271/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated271/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχτηκε, κατά τις σχετικές παραδοχές του, που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του ήδη θανόντος Β. Μ., (πρώτου αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη για τον προεκτεθέντα λόγο) οδηγού με αρ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 271 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 271/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Χ., που δεν παραστάθηκε και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 22-11-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Β. Μ. του Χ. (1ος) απεβίωσε προ της άσκησης της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μίζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητoύν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 παρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι η αναίρεση που ασκήθηκε στο όνομα προσώπου που έχει πεθάνει κατά το χρόνο άσκησής της είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσείουσας Δημήτριο Παπαδόπουλο, ο οποίος εκπροσώπησε και τον πρώτο αναιρεσείοντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, από ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του ληξιαρχείου Δ.Ε. Εγνατίας Δήμου Μετσόβου προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων αποβίωσε την 22-12-2019, δηλαδή πριν την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, που κατατέθηκε στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 2-6-2020.
Επομένως ως προς αυτόν πρέπει η αίτησης αναίρεσης να απορριφθεί. Η κρινόμενη από 5-5-2020 (αρ. κατ.14/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 259/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο ( αρθ. 614 παρ.6 Κ.Πολ.Δ.
όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όσον αφορά στην δεύτερη αναιρεσείουσα. Επομένως, ως προς αυτήν πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, από 10-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 345/2017 αγωγή του ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, στρεφόμενος κατά του Β. Μ. και της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." ισχυρίστηκε ότι, την 24-12-2014, ο πρώτος εναγόμενος, ήδη αποβιώσας, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, προξένησε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή και συγκεκριμένα την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε αυτός (ενάγων), με αποτέλεσμα τον, συνεπεία αυτής, τραυματισμό του. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, μετά την εν μέρει τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο ο κάθε ένας να του καταβάλουν το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 242.208,89 ευρώ ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 202/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις (η από 23-11-2018 και με αρ. κατάθεσης 73/2018 έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων και η από 20-12-2018 με αριθμό κατάθεσης 4/2019 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος), ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, απέρριψε την πρώτη έφεση και δέχτηκε την δεύτερη έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στον ενάγοντα μεγαλύτερα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και χρηματικής, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., παροχής, από τα επιδικασθέντα σε αυτόν πρωτοδίκως .
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχτηκε, κατά τις σχετικές παραδοχές του, που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του ήδη θανόντος Β. Μ., (πρώτου αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη για τον προεκτεθέντα λόγο) οδηγού με αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και ότι αποτέλεσμα αυτού ήταν ο τραυματισμός του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος υπέστη τις στην απόφαση αναφερόμενες σωματικές βλάβες.
Ειδικότερα δέχτηκε τα παρακάτω: "Την 24-12-2014 και περί ώρα 07.30 πμ ο ενάγων Β. Κ.. οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του. εκινείτο επί της Επ.Ο ...-Αγίας Κυριακής με κατεύθυνση την Πάργα, ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος Β. Μ.. οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ αυτοκίνητο. ιδιοκτησίας του. ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "....". εκινείτο επί της αυτής οδού με κατεύθυνση την Αγία Κυριακή. Επί της ως άνω οδού, πλάτους 7.30 μέτρων, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, επισυνέβη τροχαίο ατύχημα το οποίο οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες [...].
Ειδικότερα, ο εναγόμενος κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα περί τα 80-90 χ/ω, αντί της επιτρεπομένης των 50χ/ω. κουρασμένος και σε κατάσταση υπνηλίας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κανονικώς εκινείτο ο ενάγων, με αποτέλεσμα την σφοδρή μετωπική σύγκρουση των οχημάτων.
Μετά ταύτα ο ενάγων διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γ. Νοσοκομείου Πρέβεζας, όπου διεγνώσθη ότι υπέστη επίμηκες κάταγμα στέρνου, κάταγμα αριστερής κλείδας, κατάγματα πρόσθιων τμημάτων πλευρών (ΔΕ). μικρή αιμορραγική] πνευμονική θλάση (ΔΕ) κάτωθεν των καταγμάτων, κάταγμα έσω σφυρού (ΔΕ) και διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής.
Την 29-12-2014 έλαβε εξιτήριο από την ορθοπεδική κλινική με οδηγίες για επανεξέταση. Εν συνεχεία την 2-2- 2015, την 16-03-2015 και την 4-05-2015 έλαβαν χώρα νέες εξετάσεις στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. Άρτας, όπου και συνεστήθη αποχή από την εργασία του έως την 8-05-2015. Τα ανωτέρω κατάγματα επροκάλεσαν στον ενάγοντα μετατραυματική αρθρίτιδα, λόγω της οποίας ανεγνωρίσθη ποσοστό αναπηρίας 25%.
κατά ιατρική πρόβλεψη από την 16-05-2016 έως την 31-05- 2018 (βλ. την από 16-09-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας της προϊσταμένης της Δ/νσης αναπηρίας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ελ. Νιαρχάκου) ... Επίσης αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργαζόταν, προ του τραυματισμού του, ως υπάλληλος και δη με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου με βαθμό Δ' του κλάδου ΔΕ οδηγών στην ΠΕ Θεσπρωτίας, λόγω δε της ανικανότητας προς εργασία από την 24-12-2014 έως την 6-06-2015 απώλεσε μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το ποσόν των 2.207,20 ευρώ.
Στην συνέχεια σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Πέραν τούτου ο ενάγων υπέστη ένεκα της τελεσθείσης αδικοπραξίας ηθική βλάβη, λόγω της οποίας η εύλογη χρηματική ικανοποίηση η οποία πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη τις εν γένει συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τον βαθμό αμέλειας του υπαίτιου οδηγού, το ψυχικό άλγος και την ταλαιπωρία, την οποία υπέστη καθώς επίσης την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (πλην εννοείται της ασφαλιστικής εταιρείας) ανέρχεται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 40.000 ευρώ (40.000-30 ευρώ για την παράσταση πολιτικής αγωγής στα ποινικά δικαστήρια)".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή, με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 40.000 ευρώ υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ.1 (εδάφ.
δ') του Συντάγματος, άρθρου 1 πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 932 του ΑΚ, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο, όμως, είναι υπερβολικό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του ". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015 Α.Π.774/2007).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εκ των ανωτέρω ιατρικών εγγράφων και πιστοποιητικού αναπηρίας σαφώς στοιχειοθετείται η έννοια της αναπηρίας κατ' άρθρο 931 Α.Κ., ιδιαίτερα σημαντική για το μέλλον του ενάγοντος, ηλικίας τότε 44 ετών εν όψει του επαγγελματικού προσανατολισμού.( υπάλληλος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου με βαθμό Δ του κλάδου ΔΕ οδηγών στην ΠΕ Θεσπρωτίας).
Συνεπώς πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν ως εύλογη αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. Ειδικότερα, αν και, όπως έχει εκτεθεί ήδη κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, δέχτηκε ότι συνεπεία του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ο αναιρεσίβλητος υπέστη μετατραυματική αρθρίτιδα, λόγω της οποίας αναγνωρίστηκε σε αυτόν ποσοστό αναπηρίας 25% κατά ιατρική πρόβλεψη για το χρονικό διάστημα από 16-5-2016 έως 31-5-2018 και ότι αυτός κατέστη ανίκανος προς εργασία για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του μέχρι 6-6-2015, δηλαδή περιστατικά, τα οποία δεν αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ και τα οποία δεν πληρούν το πραγματικό της, αφού δεν αναφέρεται σε μόνιμη και διαρκή αναπηρία, έχουσα επίδραση στο μέλλον του ενάγοντος, αλλά σε τέτοια εμφανιζόμενη για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μη φέρουσα μόνιμο δυσμενή χαρακτήρα, εντούτοις εσφαλμένα τα υπήγαγε στο πραγματικό της άνω διατάξεως και εσφαλμένα προέβη στην εφαρμογή της με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Έτσι όμως το δικαστήριο παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε σε αυτή, την οποία εφάρμοσε, καίτοι δεν ήταν εφαρμοστέα.
Συνεπώς, ο δεύτερος, αληθώς, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου από τον αριθμό 1,19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγου, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (δεύτερου που έγινε δεκτός) και αφορά κατά το ίδιο κεφάλαιο την αναιρεσιβαλλόμενη που πλήττεται με τον λόγο αυτό. Κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο δεύτερη αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Αναιρεί την 259/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο δεύτερη αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ