Legislator Case Law & Legislation
271/2024 AI generated

271/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 271/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2021 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

271/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. του ομώνυμου Δήμου και στη θέση "Τ.-Χ.-Ά. «Α. και το οποίο απέκτησε κατά το ανωτέρω ποσοστό με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το ακίνητο αυτό κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 271 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Ν. και της Α., κατοίκου Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πάτση, που ανακάλεσε την από 31-10-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. το γένος Γ. και Α. Μ., κατοίκου Κ.-Σ. Χ., 2) Ε. Γ. του Ν. και της Α., 3) Ι. Γ. του Ν. και της Α., 4) Ε. Γ. του Ν. και της Α., κατοίκων Χ., 5) Α. χήρας Ε. Γ., το γένος Ε. Κ., 6) Ε. Γ. του Ε. και της Α., 7) Ν. Γ. του Ε. και της Α., κατοίκων Κ. Δ. Κ.-Σ. Χ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς 11467 ΣΤ/19-7-2022, 11463 ΣΤ/15-7-2022, 11432 ΣΤ/7-7-2022, 11436 ΣΤ/8-7-2022, 11468 ΣΤ/19-7-2022, 11470 ΣΤ/19-7-2022 και 11469 ΣΤ/19-7-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Ι. Β. - Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη από 15-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 15/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 70/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, η οποία εκδόθηκε ερήμην αυτής και αφού το, ως Εφετείο, δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

Με την ως άνω 70/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων απορρίφθηκε η από 19-06-2019 αγωγή της αναιρεσείουσας, λόγω της ερημοδικίας της. Με την αγωγή αυτή, η οποία στρεφόταν κατά του Ν. Γ., μετά το θάνατο του οποίου συνέχισαν τη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι κληρονόμοι του, ήδη πρώτη, δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, καθώς και κατά των πέμπτης, έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κυρία σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 230 τ.μ., μετά του εντός αυτού παλαιού πετρόκτιστου ελαιουργείου εμβαδού 170 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Κ.

Σ. του ομώνυμου Δήμου και στη θέση "Τ.-Χ.-Ά. «Α. και το οποίο απέκτησε κατά το ανωτέρω ποσοστό με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το ακίνητο αυτό κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων, κατά την ανήκουσα σε αυτούς ιδανική μερίδα και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος (ΑΠ 1196/2008, ΑΠ 1720/2001).

Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκληρονόμοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή μεταξύ τους των στοιχείων της κληρονομίας και καθένας παίρνει ως αποκλειστικός νομέας στοιχεία αυτής, διότι έκτοτε με γνώση όλων των συγκληρονόμων ο καθένας νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του τα περιελθόντα σ' αυτόν στοιχεία της κληρονομίας (ΑΠ 1152/1998).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2022, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο αποτελεί οικόπεδο, εμβαδού 230 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Κ.

Σ. του Δήμου Κ. Σ., στη θέση Τ. - Χ. - Ά. Α., μετά του παλαιού πετρόκτιστου ελαιουργείου - φάμπρικα, το οποίο συνορεύει βόρειαα με δημόσιο δρόμο, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ι. Γ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία της ενάγουσας και δυτικά με δρόμο και με δύο (2) αποθήκες κληρονόμων Ε.

Ι. Γ., εκ των οποίων η μία βρίσκεται βορειοδυτικά και η έτερη νοτιοδυτικά. Αρχικά το ανωτέρω οικόπεδο ανήκε στον Ι. Γ., ο οποίος είχε τρεις (3) γιους, τον Ν., τον Ε. και τον Α.. Η. ενάγουσα είναι τέκνο του Ν., ενώ ο Ε. αποτελεί πρόγονο των εναγομένων και ειδικότερα αφενός πατέρα του αρχικά εναγομένου Ν. Γ. του Ε., ο οποίος απεβίωσε την 16-9-2019, αφετέρου πεθερό της δεύτερης των εναγομένων, η οποία είχε τελέσει γάμο με τον έτερο υιό του, Ε.

Γ. του Ε. και παππού εκ πατρικής γραμμής των λοιπών εναγομένων, που είναι τέκνα της δεύτερης εναγομένης και του Ε. Γ. του Ε.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1960 επί της στέγης του ως άνω ελαιουργείου, ο Ν. Γ. του Ε. έχτισε οίκημα, στο βόρειο τμήμα αυτής και επιμελήθηκε της ηλεκτροδότησης αυτού, υπογράφοντας σχετική σύμβαση την 7-8-1962, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. ...

έγγραφο της ΔΕΔΔΗΕ, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, ενώ ο Ε. Γ. του Ι. ανήγειρε έτερο οίκημα στο νότιο τμήμα αυτής, το οποίο ηλεκτροδοτήθηκε, επιμελεία του ίδιου την 3-9-1960, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. ...2019 βεβαίωση της ΔΕΔΔΗΕ. Το ίδιο κτίσμα (ανεγερθέν στο νότιο τμήμα της στέγης) διαθέτει παροχή ύδρευσης, δυνάμει σύμβασης καταρτισθείσας με τον Ε.

Γ. του Ε., ήδη πριν από το έτος 2005, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από τους εναγόμενους, υπ' αριθμ. ...2020 έγγραφο της Δ.Ε.Υ.Α. Σ.. Αντίστοιχα, ο πατέρας της ενάγουσας, Ν. Γ. του Ι., το έτος 1928, οικοδόμησε ακίνητο, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη, σε οικόπεδο που έλαβε από την πατρική περιουσία στη θέση ?Μ.?, όπως εκθέτει η ίδια η ενάγουσα στο δικόγραφο της προσθήκης αντίκρουσης που κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης.

Το δε ελαιουργείο, που λειτουργούσε ως το έτος 1962, δεν αποδείχθηκε ότι το συλλειτουργούσε ο προαναφερθείς πατέρας της ενάγουσας μαζί με τα αδέλφια του, συμμετέχοντας στη διαχείριση και συντήρηση αυτού, καθώς από τα προσκομιζόμενα μετ' επίκλησης αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο Ν. Γ. του Ι. άλλοτε κόμιζε τον ελαιόκαρπο για την παραγωγή ελαιόλαδου στο εν λόγω ελαιουργείο, καταβάλλοντας αμοιβή, όπως καταθέτει ο Ν.

Γ. του Ε. (αρχικά εναγόμενος) στην απολογία του που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 662/14-4-2014 απόφαση του Πταισματοδικείου Χανίων, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, ενώ άλλες φορές χρησιμοποιούσε για τον ίδιο λόγο το συνεταιριστικό ελαιουργείο της Κ., σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Ν.

Α., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 60/2019 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων..., τα οποία δεν θα συνέβαιναν αν πράγματι ο ίδιος συνεκμεταλλευόταν το ευρισκόμενο στο επίδικο ακίνητο ελαιουργείο. Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. ...1949 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Χανίων, το οποίο αναγράφει τα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται το εν λόγω ελαιοτριβείο, δεν αναφέρεται ο πατέρας της ενάγουσας Ν.

Γ. του Ι., αλλά, αυτολεξεί: ?οι Α. Ι. Γ.?, ήτοι τα τέκνα του αδελφού του, Ε. Γ. του Ι., δηλαδή ο αρχικά εναγόμενος Ν. Γ. του Ε., ο Ε. Γ. του Ε., σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, καθώς και ο τρίτος υιός του Ε. Γ. του Ι., Ι. Γ. του Ε.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά το έτος 1972, κατά το οποίο, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο πατέρας της Ν.

Γ. του Ι. της δώρισε άτυπα ποσοστό συγκυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, το επέβλεπε και το επιστατούσε και χρησιμοποιούσε το ελαιουργείο ως αποθήκη, τοποθετώντας σε αυτό ζωοτροφές, λιπάσματα και γεωργικά εργαλεία που χρειαζόταν για την καλλιέργεια του παρακείμενου ακινήτου ιδιοκτησίας της, ενώ η διέλευση εκ του επιδίκου προκειμένου η ίδια να μεταβεί στο ανωτέρω ακίνητο κυριότητάς της και αληθής υποτιθέμενη, δεν αποτελεί πράξη νομής η οποία ασκείται διανοία κυρίου και μπορεί να οδηγήσει, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, σε πρωτότυπη κτήση δικαιώματος κυριότητας, αλλά συνιστά πράξη οιονεί νομής.

Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα υπ' αριθμ. ...1989 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Κ. Π. Ζ., δυνάμει του οποίου η ενάγουσα, με τη μητέρα και τις αδελφές της προέβησαν σε διανομή των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας που τους κατέλιπε ο Ν. Γ. του Ι., με την από 10-4-1987 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ...1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατόπιν αίτησης του συμβολαιογράφου Κ.

Αντωνίου Στεφανογιάννη, στον οποίο ο διαθέτης είχε εγχειρίσει τη διαθήκη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...1967 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, ουδόλως αναφέρεται το επίδικο ακίνητο. Αν οι ως άνω εκτιθέμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί ήταν αληθείς, στη διανεμηθείσα κληρονομιαία περιουσία θα περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο.

Σημειώνεται δε ότι στο εν λόγω διανομής, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του όμορου ακινήτου από τη μητέρα της ενάγουσας, αναγράφεται ρητά ότι το δυτικό σύνορο του ακινήτου αποτελεί ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Γ.. Δεκαετίες αργότερα, κατόπιν υποβολής αίτησης της συμβολαιογράφου Χ. Γ., δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 41/11-4-2013 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Χανίων, έτερη διαθήκη του πατέρα της ενάγουσας Ν.

Γ. του Ι., που φέρει την αυτή ημερομηνία σύνταξης με την αρχική, ήτοι 10-4-1967, κατά το κείμενο της οποίας ο διαθέτης καταλείπει στην ίδια δικαίωμα συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ελαιουργείου - φάμπρικα. Η ως άνω μεταγενέστερα εμφανισθείσα διαθήκη εγχειρίστηκε στην ως άνω συμβολαιογράφο από την ενάγουσα.

Μάλιστα, η ενάγουσα προέβη σε αποδοχή κληρονομίας με βάση τη μεταγενέστερη αυτή διαθήκη, μετά την άσκηση της αρχικά ασκηθείσας υπ' αριθμ. 549/13-7-2012 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή, συνταχθείσας από το γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χανίων της υπ' αριθμ. ...2014 έκθεσης αποδοχής κληρονομίας, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κ.

με Α.Μ.. .... Επομένως, ο πατέρας της ενάγουσας Ν. Γ. του Ι., φέρεται να συνέταξε την ίδια ημέρα (10-4-1967), δύο διαθήκες, την μία εκ των οποίων, λίγες ημέρες αργότερα, ήτοι την 25-4-1967, ενεχείρισε στο συμβολαιογράφο Κ. Α. Σ., ενώ την έτερη, στην οποία γίνεται αναφορά στο ελαιουργείο, παρέδωσε η ενάγουσα στη συμβολαιογράφο Χ.

Γ. και η τελευταία προσκόμισε αυτή στο Ειρηνοδικείο Χανίων, χωρίς φάκελο, το έτος 2013. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αρχικά εναγόμενος Ν. Γ. του Ε. για κάποια χρόνια χρησιμοποίησε την οικία που οικοδόμησε στη στέγη του ελαιουργείου ως κατοικία και ακολούθως ως αποθήκη, ενώ ως αποθήκη χρησιμοποιούσε και το ισόγειο και μέρος της φάμπρικας ως στάβλο.

Ο Ε. Γ. του Ε., κατοικούσε μαζί με την οικογένειά του στην οικία που ανεγέρθη άνωθεν του ελαιουργείου και στο νότιο τμήμα μέχρι το θάνατό του το έτος 2012 και χρησιμοποιούσε ως αποθήκη το ισόγειο και τμήμα της φάμπρικας, ενώ τα ίδια ισχύουν και για τη σύζυγο και τα τέκνα του, δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εφεσιβλήτων, δηλαδή και οι τελευταίοι μετά το θάνατό του συνέχισαν να χρησιμοποιούν ως κατοικία το κτίσμα άνωθεν του νοτίου τμήματος του ελαιουργείου και ως αποθήκη το ισόγειο και τμήμα της φάμπρικας.

Τα ως άνω αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. ...2019 ένορκη βεβαίωση του ηλικιωμένου (γεννηθέντα το έτος 1928) Γ. Κ., που συνδέεται με συγγενικό δεσμό με όλους τους διαδίκους, ο οποίος επισκεπτόταν τη θέση που βρίσκεται το επίδικο κάθε έτος, αρκετές φορές, καθώς εκεί υπήρχε η περιουσία της συζύγου του, ενώ από το έτος 1985 εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Τ., σε οικία που βρίσκεται δίπλα στη φάμπρικα.

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι στον τίτλο κτήσης των κυρίων του ακινήτου που συνορεύει με το επίδικο από τη νοτιοδυτική πλευρά αυτού, ήτοι στην υπ' αριθμ. ...1980 συμβολαιογραφική πράξη κληρονομίας του συμβολαιογράφου Κ. Ι. Σ. των κληρονόμων Α. Γ., αναγράφεται ως βορειοανατολικό σύνορο η οικία του Ε. Γ.. Επίσης, στην υπ' αριθμ. .../1943 συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης, λόγω δωρεάς, του ακινήτου που αποτελεί το ανατολικό σύνορο του επιδίκου (κληρονόμων Π.

Κ.), αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει (από τη δυτική πλευρά του) με οικία Ε. Γ.. Τέλος, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...2002 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χανίων Ν. Σ., που έχει ως αντικείμενο έτερο ακίνητο που βρίσκεται στο ανατολικό σύνορο του επιδίκου, αυτό συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία Γ.

Ε. και Γ. Ν..

Συνεπώς, σε κανένα από τους τίτλους κτήσης των ακινήτων που συνορεύουν με το επίδικο δεν αναγράφεται ως ιδιοκτήτρια η ενάγουσα ή ο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δικαιοπάροχος πατέρας της Ν. Γ. του Ι.. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη Α. χήρα Ε. Γ. αναγράφει το επίδικο στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9), όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ' επίκλησης βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης που έχει δηλωθεί ως την 19-12-2017.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προσκομίζουν μετ' επίκλησης την υπ' αριθμ. .../2020 δήλωση ένταξης για την τακτοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος που ανεγέρθηκε στο βόρειο τμήμα της στέγης του ελαιουργείου, σύμφωνα με το Ν. 4495/2017, κατόπιν αίτησης των κληρονόμων του αρχικά εναγομένου Ν. Γ. του Ε. και ήδη εφεσιβλήτων.

Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο πατέρας της ενάγουσας δεν ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και για είκοσι έτη αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του, ήτοι την 26-3-1975, με διάνοια συγκυρίου κατ' ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαιρέτου, έτσι ώστε να έχει καταστεί συγκύριος κατά το αντίστοιχο ποσοστό του επιδίκου, κατά το χρόνο του θανάτου του.

Επομένως, το ως άνω ιδανικό μερίδιο δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του και συνεπώς η ενάγουσα δεν απέκτησε το εν λόγω ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και δη με τη μεταγραφή της υπ' αριθμ. ...2014 έκθεσης αποδοχής κληρονομίας του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χανίων, στην οποία προέβη με βάση την από 10-4-1967, μεταγενέστερα εμφανισθείσα, ιδιόγραφη διαθήκη του πατρός της.

Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το έτος 1972 έως την επικαλούμενη με την αγωγή αποβολή της από το επίδικο, με την τοποθέτηση καγκελοπορτών με κλειδαριές, το έτος 2012, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, με διάνοια συγκυρίας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να μην απέκτησε συγκυριότητα κατά το προαναφερθέν ποσοστό, με βάση την έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο βρισκόταν στη συννομή του αρχικά εναγομένου Ν. Γ. του Ε. και του Ε. Γ. του Ε., συζύγου της δεύτερης εφεσίβλητης και πατέρα των τρίτου και τέταρτου των εφεσιβλήτων, από το έτος 1959 μέχρι τα έτη που απεβίωσαν, 2019 και 2012 αντίστοιχα και ακολούθως, μετά το θάνατο του Ε. Γ. στους ανωτέρω εφεσίβλητους, με έννομη συνέπεια οι εναγόμενοι να απέκτησαν πρωτοτύπως δικαίωμα συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου δια εκτάκτου χρησικτησίας, νεμόμενοι τούτο, προσμετρούμενου του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 1051 ΑΚ), για το ως άνω χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα είκοσι έτη, συνεχώς και αδιάλειπτα, ενεργώντας επ' αυτού της προσιδιάζουσες στην κατά προορισμό φύση του πράξεις νομής και κατοχής, όπως εκτέθησαν ανωτέρω.

Η ενάγουσα συνομολογεί ότι ο Ν. Γ. του Ν. και το Ε. Γ. του Ν. ανήγειραν τα ως άνω κτίσματα στη στέγη του ελαιουργείου και μάλιστα εκθέτει τούτο η ίδια στο δικόγραφο της αγωγής, υπολαμβάνοντας ότι το ελαιουργείο αποτελεί αυτοτελές πράγμα σε σχέση με τις αναγερθείσες στη στέγη του οικίες. Αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω έχει λάβει χώρα σύσταση οριζόντιας κατ' ορόφους ή κατ' έκταση (κάθετης) ιδιοκτησίας και επομένως οτιδήποτε έχει αναγερθεί στο επίδικο οικόπεδο, έκτασης 230 τ.μ., ήτοι το ελαιουργείο και οι οικίες στη στέγη αυτού, αποτελεί συστατικό του εδάφους, καθώς τυγχάνει σταθερά συνδεδεμένο με αυτό (άρθρ. 954 παρ. 1 ΑΚ) και ακολουθεί τη νομική τύχη του οικοπέδου, κατά την αρχή του ρωμαϊκού δικαίου τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις (superficies solo cedit)...

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένου δεκτού και του ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας των εναγομένων με βάση την έκτακτη χρησικτησία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, αφού εξαφάνισε, όπως προαναφέρθηκε, την απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, που είχε εκδοθεί ερήμην της ενάγουσας-εκκαλούσας και είχε απορρίψει την αγωγή της λόγω της ερημοδικίας της, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της τελευταίας.

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και έτσι όπως έκρινε με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ι. Γ., ο οποίος, όπως, εμμέσως, πλην σαφώς, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κληρονομήθηκε από τους τρεις γιους του και συγκεκριμένα από τον Ν. (πατέρα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας), τον Α. και τον Ε., ο οποίος ήταν πατέρας του αρχικού πρώτου εναγομένου Ν.

Γ. του Ε. (μετά το θάνατο του οποίου συνέχισαν τη δίκη οι ήδη τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι) και πεθερός της δεύτερης των εναγομένων (που ήταν σύζυγος του έτερου υιού του Ε. Γ. του Ε.) και παππούς από την πατρική γραμμή των λοιπών εναγομένων (ήδη τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων) και επομένως δημιουργήθηκε λόγω της κληρονομικής αυτής διαδοχής κοινωνία δικαιώματος μεταξύ των ως άνω τριών αδελφών στο επίδικο ακίνητο σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δέχθηκε στη συνέχεια ότι τα δύο τέκνα του, εκ των τριών αδελφών, Ε.

Γ. του Ι., Ν. Γ. και Ε. Γ. νέμονταν από κοινού το επίδικο ακίνητο από το έτος 1959 μέχρι το θάνατό τους το 2019 και 2012 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα, και προσμετρώντας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου και πατέρα τους Ε. Γ., να καταστούν (συγ)κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς παράλληλα να δεχθεί ότι μεταξύ των τριών αδελφών Ν., Α.

και Ε. είχε προηγηθεί άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Ι. Γ. και ότι είχε περιέλθει με τη διανομή αυτή στον Ε. Γ. το επίδικο ακίνητο, ή ότι ο Ε. Γ. ή τα τέκνα του Ν. και Ε. είχαν γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο στους άλλους δύο αδελφούς Ν. και Α. ότι νέμονται το επίδικο αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό και ως κύριοι αυτού.

Και, τούτο, διότι, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, μόνο υπό τις αμέσως ανωτέρω προϋποθέσεις μπορούσαν ο Ν. Γ. και ο Ε. Γ. να καταστούν (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού διαφορετικά και εν ελλείψει των εν λόγω προϋποθέσεων, όπως συνέβη εν προκειμένω, νεμόμενοι οι ανωτέρω, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη, από κοινού το επίδικο ακίνητο, θεωρούνται ότι νέμονται αυτό στο όνομα και για λογαριασμό και των υπολοίπων αδελφών και κληρονόμων του Ι.

Γ., Ν. και Α. Γ.. Αρκέστηκε, επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι παρέλκει πλέον η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 15/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ