Legislator Case Law & Legislation
272/2009 AI generated

272/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 272/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

272/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 272 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Χ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Πανούσης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ), που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Πολέμης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.12.1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2398/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 09.07.2001 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 24.09.2002 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Τζέμου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. (Ολ.

ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.

Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 . παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.

Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για τις γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. (βλ.

Ολ. ΑΠ 38/2005, σχετικά με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 52 εδ.γ' του ν.δ. 496/1974, που πρόβλεπει την αυτεπάγγελτη λήψη από τα δικαστήρία της ως άνω ισχύουσας υπέρ των ν.π.δ.δ. διετούς παραγραφής). Εξάλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλλων των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκείται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.

Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν είναι αντίθετή ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών, και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προσταία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Ολ.

ΑΠ 31/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (ν.π.δ.δ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος των ετών 1994 και 1995, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, διότι στις 2-1-1997 και 2-1-1998, δηλαδή πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο αναιρεσίβλητο (30-4-1998), είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από τότε που, μετά την αρχική διακοπή της παραγραφής, άρχισε εκ νέου η διετής παραγραφή εκάστης των αξιώσεων αυτών της αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των Ν.Π.Δ.Δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974 . Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. του αναιρετικού ελέγχου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, εκτιμώντας το αληθινό περιεχόμενο των αιτήσεων με αριθμούς 28560/30-12-1995 και 28779/31-12-97, τις οποίες είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα μαζί με άλλους συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο και προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της αντενστάσεως της για διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών της εκ της παροχής εργασίας κατά Κυριακές, αργίες και υπερωρίες των ετών 1994-1995 δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο των αιτήσεων αυτών προκύπτει ότι δεν ζητούνται με αυτές διαφορές για αμοιβή Κυριακών, αργιών και υπερωριών.

Η κρίση αυτή του Εφετείου συνιστά ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων και όχι παραμόρφωση του περιεχομένου τους υπό την προεκτεθείσα έννοια της κακής ανάγνωσης.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.

Επειδή, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται η αιτίας ότι η προσβαλλομένη απόφαση, με την παραδοχή της ότι με τις ανωτέρω αιτήσεις της αναιρεσείούσας δεν ζητούνται διαφορές για αμοιβή εργασίας Κυριακών, αργιών και υπερωριών παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3, 49 και 51 περ. β του ν.δ 496/1974, κατά τις οποίες για τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων αποδοχών υπαλλήλων ΝΠΔΔ δεν απαιτείται να αναφερόνται στην υποβαλλομένη σε τούτο αίτηση οι διατάξεις, στις οποίες ερείδονται οι αξιώσεις, αλλ' αρκεί η απαίτηση της πληρωμής γενικά της διαφοράς των προβλεπομένων από τον νόμο και τις σχετικές σ.σ.ε και δ.α.

αποδοχών και εκείνων που καταβλήθηκαν, ως πλήττων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 του αριθμού 1Κ.Πολ.Δ ι κ., αληθώς την ουσιαστική επί πραγματικών γεγονότων, δηλ. περ 1 του περιεχομένου των ως άνω αιτήσεων, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιόν του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν, δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, συμφωνά μεδιάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.

Ειδικότερα, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερουδικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή.

Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την κατ' εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι, η ύπαρξη ενός αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως τον λόγο αυτό αναίρεσης, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήρίο αυτεπαγγέλτως.

Τέτοια είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδίου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμίση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά." Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νόμιμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί.

Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που iσχύει υπέρ των ν.π.δ.δ. έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτη του ν.δ. 496/1974 δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη, στην επιμέλεια των οργάνων της διοικήσεως ή των νομικών παραστατών των ν.π.δ.δ. για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Συγκεκριμένα, η προβολή της ένστασης της παραγραφής, που γενικώς (ΑΚ 277), ως ένσταση "συνειδήσεως", απόκειται στη βούληση ενός εκάστου (ιδιώτη) οφειλέτη και στις υποκειμενικές εκάστοτε σταθμίσεις αυτού, δεν ενδείκνυται, ακριβώς χάριν της τήρησης της ισότητας, να επαφεθεί στις, κατ' ανάγκη εκάστοτε ποικίλλουσες, υποκειμενικές σταθμίσεις των κάθε φορά πληρεξουσίων των ν.π.δ.δ., τα οποία, πάντως, δεν στερούνται της δυνατότητας, όταν οι διοικήσεις τους κρίνουν ότι συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι, να προβαίνουν κατά τη νόμιμη διαδικασία σε αναγνώριση των κατ' αυτών απαιτήσεων.

Επίσης, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρία, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του ν.π.δ.δ.

από τη δυνατότητα να προβάλουν καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.

Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλά όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο.

Και τούτο διότι "περιουσία" κατά την ως άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομη σχέση του δανειστή του ν.π.δ.δ., δεν αποτελεί, λογικώς, το - κατ' ένσταση μόνο - προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεώς του. 'Αλλωστε, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλίση του δημόσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ., κατά τα προεκτιθέμενα (Ολ.ΑΠ 11/2003, 22/2005, 38/2005, ΑΠ 1560/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφάνίσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως βάσιμη εν μέρει την ένδικη αγωγή για επιδίκαση αξιώσεων της αναιρεσείουσας καθαρίστριας του ανήκοντος στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ν.π.δ.δ.

και συνδεόμενου με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1994 έως 31.10.1997 και ακολούθως απέρριψε την αγωγή, ως προς τις αξιώσεις της κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1995, κρίνοντας ότι οι ένδικες αξιώσεις από την παροχή εργασίας της αναιρεσείούσας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ.

γ' του άνω Ν.Π.Δ.Δ, αυτεπαγγέλτως, αφού η περί παραγραφής ένσταση δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου ούτε είχε επαναφερθεί σε αυτό νομίμως, με συγκεκριμένη αναφορά κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ σε σχετικό μέρος των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στον ως άνω αριθμό 8, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δικ. το Εφετείο εφόσον κρίνει παραδεκτή την έφεση και υπάρχει λόγος επί της ουσίας ερευνά και αυτεπαγγέλτως χωρίς λόγο έφεσης το παραδεκτό της αγωγής και της επ' αυτής συζητήσεως καθώς και το νόμω βάσιμο αυτής (αγωγής) αρκεί να μη χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος. Ειδικός λόγος έφεσης κατά της εκκαλουμένης για την επιδίκαση τόκων επί αναγνωρισθείσης οφειλής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.

δεν απαιτείται όταν το τελευταίο ως εκκαλούν παραπονείται επί της ουσίας τα υποθέσέως και ζητά την απόρριψη της αγωγής.

Συνεπώς η σχετική εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προβαλλομένη αιτίαση, κατά της εφετειακής απόφασης, συνισταμένη στο ότι η τελευταία χωρίς λόγο έφεσης έκρινε ως νομικά αβάσιμο και απέρριψε το κονδύλιο των τόκων και για το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο ποσό από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. στην αναιρεσείουσα, που ήδη είχε αναγνωρίσει η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, και η οποία αποτελεί τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δικ. και 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974 προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των νοσοκομειακών μονάδων που είναι ν.π.δ.δ. αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της αγωγής. Εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν τόκοι υπερημερίας, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση.

Ως αγωγή νοείται μόνο η καταψηφιστική όχι δε απλώς η αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής. Εξάλλου, από τις διατάξει των άρθρων 215 παρ. 1 και 295 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα.

Εκλείπουν συνεπώς όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος. Έτσι αν επί αγωγής κατά ν.π.δ.δ, με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής περιορισθεί το κατάψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά στις ειδικές διαδικασίες, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ.

αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 ν.δ496/1974 προϋποθέτει πάντοτε αγωγή καταψηφιστική (ΟΛ. ΑΠ 7/2000).Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο νοσοκομειακό ίδρυμα που είναι ν.π.δ.δ, ως εργοδότης της, να καταβάλει σ' αυτή το χρηματικό ποσό των 41.002.006 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά τη πρώτη συζήτηση της τελευταίας, η αναιρεσείουσα περιόρισε, χωρίς καμμία επιφύλαξη, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη με αριθμό 793/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το καταψηφιστικό αίτημα κατά το ποσό των ποσό των 40.002.006 δραχμών και ζήτησε να αναγνωρισθεί η οφειλή κατά το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο αναγνώρισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το αναιρεσίβλητο όφειλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 35.994.655 δραχμών, αφού εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως έκρινε ότι το αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας για οφειλή τόκων ως προς το ανωτέρω ποσό, που αναγνωρίστηκε ότι οφείλεται, είναι μη νόμιμο, αφού περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα του ανωτέρω δικογράφου της αναιρεσείουσας σε αναγνωριστικό, κατά το ανωτέρω ποσό και η διαδικαστική αυτή πράξη εν έχει μερική παραίτηση από το ανωτέρω περί τόκων κονδύλιο της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 του ν.δ.496/74, 345, 346, 4 παρ.1, 28 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/1974} και συνεπώς ο περί του αντιθέτου κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ. Δικ. έκτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

προβαλλόμενες, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, και από τον αριθμό 8, προβαλλόμενες με τον έκτο λόγο, αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αόριστες, αφού, εκτός από τους παρατιθεμένους αριθμούς, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης απόφασης, που να υπάγονται στους λόγους αυτούς, και να καθιστούν τους τελευταίους ορισμένους και δεκτικούς δικαστικής εκτίμησης.

Επομένως πρέπει να απορριφθούν αυτές καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2001 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2398/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ