Legislator Case Law & Legislation
271/2020 AI generated

271/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 271/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4649/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 613/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 247/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του.

Legislator headnote

AI generated

271/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 2-5-2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου νόμιμα φέρεται για περαιτέρω συζήτηση η ένδικη, από 15-12-2017, αίτηση αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο της 4-2-2019,κατά την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 247/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έκανε δεκτή τη δήλωση εξαίρεσης της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης (άρθρα 52 παρ.1, 55 παρ.1 και 4 και 307 του ΚΠολΔ ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 271 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θωμά Γκατζογιάννη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. Κ., 2) Π. Μ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χάρη Ιεροδιακόνου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κάτοικος ... και όχι ... όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4649/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 613/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 247/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, Εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Μαχαίρας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2-5-2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου νόμιμα φέρεται για περαιτέρω συζήτηση η ένδικη, από 15-12-2017, αίτηση αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο της 4-2-2019,κατά την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 247/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έκανε δεκτή τη δήλωση εξαίρεσης της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης (άρθρα 52 παρ.1, 55 παρ.1 και 4 και 307 του ΚΠολΔ ).

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η με αριθμό 613/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκαν η από 25-8-2011 έφεση των αναιρεσειόντων, καθώς και η από 22-8-2014 αντέφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθμό 4649/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος που με αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-7-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου σε βάρος τους, με την οποία, επικαλούμενος προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους τους με συκοφαντικούς ισχυρισμούς, είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είχαν υποχρεωθεί αυτοί να του καταβάλουν το ποσό των 25.000€ και 8.000€ αντιστοίχως έκαστος, καθώς και να παραλείπουν κάθε μελλοντική προσβολή της τιμής και της υπόληψής του, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά ασκήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 569 ΚΠολΔ και οι από 26-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί, ότι με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013 ).

Αντίθετα με άλλες αποφάσεις του έχει δεχτεί ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Κατά την άποψη αυτή επιβάλλεται το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτή με απόλυτα αιτιολογημένη απόφασή του (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015, 215/2013). Ήδη με την υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ.

β εδαφ. 3 ΚΠολΔ, διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρ.560 αριθ.1), καθώς και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου και με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα, διότι δέχτηκε την κατάφαση της αστικής ευθύνης αυτών έναντι του αναιρεσίβλητου για παράνομη και υπαίτια από μέρους τους προσβολή της προσωπικότητας του, με συκοφαντικούς ισχυρισμούς, ενώ έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με τις επικαλούμενες αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες αθωώθηκαν για τις αναφερόμενες σ' αυτές αξιόποινες πράξεις, που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητάς τους, που απορρέει από τις ποινικές αυτές αποφάσεις.

Ερευνητέο στο πλαίσιο των άνω λόγων αναίρεσης είναι εάν με την αναγνώριση της αστικής ευθύνης των αναιρεσειόντων έναντι του αναιρεσίβλητου παραβιάστηκε ή όχι το τεκμήριο αθωότητάς τους, που απορρέει από τις επικαλούμενες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις. Το ίδιο ζήτημα, κατά τα προαναφερόμενα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί των παραπάνω λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, αλλά και των λοιπών λόγων τους, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 15-12-2017 αίτησης, καθώς και των από 26-12-2018 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 613/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ