όμως του ποσού αυτού, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στις 13-10-1978, ως προσωρινή αποζημίωση το συνολικό ποσό των 7.440321 δραχμών, ήτοι μικρότερη του κανονικού κατά 449.862,90 δραχμές. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι υπολογίσθηκε εσφαλμένα, από τους αρμόδιους για τον υπολογισμό και την καταβολή της αποζημίωσης, το εμβαδόν και ο όγκος των απαλλοτριούμενων ανωτέρω ακινήτων και ο αριθμός των συστατικών αυτών, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη.
Η παρακατάθεση της ελλιπούς προσωρινής αποζημίωσης για τις εν λόγω ιδιοκτησίες, δημοσιεύθηκε στο 535/14-10-1978 Α ΦΕΚ. Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων εισέπραξε, μαζί και με τους λοιπούς αναγνωρισθέντες δικαιούχους της αποζημίωσης, την ανωτέρω αποζημίωσή τους και, στη συνέχεια, και την ορισθείσα οριστική αποζημίωση.
Όμως δεν παρέδιδε τα ακίνητά του στην υπέρ ης η απαλλοτρίωση μέχρι την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-2-1982 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που ως αίτημά της είχε την αποβολή του από τα ακίνητά του, με την αιτιολογία ότι η απαλλοτρίωση δεν συντελέσθηκε λόγω μη καταβολής της πλήρους αποζημίωσης, οπότε, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, επικαλούμενος αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν απέδιδε τα ακίνητά του στην ανωτέρω σχολική επιτροπή και στον καθολικό διάδοχο αυτής αναιρεσείοντα Δήμο.
Όμως δεν επέστρεψε ποτέ και την αναληφθείσα από αυτόν αποζημίωση, πολλαπλάσια του υπόλοιπου που δεν είχε καταβληθεί, έχοντας προφανώς αντικαταστήσει με την ληφθείσα αποζημίωση το απαλλοτριωθέν ακίνητο με άλλο ισάξιό του, Μόλις οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή προέβαλε, μαζί με τους λοιπούς εναγομένους, την ένσταση της μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής του ποσού των 449.862,90 δραχμών.
Η προβολή όμως της ένστασης αυτής, η οποία στηρίζεται στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος των εναγομένων να αρνηθούν την αποβολή τους από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, λόγω μη πλήρους καταβολής της αποζημίωσης.
Γνωρίζοντας την ελλιπή καταβολή της αποζημίωσης, επένδυσε αυτήν, όταν την έλαβε, ή εν πάση περιπτώσει έκανε χρήση αυτής, αφού ουδέποτε την επέστρεψε, παρέμεινε στα απαλλοτριωθέντα και διεκδικεί αυτά με έρεισμα την υπαίτια (δόλια ή αμελή) συμπεριφορά υπαλλήλων του Ο.Σ.Κ., που από αριθμητικό λάθος και όχι από ελλιπή περιγραφή στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης κατέθεσαν την αποζημίωση ελλιπή κατά το ανωτέρω ποσόν.
Εξαιτίας δε της άρνησής του αυτής τα ... Δημοτικά Σχολεία του Δήμου ... και το Νυκτερινό Γυμνάσιο και Λύκειο, που στεγάζονται στα διδακτήρια που ανεγέρθηκαν στα απαλλοτριωθέντα και παραδοθέντα από τους ιδιοκτήτες τους ακίνητα, στερούνται αύλειου χώρου με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τους μαθητές. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την αντένσταση των εναγόντων, περί καταχρηστικής επίκλησης από τους εναγομένους του δικαιώματος κυριότητάς τους επί των ανωτέρω ακινήτων λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης αυτών, και, ακολούθως, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, έκρινε ως βάσιμη την αγωγή, δέχθηκε ότι έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση των ανωτέρω συνιδιοκτησιών του ήδη αναιρεσείοντος και αναγνώρισε ότι η κυριότητα αυτών έχει περιέλθει στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ως καθολικό διάδοχο της σχολικής εφορίας του ...
Δημοτικού Σχολείου ..., από της ισχύος του ν. 2009/1992 (άρθρο 31) και δυνάμει της Φ. 67135/8-5-1995 απόφασης του Νομάρχη ..., που μεταγράφηκε νόμιμα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης των επίδικων ακινήτων και της κτήσης της κυριότητας τούτων από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των διατάξεων των άρθρων του ουσιαστικού δικαίου 17 παρ. 4 εδ.
γ του Συντάγματος, 7 παρ. 1, 11 παρ. 1 εδ. α' ν.δ. 797/1971 και 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι δεν κατατέθηκε πλήρης η προσωρινή αποζημίωση η οποία ορίσθηκε με την 99/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση των ανωτέρω Ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσειόντων και ότι η κυριότητα αυτών έχει περιέλθει στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δήμο, ως καθολικό διάδοχο της υπέρ ης η απαλλοτρίωση Σχολικής Εφορίας, χωρίς καμία αιτιολογία για την συνδρομή προς τούτο των ανωτέρω αναφερόμενων προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και του ν.δ. 797/1971, ήτοι αν επήλθε ή όχι η συντέλεση της απαλλοτρίωσης των κηρυχθέντων αναγκαστικώς απαλλοτριωτέων επίδικων ακινήτων των αναιρεσειόντων, καθώς και η μετάθεση της κυριότητας στην υπέρ ης η απαλλοτρίωση, αλλά με μόνη την παραδοχή ως βάσιμης της αντένστασης των εναγόντων - ήδη αναιρεσιβλήτων, περί καταχρηστικής επίκλησης από τον ήδη αναιρεσείοντα του δικαιώματος κυριότητάς του επί των επίδικων ακινήτων λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης αυτών, η οποία, όμως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, δεν έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση ή την απώλεια του δικαιώματος κυριότητας του εν λόγω διαδίκου επί των ακινήτων του, αλλά καθιστά μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης πρώτος, πρώτο και τρίτο μέρος και τρίτος, πρώτο μέρος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, αλλά εκείνα που βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο Δήμο πρέπει να καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικό Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2068/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, χωρίς όμως ο αναιρεσίβλητος Δήμος να βαρύνεται με ποσό μεγαλύτερο του ποσού των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ