272/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.11.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7816 μη οριστική και 1580/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4966/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24.10.2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated272/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφασή της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνίσταται για το σκοπό αυτό.
Full text
Απόφαση 272 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΑΣΠΙΣ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρίας "ABN AMRO ΑΕΔΑΚ", την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτρης Τσιμπανούλης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μύρων Παπαδογιάννης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.11.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7816 μη οριστική και 1580/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4966/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24.10.2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ με αναίρεση μπορούν να προβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά την διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (ΑΠ 1908/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4966/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αυτή έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία. Επομένως, η αναίρεση κατά το μέρος της, με το οποίο προσβάλλεται η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβ8ιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997 και 28/1997).
Εξάλλου, από τους διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν. 1959/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1933, και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν από την κατάργησή τους με τους νόμους 3283/2004 και 3371/2005, που δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφασή της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνίσταται για το σκοπό αυτό.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 20 παρ.1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991) προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα.
Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματατοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Ακ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1507/2005 και ΑΠ 306/2005)..
Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 957/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4966/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα εξής: Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, (εισοδήματος, πολυεθνικών ομολογιών και εισοδήματος υπεραξίας), διατηρούσα οργανωμένη για το σκοπό αυτό επιχείρηση με εξειδικευμένο προσωπικό στην ... (...), όπου βρίσκεται η έδρα της, αλλά και υποκαταστήματα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, και χρησιμοποιούσε ως αντιπρόσωπο της, κατά
την έννοια του αρθ.20 παρ.4 ν 1969/1991 (όπως είχε προστεθεί με το άρθρ. 3 παρ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και τροποποιηθεί με την παρ. 5 του άρθρ. 113 του Ν. 2533/1997), τη μητρική της ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", συνήψε κατά τις αρχές του έτους 1995, σύμβαση με τον ..., ο οποίος ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος της παραπάνω μητρικής εταιρείας στην ..., δυνάμει της οποίας ο τελευταίος, μετά από σχετική με το θεσμό των αμοιβαίων κεφαλαίων ενημέρωσή του με σεμινάρια, έντυπα και εγκυκλίους που του χορήγησε η εκκαλούσα, ανέλαβε την υποχρέωση έναντι αυτής, να μεσολαβεί σύμφωνα πάντοτε με τις οδηγίες και υποδείξεις της, για την ανεύρεση επενδυτών προς το σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από την εκκαλούσα των μεριδίων των διαχειριζομένων από αυτήν αμοιβαίων κεφαλαίων, αμειβόμενος για τις υπηρεσίες του αυτές (από την εκκαλούσα) με προμήθεια ανάλογη της αξίας των πωλουμένων μεριδίων.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο εν λόγω ... ήλθε σε επικοινωνία με πολλούς υποψηφίους επενδυτές της περιοχής του νομού ..., τους οποίους έπεισε να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους στα διαχειριζόμενα από την εκκαλούσα αμοιβαία κεφάλαια, μεταξύ δε αυτών (ήλθε σε επικοινωνία) και με τον εφεσίβλητο, ο οποίος στις 7-8-95 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και ζήτησε τη συμμετοχή του στο διαχειριζόμενο από την εκκαλούσα αμοιβαίο κεφάλαιο "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ".
Γία το σκοπό αυτόν ο ως άνω ..., αφού συμπλήρωσε και παρέδωσε στον εφεσίβλητο την από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ν. 1969/91 προβλεπομένη έντυπη αίτηση, η οποία απευθυνόταν στην εκκαλούσα και στην οποία οριζόταν ως θεματοφύλακας η τράπεζα ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΑΕ, παρέλαβε από τον τελευταίο, πάρα το γεγονός ότι από την εσωτερική του σχέση με την εκκαλούσα, δεν είχε) τέτοιο δικαίωμα, την υπ' αριθ ...
επιταγή της Κτηματικής Τράπεζας, ποσού 13.000.000 δρχ., εκδόσεως του εφεσίβλητου, την οποία ο τελευταίος του μεταβίβασε με οπισθογράφηση, υποσχόμενος ότι το ποσό αυτό της επιταγής, την οποία, όπως δεν αμφισβητείται, εισέπραξε αυθημερόν, θα κατατεθεί στο λογαριασμό της εκκαλούσας. Πλην όμως ο ως άνω ... δεν ετήρησε την υπόσχεσή του αυτήν, ούτε διαβίβασε την παραπάνω αίτηση στην εκκαλούσα, ώστε η τελευταία να κινήσει τη διαδικασία έκδοσης στο όνομα του εφεσίβλητου του αντίστοιχου ισόποσου τίτλου, αλλά παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό, προκαλώντας αντίστοιχη (ισόποση) ζημία στον εφεσίβλητο, την οποία υποχρεούται να αποκαταστήσει, ως προστήσασα και αντικειμενικώς ευθυνόμενη η εκκαλούσα, εφόσον η αδικοπρακτική σε βάρος του εφεσίβλητου συμπεριφορά του ...
έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν, ως προστηθέντα, καθηκόντων, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε συνίσταντο στη διαμεσολάβησή του για ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των μεριδίων των διαχειριζομένων από την εκκαλούσα αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και στην ενημέρωση αυτών, τη συμπλήρωση των απαραιτήτων αιτήσεων, την παραλαβή και διαβίβαση αυτών στην εκκαλούσα.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας κατά τον οποίο αυτή δεν έχει υποχρέωση ανόρθωσης της κατά τα παραπάνω προσγενόμενης στον εφεσίβλητο ζημίας, ενόψει του ότι ο εν λόγω ... ενήργησε κατά κατάχρηση, άλλως καθ' υπέρβαση των δοθεισών από την ίδια οδηγιών, οι οποίες απαγόρευαν την είσπραξη χρημάτων από τους επενδυτές, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται και για τις ζημίες που προκλήθηκαν από κατάχρηση ή υπέρβαση της υπηρεσίας του προστηθέντος.
Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα, δέχθηκε: 1) τη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πιο πάνω ... σχέση πρόστησης με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 922 του ΑΚ του δεύτερου εκ μέρους της πρώτης στην ανεύρεση επενδυτών προς το σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από την αναιρεσείουσα των μεριδίων των διαχειριζομένων από εκείνη αμοιβαίων κεφαλαίων, έναντι ποσοστιαίας αμοιβής, με τη συνδρομή των χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης, δηλαδή της διατήρησης από την προστήσασα αναιρεσείουσα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και να προβαίνει σε υποδείξεις στον προστηθέντα ...
σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, 2) την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος με τις προϋποθέσεις του αριθ. 914 του ΑΚ της παράνομης ιδιοποίησης, με προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά, του χρηματικού ποσού που παρέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος, για την περαιτέρω παράδοσή του στη συνέχεια στην θεματοφύλακα έναντι της τιμής διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, την αγορά των οποίων παράγγειλε αμέσως προ της καταβολής των χρημάτων επίσης μέσω του πιο πάνω προστηθέντος της αναιρεσείουσας ..., 3) ότι η πιο πάνω ενέργεια του προστηθέντος ...
στο σύνολό της νοουμένη, δηλαδή ενημέρωση, παραλαβή της αίτησης, έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και βρίσκεται σε συνάφεια προς αυτήν και τα καθήκοντά του (διαμεσολάβηση για την ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των μεριδίων των διαχειριζομένων από την αναιρεσείουσα αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και ενημέρωσή τους, συμπλήρωση των απαραιτήτων αιτήσεων, και παραλαβή και διαβίβασή τους στην αναιρεσείουσα).
Αναφορικά δε ειδικά προς την είσπραξη των χρημάτων εκ μέρους του προστηθέντος (τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε) δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη εκ των πραγμάτων, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές της, μεταξύ των οποίων και εκείνης επί του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από το άρθρ. 300 του ΑΚ, ότι τελέσθηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, επ ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα, και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του από τη διάταξη του άρθ. 20 παρ.1 του Ν. 1959/1991 όπως ίσχυε τότε, πλην όμως η σχέση της πρόστησης με το πιο πάνω εσωτερικό περιεχόμενό της, υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την είσπραξη αυτή και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόστηση, προς την οποία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια.
Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα που δέχθηκε, με τα οποία απέκρουσε εκ των πραγμάτων και την ύπαρξη προσωπικού πταίσματος τελείως άσχετου με την πρόστηση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ και δεν παραβίασε τα άρθρα αυτά, και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα τρία μέρη του (1α, 1β και 1γ) και το ένα σκέλος τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου, η πληττόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ γεγονότα, ενώ δεν απαιτείται η παράθεση και ετέρων, ο δε αντίθετος πρώτος επίσης λόγος αναίρεσης και κατά τα τρία μέρη του (1α, 1β, 1γ) και κατά το άλλο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας (με την έννοια που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας), και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4966/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά και τα εξής: Ο περαιτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας, κατά τον οποίο δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του εφεσίβλητου για το λόγο ότι αυτός συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην πρόκληση της ζημίας, συνιστάμενο στο ότι, αν και αυτός γνώριζε άλλως αγνοούσε από αμέλεια ότι ο ως άνω ...
δεν είχε εξουσία να εισπράττει χρήματα από τους επενδυτές και ότι συνακόλουθα ενεργούσε κατά κατάχρηση και υπέρβαση των οδηγιών της, παρά ταύτα του παρέδωσε την παραπάνω επιταγή, ο οποίος (ισχυρισμός) ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι αποτελεί ένσταση στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου (300 ΑΚ (ΑΠ 414/01) και για τον οποίο τάχθηκε η σχετική απόδειξη, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη προς θεμελίωση του γνώση ή εξ αμέλειας άγνοια της καθ' υπέρβαση των δοθεισών οδηγιών επιδειχθείσας, αναφορικά με την είσπραξη χρημάτων, συμπεριφοράς του ως άνω ...
Εξάλλου ούτε θα μπορούσε αυτός, ενόψει των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων (απόφοιτος Δημοτικού) και του επαγγέλματός του (συνταξιούχος εγκαταστάτης μικροφωνικών εγκαταστάσεων) να συναγάγει τέτοιο συμπέρασμα από την επισημείωση στο έντυπο της αίτησης, που υπέγραψε σχετικά με το ανεύθυνο της εκκαλούσας "για τα ποσά που θα καταβληθούν στον παραγωγό σε μετρητά", και αν ακόμη είχε διαβάσει αυτήν (ΑΠ 1537/02), πράγμα που δεν αποδεικνύεται, ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, η εν λόγω αίτηση συμπληρώθηκε από τον ως άνω ...
και υπογράφηκε αμέσως από τον εφεσίβλητο, ο οποίος δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο της αλλά ούτε και ενημερώθηκε από τον ως άνω ..., όπως αυτός είχε υποχρέωση, για το περιεχόμενο αυτής και τη διαλαμβανόμενη σ' αυτή ρήτρα αποκλεισμού της ευθύνης της εκκαλούσας. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος πίστευε ότι ο εν λόγω ..., ενόψει της επαγγελματικής στήριξης, που του παρείχε η εκκαλούσα, ήταν άμεσος αντιπρόσωπος αυτής στην περιοχή της ...
και ενεργούσε για λογαριασμό της όλες τις πράξεις, οι οποίες ήταν απαραίτητες για τη διεκπεραίωση της συναλλαγής σχετικά με την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η είσπραξη μετρητών ή, τουλάχιστον, ότι αυτός ήταν συνεργάτης (προστηθείς) πλήρως εξουσιοδοτημένος για την ενέργεια των πράξεων αυτών χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό.
Το γεγονός άλλωστε ότι και στο παρελθόν, και συγκεκριμένα την 2.3.95, ο εφεσίβλητος είχε συναλλαγές για τον ίδιο λόγο με τον ως άνω ..., στον οποίον και τότε είχε καταβάλει, σε μετρητά, το ποσό των 16.000.000 δρχ. χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, αφού του παραδόθηκαν οι αντίστοιχοι τίτλοι, όπως δεν αμφισβητεί η εκκαλούσα, δικαιολογεί ακολύτως την παραπάνω, έστω και εσφαλμένως δημιουργηθείσα στον εφεσίβλητό, περί της χωρίς όρους αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προστηθέντος ...
Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα αλλά και εκείνα που εκτίθενται στην προηγούμενη παράγραφο (ΙΙ) της παρούσας δέχθηκε: 1) ότι το έντυπο της αίτησης για τη συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στο αμοιβαίο κεφάλαιο συμπληρώθηκε από τον ... και υπογράφηκε αμέσως από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο της, αλλά ούτε και ενημερώθηκε από τον ..., όπως αυτός είχε υποχρέωση, για το περιεχόμενο της και τη διαλαμβανόμενη σ' αυτή ρήτρα αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας για την περίπτωση που τα χρήματα θα καταβληθούν στον παραγωγό (...) απ' ευθείας, εν όψει και των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων (απόφοιτος Δημοτικού) 2) ότι ο ...
παρέλαβε την επιταγή του ποσού των 13.000.000 δρχ. εκδόσεως του αναιρεσίβλητου, υποσχόμενος ότι το ποσό της επιταγής θα κατατεθεί στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας, 3) ότι πίστευε ο αναιρεσίβλητος ότι ο ... ενόψει της επαγγελματικής στήριξης που του παρείχε η αναιρεσείουσα, ήταν άμεσος αντιπρόσωπος της στην περιοχή της ..., και ενεργούσε για λογαριασμό της όλες τις πράξεις για τη διεκπεραίωση της συναλλαγής αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων στις οποίες περιλαμβάνεται και η είσπραξη των μετρητών, και 4) ότι το γεγονός ότι και στο παρελθόν στις 2-3-1915 ο αναιρεσίβλητος είχε συναλλαγεί για τον ίδιο λόγο και τον ίδιο τρόπο με τον ..., στον οποίο και τότε είχε καταβάλει σε μετρητά το ποσό των 16.000.000 δρχ, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, αφού του παραδόθηκαν, οι αντίστοιχοι τίτλοι, δικαιολογούσε απολύτως την εσφαλμένα δημιουργηθείσα στον αναιρεσίβλητο ανυπαιτίως πεποίθηση περί της χωρίς όρους αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προστηθέντος ..., και 5) ότι δεν αποδείχθηκε η γνώση, ή η εξ αμελείας άγνοια του αναιρεσίβλητου, ως προς την καθ' υπέρβαση των δοθεισών οδηγιών και κατά κατάχρηση της σχέσης της πρόστησης επιδειχθείσα συμπεριφορά του ..., αναφορικά με την είσπραξη των χρημάτων.
Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα που δέχθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922 και 300 του ΑΚ και δεν παραβίασε τα άρθρα αυτά, και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τρίτο μέρος του (1γ) και κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου, η πληττόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία επίσης είχε απορριφθεί ως αβάσιμος και κατ' ουσία ο αντίστοιχος καταλυτικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334, 914 και 922 του ΑΚ, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300. 334, 914 και 922 του ΑΚ γεγονότα, ενώ δεν απαιτείται η παράθεση και ετέρων, οι δεν αντίθετοι δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξ άλλου, η στον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του (1γ) και κατά το τέταρτο σκέλος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης γνώσης ή εξ αμελείας άγνοιας του αναιρεσίβλητου, ως προς την κατάχρηση της σχέσης πρόστησης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση :
α) με τη διάταξη του άρθ.20 παρ.1 του Ν. 1969/1991, β) με τις γραπτώς διατυπωμένες οδηγίες της και γ) με τη συνήθη στην αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων πρακτική, είναι απορριπτέα (αιτίαση), ως απαράδεκτη, αφού κατά τα προεκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και παρόμοια προς την ένδικη, προηγούμενη συμπεριφορά του προστηθέντος, κατά τη κατάχρηση της σχέσης πρόστησης, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και οι λόγοι της έφεσής του περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Α.Π. 11/1996) όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "ο αναιρεσίβλητος και αν ακόμη προέβη στην επίμαχη καταβολή στον ..., δεν σκοπούσε πραγματικά να επενδύσει σε Αμοιβαία Κεφάλαια που διαχειριζόταν αυτή, αλλά η τυχόν συναλλακτική του σχέση με αυτόν συνήφθη στο πλαίσιο μεταξύ τους συμφωνίας μη έχοντας σχέση με αυτήν, όπως αυτό αποδεικνύεται από το ότι δεν τηρήθησαν οι διατυπώσεις και προϋποθέσεις επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια του αρθ. 20 παρ.1 στοιχ.γ' του Ν. 1959/1991".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως αιτιολογημένη άρνηση για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, που στήριξε και την αγωγή του, ότι δηλαδή η επίμαχη καταβολή στον προστηθέντα της αναιρεσείουσας, αποσκοπούσε στην επένδυση σε Αμοιβαία Κεφάλαια που διαχειριζόταν εκείνη.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση), και όχι του αριθ.10 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : 1) την αίτηση συμμετοχής που είχε υπογράψει ο αναιρεσίβλητος παλαιότερα για την απόκτηση μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων που διαχειρίζεται η αναιρεσείουσα, 2) τον Κανονισμό των Αμοιβαίων Κεφαλαίων της αναιρεσείουσας, του οποίου είχε λάβει γνώση και τον οποίον είχε αποδεχθεί ο αναιρεσίβλητος από τα οποία προέκυπτε σαφώς η ρητή απαγόρευση καταβολής χρημάτων σε άλλα πρόσωπα πλην του θεματοφύλακα, ούτε σε οποιοδήποτε συνεργάτη της αναιρεσείουσας, 3) την περικοπή της αγωγής του αναιρεσίβλητου ότι μεταξύ αυτού και του ...
υπήρχε προσωπική συμφωνία για εγγυημένη απόδοση 19,4% επί του επενδυομένου κεφαλαίου, από την οποία προέκυπτε ότι η συναλλαγή αυτή δεν είχε σχέση με αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η αναιρεσείουσα και 4) Το έντυπο της απόδειξης καταβολής για το ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, το οποίο δεν είχε σχέση με την αναιρεσείουσα αλλά προέρχεται από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α., γεγονός που αποδείκνυε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε συναλλαγές με την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου και για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της δράσης του ...
ως προστηθέντος της αναιρεσείουσας και της ζημίας του αναιρεσίβλητου, με τη ρητή μνεία στην απόφαση εκείνη τόσο της προηγούμενης παρόμοιας συναλλαγής, όσο και της ιδιότητας του ... παράλληλα και ως ασφαλιστικού συμβούλου της μητρικής εταιρείας της αναιρεσείουσας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", η οποία εχρησιμοποιείτο στην ..., όπου και η έδρα του ..., ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, η εις τον ίδιο τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προβληθέντες και αποδειχθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που θα οδηγούσαν σε απόρριψη της αγωγής", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όλοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκαν, ερευνήθηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ρητά ως αβάσιμοι κατ' ουσία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2005 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΝ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" για αναίρεση της 4966/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 1580/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ