271/2016 · 271/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 271 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλ...
Full Text of the Judgment · 271/2016
Απόφαση 271 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: κοινοπραξίας με την επωνυμία "....", με έδρα την …, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και των μελών εταιρειών αυτής: 1) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη …, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και με διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΟΣΕ Α.Ε., η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ντάκουρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η απόφαση 745/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις §§ 1 και 2 του άρθρου 53 του ν. 3669/2008, " § 1. Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών...". § 2. Η πραγματοποίηση τόσο των τμηματικών πληρωμών όσο και της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθώς και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εργολαβική σύμβαση, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις", ενώ κατά τις §§ 8 και 9 του ίδιου άρθρου, (όπως η παράγραφος 8 είχε πριν από την πρόσφατη τροποποίηση της με το άρθρο 134 παρ. 3 ν. 4070/2012) "§ 8. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη Διευθύνουσα Υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα σε έναν (1) μήνα. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες, σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με διαταγή της προς τον ανάδοχο, επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του. Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή, ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο έλεγχος του λογαριασμού μπορεί να γίνει από συνεργείο της υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχει ο επιβλέπων το έργο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό, βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών, που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης. Ο λογαριασμός, μετά τον έλεγχο, εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Η έγκριση του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντος. § 9. Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέρα του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 (ΦΕΚ Α' 38) και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση". Όσον αφορά δε, ειδικότερα, το ύψος του τόκου, με το ως άνω άρθρο 4 π.δ. 166/2003, (με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 2000/35), ορίζεται ότι "Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ["επιτόκιο αναφοράς"] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ["περιθώριο "], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει - μεταξύ των άλλων - ότι σε περίπτωση υποβολής λογαριασμού από τον ανάδοχο του έργου, η Διευθύνουσα Υπηρεσία υποχρεούται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή του να προβεί στον έλεγχο αυτού και είτε να τον εγκρίνει όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκριση του, είτε να προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια έγκριση του ή, αν είναι δυσχερής η διόρθωση, να τον επιστρέψει στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή. Αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, δηλαδή η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν προβεί σε καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, ο λογαριασμός θεωρείται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αυτοδικαίως εγκεκριμένος, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τροποποιήσει τον λογαριασμό αυτό (βλ.σχετ. Α.Ε.Δ. 8/2004). Σε περίπτωση δε καθυστέρησης της πληρωμής χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται αυτοδικαίως ο τόκος υπερημερίας από το χρόνο υποβολής της σχετικής οχλήσεως και με το επιτόκιο που ορίζεται από το άρθρο 4 παρ. 4 π.δ. 166/2003. Εξάλλου, κατά το άρθρο 425 ΑΚ, κατά το οποίο, "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαίτησης, με την έκδοση εξοφλητικής απόδειξης ή τιμολογίου από το δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση,-τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας - εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 425 ΑΚ, και βαρύνουν τον οφειλέτη, στην περίπτωση δε που ο δανειστής έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 έπ. ΑΚ), εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο οφειλέτης, ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 425 ΑΚ, με την οποία ορίζεται διαφορετικά Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Φόρος", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ" αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ" αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έτσι, καταβολή Φ.Π.Α. εκ μέρους του εργοδότη νοείται μόνο για το ποσό της αμοιβής του εργολάβου για το οποίο εκδόθηκαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ή θεωρημένες αποδείξεις από την αρμόδια ΔΟΥ (ΑΠ 659/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: "Ύστερα από διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, η ενάγουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) Κοινοπραξία αναδείχθηκε μειοδότρια του έργου "Ανακαίνιση σιδηροδρομικής γραμμής και κατασκευή ηλεκτροκίνησης - σηματοδότησης - τηλεδιοίκησης στο τμήμα Πειραιά - Αθήνα - Τρεις Γέφυρες - ΣΚΑ - Αχαρνές - Τρεις Γέφυρες - Άνω Λιόσια (Σύνδεση με ΣΓΥΤ-ΣΚΑ Κορίνθου)". Η κατακύρωση εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) - κυρίας του έργου, και στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ της τελευταίας και της αναδόχου Κοινοπραξίας η 994/2005 σύμβαση εκτέλεσης του υπόψη έργου, προϋπολογισμού 159.884.144,45 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Ο συμβατικός χρόνος εκτέλεσης του υπόψη έργου ορίστηκε σε 8 μήνες, αλλά παρατάθηκε διαδοχικά, και τελικά, ως ημερομηνία ολοκληρώσεως του ορίστηκε η 31.10.2010. Σε εκτέλεση της σύμβασης και της ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα Κοινοπραξία ως προκαταβολή το 10% της συμβατικής αξίας του έργου, δηλαδή 15.984.414,45 ευρώ. Λόγω ωστόσο προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την εκτέλεση του έργου, με την 4662/2011 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα Κοινοπραξία στις 2.3.2011, αποφασίστηκε η οριστική διακοπή των εργασιών και έτσι, η σύμβαση λύθηκε (άρθρο 48 παρ.1 π.δ.609/1985). Προηγουμένως, και συγκεκριμένα, στις 6.5.2008, 2.2.2009, 3.3.2009, 10.4.2009, 4,5.2009 και 3.6.2009 η ενάγουσα Κοινοπραξία είχε υποβάλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου προς έλεγχο και πληρωμή τους 33°, 42°, 43°, 44ο, 45° και 46° λογαριασμούς, αντίστοιχα, με τις σχετικές πιστοποιήσεις των εργασιών, οι οποίες είχαν εκτελεστεί τον Απρίλιο του έτους 2008, και τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2009 αντίστοιχα. Οι παραπάνω λογαριασμοί ανέρχονταν, χωρίς τον οφειλόμενο κατά το νόμο Φ.Π.Α. (19%), σε 3.404.344,14 ευρώ, 2.524.709,24 ευρώ, 1.375.690,83 ευρώ, 1.121.525,56 ευρώ, 441.440,89 ευρώ και 402.081,97 ευρώ αντίστοιχα. Από τα ποσά αυτά έπρεπε να παρακρατηθούν και παρακρατήθηκαν για απόσβεση μέρους της προκαταβολής, που είχε καταβάλει η εναγομένη, και των τόκων αυτής α) (305.402,68 + 38.073,74) 343.476,42, β) (217.097,84 + 33.903,41) 251.001,25, γ) (126.852,32 + 8.167,21) 135.019,53, δ) (104.568,27 + 19 652,66) 124.220,93, ε) (40.404,81 + 14.191,50) 55.596,31 και στ) (30.011,30 + 13.412,69). 43.423,99 ευρώ αντίστοιχα. Έτσι απέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή στην ενάγουσα Κοινοπραξία α) 3.060.867,7, β) 2.273.708, γ) 1.240.671,3, δ) 997.304,6, ε) 385.844,58 και στ) 358.657,98 ευρώ αντίστοιχα. Για τα ποσά αυτά και τον οφειλόμενο Φ.Π.Α. η ανάδοχος εξέδωσε ισόποσα τιμολόγια και τα υπέβαλε αρμοδίως μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά προς πληρωμή. Η εναγομένη όμως καθυστερούσε κάθε φορά την πληρωμή των εν λόγω λογαριασμών πέραν του διμήνου από την υποβολή τους, χωρίς υπαιτιότητα της αναδόχου. Γι' αυτό η τελευταία κατέθεσε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία στις 15.7.2008, 8.4.2009, 4.5.2009, 11.6.2009, 6.7,2009 και 5.8.2009 αντίστοιχα σχετική έγγραφη όχληση, ζητώντας την εξόφληση τους με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία της όχλησης. Τελικά πάντως η εναγομένη, αφού στις 23.5.2009 κατέβαλε στην ανάδοχο 1.300.000 ευρώ έναντι του 42ου λογαριασμού, εξόφλησε τους εν λόγω λογαριασμούς κατά κεφάλαιο και Φ.Π.Α. στις 26.8.2008, 30.8.2009, 30.8.2009, 30.8.2009, 30.8.2009 και 30.8.2009 αντίστοιχα, χωρίς όμως να καταβάλει στην ενάγουσα και τους οφειλόμενους μέχρι τότε σ' αυτήν τόκους υπερημερίας. Οι τόκοι αυτοί, οι οποίοι είναι επίδικοι στην προκείμενη υπόθεση, υπολογιζόμενοι με το επιτόκιο του άρθρου 4 παρ. 4 π.δ. 166/2003, δηλαδή με 11,25% από 16.7.2008, 8,25% από 9.4.2009 και 8% από 13.5.2009 (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος) ανέρχονταν σε α) 43.617,85 ευρώ, β) 44.190,14 ευρώ, γ) 32.257,45 ευρώ, δ) 17,508,23 ευρώ, ε) 4.630,13 ευρώ και στ) 1.992,54 ευρώ αντίστοιχα, και συνολικά, σε 144.196,34 ευρώ, ποσό το οποίο υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Σημειώνεται ότι οι ενάγουσες ζητούν μεγαλύτερα ποσά τόκων για κάθε ένα από τους παραπάνω λογαριασμούς, διότι στο ποσό της απαίτησης τους συμπεριλαμβάνουν και τον Φ.Π.Α. (19%), ο οποίος όμως, όπως βάσιμα προβάλλεται από την εναγομένη, δεν αποτελεί περιεχόμενο του οικείου λογαριασμού και ούτε αποδεικνύεται ότι είχε αποδοθεί στο Δημόσιο πριν από την εξόφληση του αντίστοιχου λογαριασμού, αφού από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τις ενάγουσες σχετικά έγγραφα (περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και αποδεικτικά καταβολής) δεν προκύπτει ότι αυτά αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς και ότι έχει καταβληθεί ο οφειλόμενος για κάθε ένα ποσό Φ.Π.Α. (τα αποδεικτικά καταβολής αφορούν κατά πολύ μικρότερα του οφειλόμενου Φ.Π.Α. ποσά). Η εναγομένη, ενώ δεν αμφισβητεί τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν αναφορικά με το ύψος των επίδικων λογαριασμών, τις ημεροχρονολογίες οχλήσεως της από την ανάδοχο, τους χρόνους της εξοφλήσεως των λογαριασμών και το ύψος του επιτοκίου των τόκων υπερημερίας, αρνείται κατά τα λοιπά την αγωγή και ισχυρίζεται περαιτέρω επικουρικά ότι, σε κάθε περίπτωση, έχει απομείνει αναπόσβεστο υπόλοιπο της προκαταβολής, ποσού 6.360.345,55 ευρώ, πλέον δεδουλευμένων τόκων και τόκων υπερημερίας από 3.9.2011, από την παρέλευση δηλαδή 6 μηνών, αφότου κοινοποίησε στην ενάγουσα την προαναφερόμενη 4662/2011 απόφαση για διακοπή των εργασιών και λύση της σύμβασης, την ανταπαίτησή της δε αυτή προτείνει σε συμψηφισμό προς την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας κατά το μέρος που αυτές καλύπτονται... Η ένσταση αυτή είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και συνομολογείται ρητά από τις ενάγουσες. Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας Κοινοπραξίας, συμπεριλαμβανομένων των τόκων επιδικίας, εφόσον υπερκαλύπτεται από την παραπάνω ανταπαίτησή της εναγομένης, αποσβέστηκε αναδρομικά από τότε που οι δύο απαιτήσεις συνυπήρξαν, δηλαδή αφότου κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η απόφαση της εναγομένης για διακοπή των εργασιών και λύση της σύμβασης (2.3.2011) και όφειλε να επιστρέψει η ενάγουσα την προκαταβολή. Αφού δε οι δύο ομοειδείς αυτές απαιτήσεις, κατά το μέτρο που αλληλοκαλύπτονται, αποσβέστηκαν αναδρομικά από τον παραπάνω χρόνο, από τον ίδιο χρόνο ήρθη και η υπερημερία των διαδίκων και έπαυσε η υποχρέωση τους για τόκους, συμβατικούς ή υπερημερίας, ενώ διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας και οφείλονται τόκοι για το χρόνο που προηγήθηκε. Επομένως, οι ισχυρισμοί των διαδίκων ότι για την απαίτηση κάθε πλευράς οφείλονται τόκοι υπερημερίας και μετά το παραπάνω χρονικό σημείο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγουσες ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη από αυτές για τόκους υπερημερίας συνολικά 180.855,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού από την ημερομηνία εξόφλησης του αντίστοιχου λογαριασμού. Με το να μη υπολογίσει το Εφετείο και να μη συμπεριλάβει στους επίδικους τόκους υπερημερίας τα ποσά του αναλογούντος (στην εργολαβική αμοιβή) Φ.Π.Α., με την αιτιολογία ότι ο Φ.Π.Α. δεν αποτελεί περιεχόμενο του οικείου λογαριασμού και ούτε αποδεικνύεται ότι είχε αποδοθεί στο Δημόσιο πριν από την εξόφληση του αντίστοιχου λογαριασμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.3669/2008, του π.δ. 166/2003 και του ν.2859/2000. Τούτο διότι, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ενάγουσα κοινοπραξία-εργολάβος είχε προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που την υποχρέωναν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, (εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου), η τελευταία είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δικαίωμα να ζητήσει από τον εργοδότη αυτόν (Φ.Π.Α.). Κατά συνέπεια, η αναιρεσίβλητη, μετά τις προαναφερθείσες σχετικές έγγραφες οχλήσεις εκ μέρους της κοινοπραξίας - εργολάβου (στις 15.7.2008, 8.4.2009, 4.5.2009, 11.6.2009, 6.7.2009 και 5.8.2009), κατέστη υπερήμερη και για την καταβολή του αναλογούντος (στην εργολαβική αμοιβή της τελευταίας) Φ.Π.Α., το ποσό του οποίου και έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των επίδικων τόκων υπερημερίας. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά, κατ' άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, (που αφορούν την υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ), από τον Εισηγητή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, (η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά το ως άνω μη επιδικασθέν ποσό των τόκων), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά μόνο με τη διάταξή της που αφορά το ύψος της επίδικης απαίτησης των εναγουσών - αναιρεσειουσών (και όχι και εκείνη που αφορά το ύψος της ανταπαίτησης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, που πρότεινε σε συμψηφισμό) να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των νομικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα. 183 και 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 745/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ