Legislator Case Law & Legislation
271/2026 AI generated

271/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 271/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

271/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του παραπάνω Ν. 2960/2001, επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή, στην αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα.

Keywords

AI generated
products from third countries cannabis trafficking trade in alcoholic beverages discharge of substances trade tax production and delivery quotas
AI generated
1375/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
2334/2008
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης βουλεύματος για κακουργηματική απάτη, καθόσον τούτο περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1030/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου Αρεοπαγίτες.
1142/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά-Εισηγήτρια και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
1338/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 271 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δροβατζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 70/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας (Β' Βαθμού).

Με υποστηρίζον την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Χρήστο Πουλάκο.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας (Β' Βαθμού) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 22-9-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον, ως προς τη διάταξη της περί δήμευσης των δύο (2) αυτοκινήτων: α) με αριθμό κυκλοφορίας ... μάρκας FORD WERKE και β) με αριθμό κυκλοφορίας ... μάρκας DAIMLER CHRYSLER CHEROKEE, 2) να παραπεμφθεί, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση, 3) να παρατεθεί στην σελίδα 55 της προσβαλλόμενη απόφασης, αμέσως μετά τα άρθρα "155 παρ. 1-β, 2ζ, 157 παρ. β-βγ, 159, 160", αντί του εσφαλμένου "Ν.5969/2001", το ορθό "Ν.5960/2001" και 4) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον Πάρεδρο ΝΣΚ, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-9-2025 αίτηση του Κ. Α. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 70/2025 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος στην γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που έλαβε χώρα στις 7-8-2025, αφού η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 22-9-2025, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 8-8-2025 έως και 31-8-2025, κατά το οποίο αναστέλεται η ως άνω προθεσμία, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. και δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της λήξης της προθεσμίας ήτοι η 20-9-2025, ήταν εξαιρετέα ημέρα Σάββατο παρεκτεινομένης αυτής μέχρι την επομένη μη εξαιρετέα, ήτοι την 22-9-2025, ημέρα Δευτέρα, (άρθρα 168, 464, 466, 473,474 και 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του Κ.Ποιν.Δ.

Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 3336/2005, λαθρεμπορία είναι: α) ... β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των παρ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.

Κατά την παράγραφο 2 εδ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ιδρύεται, κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ιδιαίτερη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά πώληση ή κατοχή από πρόσωπα εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις επ' αυτών των προϊόντων και εμπορευμάτων (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Α.Π. 644/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του παραπάνω Ν. 2960/2001, επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή, στην αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 54§1 του ίδιου νόμου, στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη, ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα, το οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά, ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο, της παρ.1 του άρθρου 157, σχετικές ποινές.

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου, ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.

Ο δόλος αυτός για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και δεν απαιτείται περαιτέρω ειδική αιτιολόγηση αυτού( ΑΠ 1019/2022, ΑΠ 1155/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 εδ. α' του ν. 2969/2001 " Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα προϊόντα", τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών: α)όποιοι παρασκευάζουν αιθυλική αλκοόλη και γενικά αλκοολούχα ποτά ή αποστάγματα χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με τη σχετική άδεια ή μετά τη λήξη αυτής.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 του νΠΚ, η οποία ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4619/2019, δηλαδή από την 1-7-2019, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του πΠκ , ως εκ της προβλεπόμενης ποινής, και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του νΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή υφαιρεί κατασχεμένο πράγμα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή.

Στην πράξη του άρθρου 177 του ΠΚ, η οποία διώκεται αυτεπαγγέλτως, προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η αυθεντία της Πολιτείας (ΑΠ 809/2004). Το έγκλημα αυτό είναι υπαλλακτικώς μικτό, διότι από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι τρεις είναι οι μορφές ή ενέργειες, με τις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξης α) η καταστροφή, β) η βλάβη και γ) η υφαίρεση του κατασχεμένου.

Η υφαίρεση συνίσταται στην κατακράτηση ή διάθεση ή ανάλωση του κατασχεμένου πράγματος και η μη απόδοσή του στο δικαιούχο (ΑΠ 689/1992). Για τη συντέλεση του εγκλήματος της παραβίασης κατάσχεσης απαιτείται, αφενός μεν η ύπαρξη τυπικά έγκυρης κατάσχεσης, αφετέρου δε η εν γνώσει της υπάρχουσας κατάσχεσης καταστροφή ή βλάβη ή υφαίρεση του κατασχεθέντος, που επέρχεται με τη διαρκή ή πρόσκαιρη άρση της εξουσίας της Αρχής επί του κατασχεθέντος, η οποία δημιουργείται με την κατάσχεση (ΑΠ 122/2022, ΑΠ 1308/2010), αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.

Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι, όχι μόνο ο καθ' ου η κατάσχεση ή ο διορισμένος από την Αρχή μεσεγγυούχος, αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος (ΑΠ 1051/2024). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα, για τη στοιχειοθέτηση των οποίων ο νόμος αρκείται σε απλό ή και ενδεχόμενο δόλο.

Για την ύπαρξη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, με αρ. 70/2025, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Β' Βαθμού Λάρισας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "οι υπάλληλοι του Γραφείου Κινητής Ομάδας Ελέγχου της Δίωξης Λαθρεμπορίου του Τελωνείου Λάρισας σε εκτέλεση της με αριθμ. .../2018 υπηρεσιακής εντολής διενήργησαν την 23-3-2018 στον Τύρναβο έλεγχο σε αποθήκη κα σε παρακείμενη οικία του κατηγορούμενου για ποσότητες τσίπουρου, που ενδεχομένως να υπήρχαν εντός αυτού.

Από τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στην παρακείμενη από την οικία του ελεγχόμενου κατηγορούμενου αποθήκη, βρέθηκαν επτά (7) ανοξείδωτες δεξαμενές, οι οποίες περιείχαν συνολικά ποσότητα τσίπουρου 9.320 λίτρα ενώ στην αποθήκη, η οποία βρίσκεται δίπλα στην οικία του, βρέθηκαν άλλες πέντε (5) ανοξείδωτες δεξαμενές καθώς και σαράντα πέντε (45) γυάλινες φιάλες των πέντε (5) λίτρων, με συνολική ποσότητα 2.495 λίτρα και συνολικά (9.320 + 2.495) 11.815 λίτρα, για την οποία και συντάχθηκε το από 23-3-2018 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης.

Η ανωτέρω ποσότητα δεσμεύθηκε με τη με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης και ορίσθηκε ως μεσεγγυούχος αυτής, δεδομένου ότι η μεταφορά της ανωτέρω ποσότητας στο τελωνείο ήταν αδύνατη, ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ακολούθως πραγματοποιήθηκε νέος έλεγχος την 3-4-2018 στους χώρους του κατηγορούμενου, επί της οδού ... , και αυτή τη φορά εντοπίσθηκε συνολική ποσότητα 17.722 λίτρα και ειδικότερα:

α) σε αποθήκη, ιδιοκτησίας Γ. Π. , έξω από την οικία του κατηγορουμένου, ιδιοκτησίας Π. Γ. , σε επτά (7) δεξαμενές, συνολική ποσότητα δώδεκα χιλιάδων εβδομήντα τεσσάρων (12.074) λίτρων τσίπουρου χύμα, (ήτοι 2.754 λίτρα τσίπουρου περισσότερα από τον πρώτο έλεγχο) β) σε αποθήκη δίπλα από το σπίτι (με μεταλλικό ρολό), σε πέντε (5) μεταλλικές δεξαμενές, συνολική ποσότητα δύο χιλιάδων επτακοσίων είκοσι επτά (2.727) λίτρων τσίπουρου (ήτοι 232 λίτρα τσίπουρου περισσότερο από τον πρώτο έλεγχο), καθώς και εξήντα (60) φιάλες των πέντε (5) λίτρων, ήτοι συνολικά τριακόσια (300) λίτρα χύμα τσίπουρο καθώς και ένα (1) λίτρο τσίπουρο χύμα σε μπουκάλι, στο οποίο υπήρχε επικολλημένη ταινία με τα στοιχεία του κατηγορουμένου, γ) σε φορτηγάκι μάρκας FORD TRANSIT, με αριθμό κυκλοφορίας ... , που ήταν παρκαρισμένο στον αύλειο χώρο και στην καρότσα αυτού, σκεπασμένη με λευκό κάλυμμα, είκοσι ένα (21) τελάρα και το κάθε τελάρο περιείχε τρεις (3) φιάλες των πέντε (5) λίτρων με τσίπουρο χύμα και συνολικά 315 λίτρα τσίπουρο, το οποίο (φορτηγάκι) δεσμεύτηκε με την με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης, δ) σε έτερη αποθήκη - κλειστό χώρο, έξι (6) φιάλες με χύμα τσίπουρο των πέντε (5) λίτρων έκαστη, ήτοι συνολικά 30 λίτρα τσίπουρου, ε) σε έτερο σταθμευμένο όχημα μάρκας DAIMLER CHRYSLER CΗΕΡΟΚΕΕ με αριθμό κυκλοφορίας ... , παρκαρισμένο στον αύλειο χώρο και εντός του χώρου αποσκευών αυτού, τρεις (3) φιάλες των πέντε (5) λίτρων, με χύμα τσίπουρο, ήτοι 15 λίτρα, το ανωτέρω δε όχημα δεσμεύτηκε με την με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης και στ) στο υπόστεγο, στον αύλειο χώρο, πίσω από συστάδες με άδεια τελάρα τα οποία ήταν τοποθετημένα μέχρι την οροφή του υπόστεγου, δύο (2) δεξαμενές, εντός των οποίων βρέθηκε στην μεν πρώτη, που υπήρχε η ένδειξη "με", ποσότητα τσίπουρου χιλίων τετρακοσίων εβδομήντα (1.470) λίτρων, στη δε δεύτερη στην οποία υπήρχε η ένδειξη "χωρίς", ποσότητα τσίπουρου επτακοσίων ενενήντα (790) λίτρων.

Από την επεξεργασία των φορολογικών στοιχείων, που δεσμεύτηκαν με την από 3-4-2018 απόδειξη δέσμευσης φορολογικών στοιχείων, ήτοι μπλοκ φορολογικών στοιχείων, που μονογράφηκαν και αριθμήθηκαν από 1-18 (τετράδιο με ιδιόχειρες σημειώσεις, πέντε ξεχωριστά φύλλα με ιδιόχειρες σημειώσεις και ένα φάκελος με άδειες απόσταξης) την ανωτέρω συνολική ποσότητα των 17.722 λίτρων αποδείχθηκε ότι μη νόμιμα κατείχε ο κατηγορούμενος καθότι δεν δικαιολογείται με βάση τα φορολογικά του στοιχεία.

Συγκεκριμένα την ως άνω ποσότητα τσίπουρου μη νόμιμα την κατείχε ο κατηγορούμενος, καθότι δεν υπήρχε ταύτιση μεταξύ των ποσοτήτων, οι οποίες προκύπτουν ως αδιάθετα υπόλοιπα κάθε έτους και μεταξύ των ποσοτήτων τις οποίες αυτός δήλωνε κάθε έτος ως αδιάθετο υπόλοιπο. Ειδικότερα κατά την δήλωση της αδιάθετης ποσότητας της αποστακτικής περιόδου 2017-2018 ο κατηγορούμενος δήλωσε 4.500 κιλά, ωστόσο από τον έλεγχο της τελωνειακής υπηρεσίας προέκυψε ότι το αδιάθετο υπόλοιπο ανέρχονταν στα 4.026 κιλά, καθότι ο κατηγορούμενος δεν δικαιολόγησε με την προσκόμιση παραστατικών τη νόμιμη κατοχή της ανωτέρω ποσότητας.

Επιπλέον από με τη με αριθμ. .../2018 έκθεση μερικού επιτόπιου ελέγχου της ΥΕΔΔΕ, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στη διακίνηση χωρίς φορολογικά στοιχεία μεγάλης ποσότητας τσίπουρου, με τη μεθοδολογία του διπλού συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής συνολικού ύψους 53.698 λίτρων. Ητοι αποδείχθηκε όπως ρητά κατέθεσε και η μάρτυρας κατηγορίας - υπάλληλος, όταν αυτός ξεκινούσε από την οικία του, όπου φύλαγε τις ποσότητες τσίπουρου, προκειμένου να πουλήσει τσίπουρο σε τρίτους, έκοβε καταρχήν ένα συγκεντρωτικό δελτίο, στο οποίο ανέγραφε ολόκληρη την ποσότητα προς πώληση τσίπουρου που είχε φορτώσει στο όχημα του, δηλαδή το σύνολο των λίτρων τσίπουρου που θα μετέφερε.

Στη συνέχεια αφού προμήθευε τους πελάτες του με τις ποσότητες τσίπουρου που αυτοί αγόραζαν, συμπλήρωνε έτερο συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής, που έφερε μαζί του, στο οποίο ανέγραφε τις πραγματικά πωληθείσες ποσότητες, αλλά με μικρότερη την αρχική ποσότητα τσίπουρου. Με την μεθόδευση δε αυτή κατάφερνε να φαίνονται σε τυχόν έλεγχο και η ποσότητα που κάθε φορά διέθετε (πώληση) αλλά και η πραγματική ποσότητα που τελικά του απέμενε και μετέφερε με το όχημα, με αλλοίωση όμως της αρχικής ποσότητας που ήταν πολλή μεγαλύτερη από αυτή που αναφερόταν στα συμπληρωθέντα μεταγενέστερα δελτία αποστολής.

Ειδικά δε, κατά την αποστακτική περίοδο 2017 - 2018, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι κατείχε 4.500 κιλά τσίπουρου ως αδιάθετη ποσότητα από προηγούμενες αποστακτικές περιόδους. Ωστόσο, αυτός είχε δηλώσει ως αδιάθετη ποσότητα για το 2015, 2.000 κιλά τσίπουρου ενώ το 2016 απέσταξε με βάση την ...-2016 άδεια απόσταξης ποσότητα 1.286 κιλά και εισέπραξε ως αποστακτικό δικαίωμα 740 κιλά, επομένως κατόπιν πρόσθεσης των παραπάνω, η ποσότητα που κατά τις δηλώσεις του, κατείχε νόμιμα ανέρχεται στα 4.026 κιλά τσίπουρου και εάν σε αυτή προστεθεί και η ποσότητα, την οποία απέσταξε το 2017 και η οποία ανήλθε στα 1.285 κιλά και η ποσότητα, την οποία εισέπραξε ως αποστακτικό δικαίωμα 985 κιλά, η τελική νόμιμη ποσότητα που κατείχε, ανέρχεται στα 5.896 κιλά τσίπουρου και κατόπιν μετατροπής σε λίτρα σε 5.635,99 λίτρα, η η οποία αφαιρείται από την κατεχόμενη συνολικά ποσότητα των 17.722 λίτρων.

Ο κατηγορούμενος βέβαια ισχυρίσθηκε ότι ποσότητα 5.468 κιλών τσίπουρου, που ανευρέθη στις εγκαταστάσεις του, ανήκει σε τρίτους παραγωγούς, οι οποίοι επειδή δεν διαθέτουν χώρο αποθήκευσης, αποθήκευσαν την παραγωγή τους σε τσίπουρο στις δικές του εγκαταστάσεις- δεξαμενές, μέχρι να τη διαθέσουν περαιτέρω.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως ελέγχεται ως αναληθής διότι κάθε παραγωγός επιλέγει το τύπο σταφυλιού που θεωρεί καταλληλότερο για την καλύτερη κατά την άποψη του, παρασκευή τσίπουρου, και ακολουθεί τον δικό του τρόπο παρασκευής. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να δεχθεί να ανακατευθεί η ποσότητα της δικής του παραγωγής τσίπουρου με την παραγωγή άλλου διότι με τον τρόπο αυτό νοθεύεται η ποιότητα της εκάστης παραγωγής, όπως εξάλλου καταθέτει και η μάρτυρας κατηγορίας- υπάλληλος.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία δια των υπαλλήλων της, βρήκε τιμολόγια από τα στοιχεία των οποίων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε αγορά πολύ μεγάλων ποσοτήτων προπανίου και ζάχαρης, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τσίπουρου οι οποίες δεν δικαιολογούνται για τις αναγραφόμενες στα παραστατικά του εν λόγω προϊόντος ποσότητες αντίστοιχα.

Επομένως κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της λαθρεμπορίας για ποσότητα 12.086 λίτρων τσίπουρου (17.722 - 5.635,99), η εκ των οποίων απώλεια δασμολογικών επιβαρύνσεων, με μέση τιμή 4,3 ευρώ, είναι μικρότερη των αρχικώς υπολογισθέντων (166.589,48 ευρώ) και δη ανέρχεται στο ποσό των (166.589,48 ευρώ - 24.234,75) 142.354,72 ευρώ με αποτέλεσμα τη μετάπτωση της ανωτέρω πράξης σε βαθμό πλημμελήματος κατ' άρθρ. 157 περ. β', υποπ. βγ' του Ν 2960/2001.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον Αμπελώνα Λάρισας σε χρόνο μέχρι την 23-3-2018 και την 3-4-2018 με πρόθεση παρασκεύασε αιθυλική αλκοόλη και απόσταγμα χωρίς να έχει εφοδιαστεί με τη σχετική άδεια της Τελωνειακής Αρχής και συγκεκριμένα προέβη στη διενέργεια απόσταξης στεμφύλων για την παρασκευή ποσότητας τσίπουρου έντεκα χιλιάδων οκτακόσιων δέκα πέντε (11.815) λίτρων τσίπουρου και πέντε χιλιάδων εννιακοσίων επτά (5.907) λίτρων τσίπουρου αντίστοιχα και συνολικά δέκα επτά χιλιάδων επτακοσίων είκοσι δύο (17.722) λίτρων, κατά τα ανωτέρω διαληφθέντα για την πρώτη πράξη της λαθρεμπορίας, χωρίς να κατέχει την προβλεπόμενη άδεια απόσταξης από το αρμόδιο Τελωνείο Λάρισας, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 2969/2001.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον Αμπελώνα Λάρισας, κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2018 έως 3-4-2018 με πρόθεση παραβίασε τις υποχρεώσεις του ως μεσεγγυούχος - θεματοφύλακας, και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι μεταξύ του πρώτοι ελέγχου (23-3-2018) και του δεύτερου ελέγχου (3-4-2018), διαπιστώθηκαν από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Υπηρεσίας, σύμφωνα με τα σχετικά πρωτόκολλα καταμέτρησης, διαφορές στις καταμετρηθείσες ποσότητες αλκοολούχου υγρού (τσίπουρου) όσον αφορά τις δεξαμενές εντός των αποθηκών 1 και 2.

Ειδικότερα από τα στοιχεία του πίνακα των υπαλλήλων της τελωνειακής αρχής με τίτλο "ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΩΝ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ 23-3-2019 ΚΑΙ 3-4-2019" που περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι στην ΑΠΟΘΗΚΗ 1, στον έλεγχο της 3-4-2018 ογκομετρήθηκε ποσότητα 2.754 λίτρων τσίπουρου περισσότερων από τον έλεγχο της 23-3-2018, στην ΑΠΟΘΗΚΗ 2, ογκομετρήθηκε ποσότητα 232 λίτρων τσίπουρου περισσότερων από την 23-3-2018 και επιπλέον την 3-4- 2018 καταμετρήθηκε ποσότητα 2.260 λίτρων σε δύο κρυφές δεξαμενές στο υπόστεγο, ποσότητα 301 λίτρων στην αποθήκη 2, ποσότητα 30 λίτρων στην αποθήκη του σπιτιού, ποσότητα 315 λίτρων στο φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας ..., ποσότητα 15 λίτρων στον Ι.Χ.Ε. ... , ήτοι συνολικά η διαφορά καταμετρηθείσας ποσότητας μεταξύ των δύο ημερομηνιών ελέγχου (23-3-2018 και 3-4-2018) αντιστοιχεί σε ποσότητα τσίπουρου πέντε χιλιάδων εννιακοσίων επτά (5.907) λίτρων.

Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε προσθαφαιρέσεις δεσμευθέντος τσίπουρου, ενέργειες οι οποίες συνιστούν παραβίαση των όρων δέσμευσης υπό μεσεγγύηση κατ' άρθρο 177 ΠΚ, καθόσον παρότι ο ανωτέρω ορίσθηκε μεσεγγυούχος για όλη τη δεσμευθείσα ποσότητα την 23-3-2018 στο μεταγενέστερο έλεγχο την 3-4-20218, διαπιστώθηκε ότι είχε μεταβληθεί το σύνολο της δεσμευθείσας ποσότητας, γεγονός αποδεικτικό της υφαίρεσης της δεσμευθείσας ποσότητας.

Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε προσθαφαίρεση ποσοτήτων τσίπουρου, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι είχε επιβληθεί δέσμευση του άρθρου 164 παρ.2 του ν.2960/2001 και είχε ορισθεί ο ίδιος μεσεγγυούχος, δυνάμει της με αριθμ. ...-2018 έκθεσης δέσμευσης και ορισμού μεσεγγυούχου των αρμόδιων υπαλλήλων του Τελωνείου Λάρισας.

Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και των έτερων αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων και δη της παρασκευής αιθυλικής αλκοόλης και αποστάγματος χωρίς άδεια καθώς της παραβίασης κατάσχεσης".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα, ένοχο για τα αδικήματα α) της λαθρεμπορίας με διαφυγόντες δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα (30.000) ευρώ, β) της παρασκευής αιθυλικής αλκοόλης χωρίς την προβλεπόμενη άδεια απόσταξης και γ) της παραβίασης κατάσχεσης και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του Π.Κ. , επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι :

Οι υπάλληλοι του Γραφείου Κινητής Ομάδας Ελέγχου της Δίωξης Λαθρεμπορίου του Τελωνείου Λάρισας σε εκτέλεση της με αριθμ. .../2018 υπηρεσιακής εντολής διενήργησαν την 23-3-2018 στον Τύρναβο, έλεγχο σε αποθήκη κα σε παρακείμενη οικία του κατηγορούμενου για ποσότητες τσίπουρου, που ενδεχομένως να υπήρχαν εντός αυτού.

Από τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στην παρακείμενη από την οικία του ελεγχόμενου κατηγορούμενου αποθήκη, βρέθηκαν επτά (7) ανοξείδωτε δεξαμενές, οι οποίες περιείχαν συνολικά ποσότητα τσίπουρου 9.320 λίτρα ενώ στην αποθήκη, η οποία βρίσκεται δίπλα στην οικία του, βρέθηκαν άλλες πέντε (5) ανοξείδωτες δεξαμενές καθώς και σαράντα πέντε (45) γυάλινες φιάλες των πέντε (5) λίτρων, με συνολική ποσότητα 2.495 λίτρα και εν συνόλω (9.320 + 2.495) 11.815 λίτρα για την οποία και συντάχθηκε το από 23-3-2018 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης.

Η ανωτέρω ποσότητα δεσμεύθηκε με τη με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης και ορίσθηκε ως μεσεγγυούχος αυτής, δεδομένου ότι η μεταφορά της ανωτέρω ποσότητας στο τελωνείο ήταν αδύνατη, ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια στον έλεγχο που επαναλήφθηκε την 3-4-2018 στην οικία του κατηγορούμενου επί της οδού ... , εντοπίσθηκε συνολική ποσότητα 17.722 λίτρα και ειδικότερα:

α) σε αποθήκη, ιδιοκτησίας Γ. Π. , έξω από την οικία του κατηγορουμένου, ιδιοκτησίας Π. Γ. , σε επτά (7) δεξαμενές, συνολική ποσότητα δώδεκα χιλιάδων εβδομήντα τεσσάρων (12.074) λίτρων τσίπουρου χύμα, (ήτοι 2.754 λίτρα τσίπουρου περισσότερα από τον πρώτο έλεγχο) β) σε αποθήκη δίπλα από το σπίτι (με μεταλλικό ρολό), σε πέντε (5) μεταλλικές δεξαμενές, συνολική ποσότητα δύο χιλιάδων επτακοσίων είκοσι επτά (2.727) λίτρων τσίπουρου (ήτοι 232 λίτρα τσίπουρου περισσότερο από τον πρώτο έλεγχο), καθώς και εξήντα (60) φιάλες των πέντε (5) λίτρων, ήτοι συνολικά τριακόσια (300) λίτρα χύμα τσίπουρο καθώς και ένα (1) λίτρο τσίπουρο χύμα σε μπουκάλι, στο οποίο υπήρχε επικολλημένη ταινία με τα στοιχεία του κατηγορουμένου, γ) σε φορτηγάκι μάρκας FORD ΤRANSIT, με αριθμό κυκλοφορίας ... , που ήταν παρκαρισμένο στον αύλειο χώρο και στην καρότσα αυτού, σκεπασμένη με λευκό κάλυμμα, είκοσι ένα (21) τελάρα και το κάθε τελάρο περιείχε τρεις (3) φιάλες των πέντε (5) λίτρων με τσίπουρο χύμα και συνολικά 315 λίτρα τσίπουρο, το οποίο (φορτηγάκι) δεσμεύτηκε με την με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης, δ) σε έτερη αποθήκη - κλειστό χώρο, έξι (6) φιάλες με χύμα τσίπουρο των πέντε (5) λίτρων εκάστη, ήτοι συνολικά 30 λίτρα τσίπουρου, ε) σε έτερο σταθμευμένο όχημα μάρκας DAIMLER CHRYSLER CHEROKEE με αριθμό κυκλοφορίας ... , παρκαρισμένο στον αύλειο χώρο και εντός του χώρου αποσκευών αυτού, τρεις (3) φιάλες των πέντε (5) λίτρων, με χύμα τσίπουρο, ήτοι 15 λίτρα, το ανωτέρω δε όχημα δεσμεύτηκε με την με αριθμ. ...-2018 έκθεση προσωρινής δέσμευσης και στ) στο υπόστεγο, στον αύλειο χώρο, πίσω από συστάδες με άδεια τελάρα τα οποία ήταν τοποθετημένα μέχρι την οροφή του υπόστεγου, δύο (2) δεξαμενές, εντός των οποίων βρέθηκε στην μεν πρώτη, που υπήρχε η ένδειξη "με", ποσότητα τσίπουρου χιλίων τετρακοσίων εβδομήντα (1.470) λίτρων, στη δε δεύτερη, στην οποία υπήρχε η ένδειξη "χωρίς", ποσότητα τσίπουρου επτακοσίων ενενήντα (790) λίτρων.

Από την επεξεργασία των φορολογικών στοιχείων, που δεσμεύτηκαν με την από 3-4-2018 απόδειξη δέσμευσης φορολογικών στοιχείων, ήτοι μπλοκ φορολογικών στοιχείων, που μονογράφτηκαν και αριθμήθηκαν από 1-18, τετράδιο με ιδιόχειρες σημειώσεις, πέντε ξεχωριστά φύλλα με ιδιόχειρες σημειώσεις και ένα φάκελος με άδειες απόσταξης) η ανωτέρω συνολική ποσότητα των 17.722 λίτρων κρίθηκε ως μη νομίμως κατεχόμενη από τον κατηγορούμενο.

Στην ανωτέρω κρίση της τελωνειακής αρχής συντέλεσαν τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Δεν υπήρχε ταύτιση μεταξύ των ποσοτήτων, οι οποίες προκύπτουν ως αδιάθετα υπόλοιπα κάθε έτους και μεταξύ των ποσοτήτων τις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωνε ως αδιάθετο υπόλοιπο, 2) Ειδικότερα κατά την δήλωση της αδιάθετης ποσότητας της αποστακτικής περιόδου 2017-2018 ο κατηγορούμενος δήλωσε 4.500 κιλά ωστόσο από τα στοιχεία της τελωνειακής υπηρεσίας προκύπτει ότι το αδιάθετο υπόλοιπο ανέρχονταν στα 4.026 κιλά, 3) Ο κατηγορούμενος δεν δικαιολόγησε με την προσκόμιση παραστατικών τη νόμιμη κατοχή της ανωτέρω ποσότητας και 4) Ο κατηγορούμενος με τη με αριθμ. .../2018 έκθεση μερικού επιτόπιου ελέγχου της ΥΕΔΔΕ προέβη στη διακίνηση χωρίς φορολογικά στοιχεία μεγάλης ποσότητας τσίπουρου με τη μεθοδολογία του διπλού συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής συνολικού ύψους 53.698 λίτρων με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του περί νομίμου κατοχής της ανωτέρω συνολικής ποσότητας των 17.722 λίτρων να μην μπορεί να υποστηριχθεί από τα φορολογικά του στοιχεία.

Ειδικά όμως, κατά την αποστακτική περίοδο 2017 - 2018 ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι κατείχε 4.500 κιλά τσίπουρου ως αδιάθετη ποσότητα από προηγούμενες αποστακτικές περιόδους. Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη ότι αυτός είχε δηλώσει ως αδιάθετη ποσότητα για το 2015, 2.000 κιλά τσίπουρου ενώ το 2016 απέσταξε με βάση την ...-2016 άδεια απόσταξης ποσότητα 1.286 κιλά και εισέπραξε ως αποστακτικό δικαίωμα 740 κιλά, η ποσότητα που πρέπει να θεωρηθεί ότι κατέχει νόμιμα ανέρχεται στα 4.026 κιλά τσίπουρου και εάν σε αυτήν προστεθεί και η ποσότητα, την οποία απέσταξε το 2017 και η οποία ανέρχεται ανήλθε στα 1.285 κιλά αλλά και η ποσότητα, την οποία εισέπραξε ως αποστακτικό δικαίωμα 985 κιλά), η τελική ποσότητα, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως νομίμως κατεχόμενη ανέρχεται στα 5.896 κιλά τσίπουρου και κατόπιν μετατροπής σε λίτρα σε 5.635,99 λίτρα.

Η τελωνειακή αρχή αν και θεωρηθεί ενδεχομένως ως νόμιμη την ανωτέρω ποσότητα τελικά δεν την αφαιρεί από την κριθείσα ως παρανόμως κατεχόμενη συνολικά ποσότητα των 17.722 λίτρων. Ενόψει τούτων και σε σχέση με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πρώτη πράξη της λαθρεμπορίας με διαφυγόντες δασμούς άνω των 150.000 ευρώ, αυτός (κατηγορούμενος) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το ανωτέρω αδίκημα σε σχέση όμως με ποσότητα 12.086 λίτρων τσίπουρου (17.722 - 5.635,99), η εκ των οποίων απώλεια δασμολογικών επιβαρύνσεων, με μέση τιμή 4,3 ευρώ, που εκτίμησε η μάρτυρας κατηγορίας, τελωνειακή υπάλληλος, είναι μικρότερη των 166.589,48 ευρώ καθόσον ανέρχεται στο ποσό των (166.589,48 ευρώ - 24.234,75) 142.354,72 ευρώ με αποτέλεσμα τη μετάπτωση της ανωτέρω πράξης σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 157 περ.

β', υποπ. βγ' του Ν 2960/2001).

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στον Αμπελώνα Λάρισας σε χρόνο μέχρι την 23-3-2018 και την 3-4-2018 με πρόθεση παρασκεύασε αιθυλική αλκοόλη ή απόσταγμα χωρίς να έχει εφοδιαστεί με τη σχετική άδεια τής Τελωνειακής Αρχής και συγκεκριμένα προέβη στη διενέργεια απόσταξης στεμφύλων για την παρασκευή ποσότητας τσίπουρου έντεκα χιλιάδων οκτακόσιων δέκα πέντε (11.815) λίτρων τσίπουρου και πέντε χιλιάδων εννιακοσίων επτά (5.907) λίτρων τσίπουρου αντίστοιχα και συνολικά δέκα επτά χιλιάδων επτακοσίων είκοσι δύο (17.722) λίτρων, κατά τα ανωτέρω (υπό στοιχ. Α' πράξη) διαληφθέντα, χωρίς να κατέχει την προβλεπόμενη άδεια απόσταξης από το αρμόδιο Τελωνείο Λάρισας, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 2969/2001. Τέλος, ο κατηγορούμενος στον Αμπελώνα Λάρισας, κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2018 έως 3-4-2018 με πρόθεση παραβίασε τις υποχρεώσεις του ως μεσεγγυούχος - θεματοφύλακας, δεδομένου ότι μεταξύ του πρώτου ελέγχου (23-3-2018) και του δεύτερου ελέγχου (3-4-2018), διαπιστώθηκαν από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Υπηρεσίας, σύμφωνα με τα σχετικά πρωτόκολλα καταμέτρησης διαφορές στις καταμετρηθείσες ποσότητες αλκοολούχου υγρού (τσίπουρου) όσον αφορά τις δεξαμενές εντός των αποθηκών 1 και 2, όπως εκτίθεται αναλυτικά στους κάτωθι πίνακες:

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην ΑΠΟΘΗΚΗ 1, στον έλεγχο της 3-4-2018 ογκομετρήθηκε ποσότητα 2.754 λίτρων τσίπουρου περισσότερων από τον έλεγχο της 23-3-2018, στην ΑΠΟΘΗΚΗ 2, ογκομετρήθηκε ποσότητα 232 λίτρων τσίπουρου περισσότερων από την 23-3-2018 και επιπλέον την 3-4-2018 καταμετρήθηκε ποσότητα 2.260 λίτρων σε δύο κρυφές δεξαμενές στο υπόστεγο, ποσότητα 301 λίτρων στην αποθήκη 2, ποσότητα 30 λίτρων στην αποθήκη του σπιτιού, ποσότητα 315 λίτρων στο φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας ... , ποσότητα 15 λίτρων στον Ι.Χ.Ε. ... , ήτοι συνολικά η διαφορά καταμετρηθείσας ποσότητας μεταξύ των δύο ημερομηνιών ελέγχου (23-3-2018 και 3-4-2018 αντιστοιχεί σε ποσότητα τσίπουρου πέντε χιλιάδων εννιακοσίων επτά (5.907) λίτρων.

Τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε προσθαφαιρέσεις δεσμευθέντος τσίπουρου, ενέργειες οι οποίες συνιστούν παραβίαση των όρων δέσμευσης υπό μεσεγγύηση κατ' άρθρο 177 ΠΚ καθόσον παρότι ο ανωτέρω ορίσθηκε μεσεγγυούχος για όλη τη δεσμευθείσα ποσότητα την 23-3-2018 στο μεταγενέστερο έλεγχο την 3-4-20218 διαπιστώθηκε ότι είχε μεταβληθεί το σύνολο της δεσμευθείσας ποσότητας, γεγονός αποδεικτικό της υφαίρεσης της δεσμευθείσας ποσότητας.

Επομένως, ο κατηγορούμενος προέβη σε προσθαφαίρεση ποσοτήτων τσίπουρου, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι είχε επιβληθεί δέσμευση του άρθρου 164 παρ.2 του ν.2960/2001 και είχε ορισθεί ο ίδιος μεσεγγυούχος, δυνάμει της με αριθμ. ...-2018 έκθεσης δέσμευσης και ορισμού μεσεγγυούχου των αρμόδιων υπαλλήλων του Τελωνείου Λάρισας.

Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων της παρασκευής αιθυλικής αλκοόλης και αποστάγματος χωρίς άδεια και της παραβίασης κατάσχεσης. Για όλες τις παραπάνω πράξεις λοιπόν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2α ΠΚ που του αναγνωρίσθηκε πρωτόδικα, κρίση που δεσμεύει το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθόσον δεν δύναται να χειροτερεύσει τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου.

Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της Λαθρεμπορίας με διαφυγόντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ, της παρασκευής αιθυλικής αλκοόλης χωρίς την προβλεπόμενη άδεια απόσταξης και της παραβίασης κατάσχεσης, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων αυτών, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 94,177 του ΠΚ και 155 παρ.1-β,2ζ,157 παρ.β-βγ,159,160 του ν. 2960/2001 και 12 εδ.α του ν. 2969/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : α) το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της εφαρμογής της απορρέουσας από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχής της δίκαιης δίκης και των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών, ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, ερεύνησε με επιμέλεια τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ποσότητα τσίπουρου που ανευρέθη στις εγκαταστάσεις του ανήκει σε τρίτους παραγωγούς, οι οποίοι επειδή δεν διαθέτουν χώρο αποθήκευσης αποθήκευσαν την παραγωγή τους σε τσίπουρο στις δικές του εγκαταστάσεις-δεξαμενές, μέχρι να τη διαθέσουν περαιτέρω και αυτός απαντήθηκε με ειδική αναφορά στην περί της ενοχής κρίση του, δεχόμενο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ελέγχεται ως αναληθής διότι κάθε παραγωγός επιλέγει τον τύπο σταφυλιού που θεωρεί καταλληλότερο για την καλύτερη παρασκευή τσίπουρου και ακολουθεί τον δικό του τρόπο παρασκευής και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να δεχθεί να ανακατευθεί η ποσότητα της δικής του παραγωγής τσίπουρου με την παραγωγή άλλου διότι με τον τρόπο αυτό νοθεύεται η ποιότητα της εκάστης παραγωγής και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την οποία γίνεται δεκτή, με πληρότητα και σαφήνεια η τέλεση από τον αναιρεσείοντα των πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για την διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ'αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου.

β) αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως όλα τα κατ'ειδος αποδεικτικά μέσα (τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τις προσκομισθείσες από τον κατηγορούμενο πέντε ένορκες βεβαιώσεις άλλων παραγωγών τσίπουρου της περιοχής και τις μαρτυρικές καταθέσεις στο ακροατήριο δύο εξ αυτών.

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠΔ, με τις ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες, στον ίδιο λόγο, αιτιάσεις, σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής τους και αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 ΠΚ "Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 160 του Ν.2960/2001 "1.

Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται. 2. Επίσης δημεύονται τα ζώα, οι άμαξες, το οχήματα, τα πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα εφοδιαστικά πλοία που προβαίνουν σε εικονικούς εφοδιασμούς και κάθε άλλο μεταφορικό μέσο, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του αποτελούντος το αντικείμενο της λαθρεμπορίας εμπορεύματος.

Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα Κώδικα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης της χρηματικής ποινής που έχει επιδικασθεί. 3.

Η δήμευση σύμφωνα με το άρθρο αυτό επέρχεται ανεξάρτητα της συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επί του πράγματος, εκτός από της περιπτώσεως που ο ίδιος αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. 4. ...Εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης. 5.

Τα δημευόμενα, σύμφωνα με το παρόν άρθρο μετά την τελεσιδικία της περί δήμευσης απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου που δίκασε τη λαθρεμπορία περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και διατίθενται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και της συναφούς νομοθεσίας.", ενώ κατά το άρθρο 13 του Ν.2969/2001 "Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα προϊόντα": "Κατάσχεση - Δήμευση - Απόδοση. 1.

Στις περιπτώσεις των παραβάσεων, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 12, τα ανακαλυφθέντα όργανα και αντικείμενα με τα οποία συντελέσθηκε η παράβαση, δηλαδή τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται παράνομα, η παρανόμως παραληφθείσα, μεταφερόμενη, κατεχόμενη ή διατιθέμενη στην κατανάλωση αιθυλική αλκοόλη κάθε είδους ή αλκοολούχα ποτά και αποστάγματα, τα υλικά και κάθε αντικείμενο που έχει σχέση με τη διάπραξη της παράβασης, καθώς και τα κάθε είδους μεταφορικά μέσα, κατάσχονται από τα αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 10 όργανα και δημεύονται μετά από απόφαση του ποινικού δικαστηρίου προς όφελος του Δημοσίου. ... 6.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της παράβασης, ως και τα μεταφορικά μέσα με τα οποία διαπράχθηκε αυτή προσάγονται αμέσως από το δημόσιο υπάλληλο που ενήργησε την κατάσχεση στην Τελωνειακή Αρχή στην περιφέρεια της οποίας διαπράχθηκε η παράβαση, με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης. Η εν λόγω Υπηρεσία φροντίζει για την περαιτέρω φύλαξη ή εκποίησή τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.

Αν η μεταφορά των κατασχεθέντων είναι αδύνατη ή δυσχερής, σφραγίζονται από την αρμόδια Αρχή ή ορίζεται φύλακας ή μεσεγγυούχος. Ως μεσεγγυούχος είναι δυνατόν να ορισθεί και ο καθ' ου η κατάσχεση. 7. Η έκθεση κατάσχεσης μαζί με όλο το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την προκαταρκτική έρευνα και ανάκριση αποστέλλονται στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, συνοδευόμενη από αναφορά περί της αξιόποινης πράξης, που συντάσσεται από την αρμόδια Τελωνειακή ή Χημική Αρχή. ... 9.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα, σε περίπτωση δημεύσεώς τους, εκποιούνται με δημοπρασία από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα".

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, δεν αφορά μόνο στην κύρια απόφαση, δηλαδή την επί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 660/2024, ΑΠ 188/2024, ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1183/2023, ΑΠ 1156/2023, ΑΠ 1065/2023) και συνεπώς η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται να περιλαμβάνει, σε περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη του νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα (ΑΠ 1009/2022, ΑΠ 1308/2019, ΑΠ 782/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Β' Βαθμού Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την κατά τα ανωτέρω, κήρυξη της ενοχής του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και την επιβολή σε βάρος του της ως άνω συνολικής ποινής φυλάκισης, με την ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε -μεταξύ άλλων- και τις υπ' αριθμ. ...-2018 και ...-2018 δύο Εκθέσεις Δέσμευσης και Ακινητοποίησης Αυτοκινήτου του Τελωνείου Λάρισας της ΑΑΔΕ και στη συνέχεια διέταξε την δήμευση όλων των κατασχεθέντων, μεταξύ των οποίων και των δύο αυτοκινήτων με αριθ.

κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. μάρκας FORD WERKE AG και με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. μάρκας DAIMLER CEIRYSLER CHEROKEE που αναφέρονται κατωτέρω, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό και διατακτικό του σχετικά με την δήμευση αυτών -κατά πιστή μεταφορά- τα εξής: " Κατά τη διάταξη του άρθρου 76 του Ν.Π.Κ. , η δήμευση των αντικειμένων της παρ. 1 του άρθρου 68 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης.

Η δήμευση εκτελείται και κατά των κληρονόμων, αν η απόφαση έγινε αμετάκλητη ενόσω ζούσε εκείνος κατά του οποίου απαγγέλθηκε η δήμευση. Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.

Το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει αν αυτά που δημεύτηκαν, επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον ή για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20, 22 και 23 του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου αυτής, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων, τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματος τους, των κινητών και των ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό ή από την αποδοχή και διάθεσή τους, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό, είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 372 του Κ.Π.Δ. , που κυρώθηκε με τον Ν. 4620/2019 και ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019, με την τελειωτική απόφαση το δικαστήριο διατάσσει να αποδοθούν στον ιδιοκτήτη τα πράγματα που αφαιρέθηκαν και τα πειστήρια, όσα κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατάσχεσής τους σύμφωνα με το άρθρο 269. Διατάσσει επίσης τη δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευτούν.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 εδ. α του ΝΠΚ, αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία, που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους.

Αν τα παραπάνω αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμειχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων αντικειμένων.

(2) Δήμευση δεν επιβάλλεται, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη.

Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ανάλογα περιορισμένη δήμευση ή να επιβάλει χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παράγραφο.

(3) Αν τα αντικείμενά ή τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν βρεθεί, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει δήμευση (αναπληρωματική δήμευση) σε ίσης κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αξίας περιουσιακά στοιχεία του δράστη.

(4) Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει δήμευση στα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία των προηγούμενων παραγράφων, επειδή αυτά δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν ή ανήκουν εν όλο ή εν μέρει σε τρίτο, στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση, μπορεί να επιβάλει στον δράστη χρηματική ποινή μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των αντικειμένων αυτών.

(5) Η δήμευση επιβάλλεται σε τρίτο αν τα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάσθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από τον δράστη σε αυτόν ή αν αποκτήθηκαν από αυτόν ή περιήλθαν με άλλο τρόπο σε αυτόν, εφόσον κατά το χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων γνώριζε ότι ενδέχεται να προέρχονται από κακούργημα ή πλημμέλημα εκ δόλου και ότι σκοπό της μεταβίβασής τους ήταν να αποφευχθεί η δήμευση. Η γνώση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, πρέπει να προκύπτει από το συνδυασμό περισσότερων ειδικά αναφερόμενων στην απόφαση του δικαστηρίου περιστατικών, όπως ιδίως ότι η μεταβίβαση ή η απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία ή από εκείνο που θα προέκυπτε, με βάση τη συνήθη πρακτική, στις οικείες βιοτικές σχέσεις. Η δήμευση επιβάλλεται στον τρίτο μόνο εφόσον δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του δράστη δήμευση του ανταλλάγματος που έλαβε για τη μεταβίβαση ή αναπληρωματική δήμευση. Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων, σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης ή σε όποιον ασκεί εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα αυτά

(6) Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν, επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον ή για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του προϊσχύοντος Π.Κ. , όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.4478/2017, αντικείμενα, που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα, που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξεως, μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους".

Με αυτά που διέλαβε η ως άνω προσβαλλόμενη με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, παρεμπίπτουσα απόφαση σχετικά με την επικύρωση της δέσμευσης και τη δήμευση των ως άνω δύο αυτοκινήτων, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή πραγματικά περιστατικά, που απαιτείται να περιλαμβάνει αυτή στην περίπτωση που διατάσσεται η δήμευση των κατασχεθέντων, καθώς και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικάσαν Εφετείο έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα.

Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση καμία παραδοχή από την οποία να προκύπτει, ότι και τα δύο ως άνω αυτοκίνητα, τα οποία δεσμεύτηκαν από τους υπαλλήλους-ελεγκτές του Τελωνείου Λάρισας, αποτελούσαν μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά των αποτελούντων το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, παράνομων ποσοτήτων τσίπουρου που κατασχέθηκαν και ότι για τον λόγο αυτό ήταν υποχρεωτική η δήμευση αυτών, σύμφωνα με τις ειδικότερες ως άνω διατάξεις του ΠΚ και των Ν.2960/2001 και Ν.2969/2001, αλλά ούτε και κάποια κρίση αναφορικά με το γεγονός ότι η κυριότητα του δεύτερου από τα ως άνω οχήματα, με αριθ.

κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. μάρκας DAIMLER CEIRYSLER CHEROKEE, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του συνημμένου στην ως άνω Έκθεση Δέσμευσης, φωτοαντιγράφου της άδειας κυκλοφορίας αυτού, ανήκει -σε ποσοστό 50%- στον υιό του αναιρεσείοντα Α. Α. του Κ. , σε βάρος του οποίου δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ούτε υπάρχει κάποια σχετική παραδοχή στην προσβαλλομένη για την γνώση ή μη αυτού για την τέλεση των ως άνω πράξεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ανωτέρω λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης που διέταξε τη δήμευση των ως άνω δύο αυτοκινήτων, είναι βάσιμος. Πρέπει επομένως και ενόψει της μη ύπαρξης άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνον, ως προς τη διάταξή της περί δήμευσης των δύο αυτ/των: α) με αριθ. κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. μάρκας FORD WERKE AG και β) με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. μάρκας DAIMLER CEIRYSLER CHEROKEE να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της η υπόθεση για νέα, ως προς αυτά, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως.

Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 514 εδ.γ' περ.α' του ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτήν ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα (ΑΠ 751/2023). Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας ενώ κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις παραπάνω πράξεις μεταξύ των οποίων και τη λαθρεμπορία, στην σελ. 55 σειρά 11 αυτής, όπου παρατίθενται οι διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις ανωτέρω πράξεις παρατίθενται για την πράξη της λαθρεμπορίας τα άρθρα 155 παρ.1-β,2ζ, 157 παρ.β-βγ, 159, 160, από προφανή όμως παραδρομή, αμέσως μετά τα άρθρα αυτά, αντί να παρατεθεί ο Ν.2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", που αφορά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, παρατίθεται εσφαλμένα ο Ν.2969/2001 "Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα προϊόντα", που αφορά την έτερη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήτοι την παρασκευή αιθυλικής αλκοόλης χωρίς άδεια απόσταξης, ο οποίος (Ν.2969/2001) παρατίθεται και πάλι αμέσως μετά, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 12α αυτού. Κατόπιν αυτών, θα πρέπει να παρατεθεί στην σελίδα 55 σειρά 11 της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως μετά τα άρθρα "155παρ.1-β,2ζ, 157παρ.β-βγ, 159, 160" αντί του εσφαλμένου "Ν.5969/2001", το ορθό: "Ν.5960/2001".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 70/5-5-2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Β' Βαθμού Λάρισας, και ειδικότερα ως προς τη διάταξή της περί δήμευσης των δύο (2) αυτοκινήτων: α) με αριθ. κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. μάρκας FORD WERKE AG και β)με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. μάρκας DAIMLER CEIRYSLER CHEROKEE.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Παραθέτει στην σελίδα 55 σειρά 11 της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως μετά τα άρθρα "155 παρ.1-β,2ζ, 157 παρ.β-βγ, 159, 160" αντί του εσφαλμένου "Ν. 5969/2001" το ορθό: "Ν.5960/2001"

και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-9-2025 αίτηση του Κ. Α. του Α. , κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 70/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Β' Βαθμού Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ