Legislator Case Law & Legislation
271/2013 AI generated

271/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 271/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

271/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εκ του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτουσα κατά τα άνω έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονοήτως συντρέχον.

Keywords

AI generated
mental health status unfit notwithstanding health condition legal capacity health impairment in military insurance standing of victims psychological trauma
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 271 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σωτήριο Μπρέγιαννο και 2. Φ. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ό. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Τσοκανά και Πέτρο Μηλιαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαΐου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4910/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4281/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 138 ΑΚ που ορίζει ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", προκύπτει ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Η εκ του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτουσα κατά τα άνω έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονοήτως συντρέχον.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 179 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός με η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν, κατά το χρόνο της συνομολόγησης τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά την έννοια της εκμετάλλευσης και του, προϋπόθεση αυτής αποτελούντος, στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων.

Περαιτέρω, ως "ανάγκη" νοείται και η ψυχαναγκαστική τάση (η επιτακτική και μη ελεγχόμενη επιθυμία) ενός ηλικιωμένου ανθρώπου να διατηρήσει ή να εξασφαλίσει τα μέσα, το κατάλυμα και τις εν γένει βιοτικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έχει συνηθίσει και ζει ή στις οποίες στηρίζει τις ελπίδες του για μια όσο το δυνατόν ανώδυνη και αδιατάρακτη γήρανση μέχρι το τέλος του βίου του.

Εξάλλου για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση ως άκυρης, κατ' άρθρο 179 ΑΚ, συμβάσεως, αρκεί να εκτίθενται σε αυτήν α) η κατάρτιση της σύμβασης, β) η αξία παροχής, ωφελημάτων και η δυσαναλογία αυτών κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, γ) η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με την εκμετάλλευση της ανάγκης ή της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες και δ) η έκθεση των περιστατικών μιας από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, δηλαδή της ανάγκης ή της κουφότητας ή της απειρίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου το υποβαλλόμενο αίτημα δικαστικής προστασίας κρίνεται από το όλο περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου (αγωγής, ανακοπής κλπ.) και όχι μόνον από το αιτητικό του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω κατά τη σαφή έννοια του ίδιου άρθρου αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. .../16-9-1986 και .../20-7-1991 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Ελένης Κατσουράκη-Δρόσου και Μαρίας Σαρρή-Μηλιαράκη αντίστοιχα, η ενάγουσα και τώρα εφεσίβλητη κατέστη α) συγκύρια, με το πρώτο συμβόλαιο, κατά ποσοστό 3/10 εξ αδιαιρέτου, εξ αγοράς από την αληθινή συγκύρια και θεία της Ε.

Μ., και β) ψιλή συγκύρια, με το δεύτερο συμβόλαιο, κατά ποσοστό 4/10 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν γονικής παροχής από τον αληθινό συγκύριο και πατέρα της Γ.-Α. Γ., ο οποίος με το ίδιο συμβόλαιο παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία του ποσοστού αυτού εφόρου ζωής του, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 629,65 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 630 τ.μ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ...

και επί της οδού ... αριθμ. 9, μετά της υφιστάμενης σ' αυτό διώροφης οικοδομής, η οποία αποτελείται από υπόγειο (λεβητοστάσιο-αποθήκη), επιφάνειας 15,75 τ.μ., ισόγειο όροφο, επιφάνειας 120,02 τ.μ., πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο επιφάνειας 104,95 τ.μ., και από ανεξάρτητο βοηθητικό κτίσμα στον κήπο (γκαράζ),επιφάνειας 37,40 τ.μ.

Η εφεσίβλητη, μετά το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα της στις 21-12-1991 και την απόσβεση της επικαρπίας επί του άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου (4/10), κατέστη πλήρης συγκύρια και κατά το ποσοστό αυτό και συνολικά συγκύρια του προαναφερόμενου ακινήτου κατά ποσοστό 7/10 ή 70% εξ αδιαιρέτου. Συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά το υπόλοιπο ποσοστό 3/10 ή 30% εξ αδιαιρέτου ήταν κατ' ισομοιρίαν ο Κ.

Κ. και η σύζυγος αυτού Σ. Κ., στους οποίους είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο κατά το άνω ποσοστό, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-6-1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κολοβού-Γεωργιλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, εξ αγοράς από τις έως τότε συγκύριες Π. και Ό. Γ., θεία και πρώτη εξαδέλφη της εφεσίβλητης αντίστοιχα.

Με το ίδιο αυτό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οι παραπάνω συγκύριες (πωλήτριες) εκχώρησαν στους ως άνω αγοραστές την απαίτηση που είχαν κατά εφεσίβλητης, η οποία κατοικούσε από πολλών ετών στο κοινό ακίνητο, αρχικά μαζί με τους ως άνω δικαιοπαρόχους της και μετά το θάνατο αυτών μαζί με την αδελφή της Μ. Γ., για την απόδοση της αναλογίας τους επί του οφέλους, που η εφεσίβλητη είχε αποκομίσει από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου κατά το από 1-1-1996 έως και 18-6-1998 χρονικό διάστημα, συνιστάμενης στην κατά τον παραπάνω χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία του πωληθέντος μεριδίου τους.

Πριν από την πώληση του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου από τις παραπάνω συγκυρίες, η εφεσίβλητη είχε ασκήσει κατ' αυτών την από 10-6-1993 αγωγή διανομής, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 1813/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέτασσε τη δικαστική διανομή του κοινού πιο πάνω ακινήτου με την πώληση του σε δημόσιο πλειστηριασμό και τη διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των συγκυρίων κατά το λόγο του ποσοστού συγκυριότητας τους στο κοινό ακίνητο, πλην όμως η απόφαση αυτή μέχρι και την κατά τα παραπάνω πώληση δεν είχε εκτελεσθεί, αφού καμία από τις διαδίκους κοινωνούς δεν είχε επισπεύσει έως τότε την εκτέλεση της.

Οι νέοι πιο πάνω συγκύριοι του ακινήτου μετά την αγορά του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου επιδίωξαν να έλθουν σε συμφωνία με την εφεσίβλητη για την από κοινού αξιοποίηση του ακινήτου αυτού κατά τρόπο συμφέροντα για όλους τους συγκυρίους. Τελικά, όμως, δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε σχετική συμφωνία, γιατί η εφεσίβλητη, η οποία ήταν τότε ηλικίας 55 ετών, άγαμη και εργαζόταν ως εκπαιδευτική λειτουργός μέχρι και το έτος 1999, που απολύθηκε από την υπηρεσία της στο Γυμνάσιο Σκάλας Ωρωπού, με την υπ' αριθμ. 2855/5-41999 απόφαση του Προϊσταμένου του 2ου Γραφείου Δ.Ε.

Ανατολικής Αττικής, επειδή κρίθηκε ανίκανη για την εκτέλεση των καθηκόντων της, λόγω νόσου μη ιάσιμου (χρόνιες δυσθυμικές εκδηλώσεις) και έκτοτε ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, ουσιαστικά ήθελε να συνεχίσει να κατοικεί, όπως και προηγουμένως, μαζί με την παραπάνω αδελφή της, που επίσης ήταν άγαμη, στην υφιστάμενη στο κοινό ακίνητο διώροφη οικοδομή, με την οποία ήταν δεμένη συναισθηματικά και τη θεωρούσε ως "δικό της" σπίτι, οπότε απέκρουε με διάφορες δικαιολογίες οποιαδήποτε πρόταση των ως άνω συγκυρίων για την αξιοποίηση του ακινήτου.

Έτσι οι παραπάνω συγκύριοι, αφού δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συμφωνία με την εφεσίβλητη και οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, αφενός μεν άσκησαν κατ' αυτής, η οποία εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί αποκλειστικά το κοινό ακίνητο, τις από 18-4-2001 και 23-4-2002 αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3271/ 2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την εφεσίβλητη και τότε εναγομένη να καταβάλει στους ως άνω συγκυρίους και τότε ενάγοντες το χρηματικό ποσό των 20.542,92 ευρώ ως ανάλογη μερίδα αυτών επί του οφέλους που είχε αποκομίσει από την αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου κατά το από 1-1-1996 έως 30-4-2002 χρονικό διάστημα, αφετέρου δε επέσπευσαν την εκτέλεση της προαναφερθείσας υπ αριθμ. 1813/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε διατάξει τη διανομή του κοινού ακινήτου με την πώληση του σε δημόσιο πλειστηριασμό.

Ως ημερομηνία δε διενέργειας του πλειστηριασμού αυτού ορίστηκε, με την υπ' αριθμ. 530/2-7-2002 περίληψη περιγραφής και εκτίμησης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Απόστολου Κατσαρού, η 31-7-2002, κατά την οποία, όμως, δεν έγινε ο πλειστηριασμός, γιατί η εφεσίβλητη, η οποία δεν ήθελε να εκπλειστηριασθεί το ακίνητο, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-7-2002 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. 5921/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διόρθωση της παραπάνω περίληψης ως προς την προσδιορισθείσα από το δικαστικό επιμελητή αξία του πλειστηριαζόμενου ακινήτου, την οποία όρισε σε 2.000.000 ευρώ και την τιμή της πρώτης προσφοράς σε 1.000.000 ευρώ.

Η ίδια απόφαση όρισε ως νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού την 6-11-2002, κατά την οποία ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός, διότι οι επισπεύδοντες αυτόν πιο πάνω συγκύριοι, οι οποίοι συγχρόνως αναζητούσαν αγοραστή για την πώληση του πιο πάνω ιδανικού τους μεριδίου, προσυμφώνησαν την ίδια ημερομηνία (6-11-2002) με το Δ.

Π. την προς αυτόν πώληση του μεριδίου τους αυτού, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 528.246,52 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από 6-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, έναντι του οποίου μάλιστα αυτοί έλαβαν ως προκαταβολή κατά την ημέρα υπογραφής του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού το ποσό των 15.000 ευρώ.

Τελικά το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο δεν υπεγράφη μέχρι και την 15-12-2002, που είχε συμφωνηθεί με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, γιατί οι παραπάνω συγκύριοι δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση που είχαν αναλάβει με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό να μεταβιβάσουν το ακίνητο ελεύθερο βαρών και οιασδήποτε μισθώσεως, καθόσον η εφεσίβλητη αρνιόταν να μεταστεγασθεί από το ακίνητο και επιπλέον ως έχουσα την πλειοψηφία των μερίδων είχε εκμισθώσει τον ισόγειο όροφο της οικοδομής, με το από 12-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, στην αδελφή της Μ.

Γ.. Έτσι οι ανωτέρω συγκύριοι επέσπευσαν και πάλι, με βάση την προαναφερθείσα απόφαση, τον πλειστηριασμό του επίκοινου πιο πάνω ακινήτου και ορίστηκε, με την υπ' αριθμ. .../31-1-2003 Α' επαναληπτική περίληψη έκθεσης περιγραφής και εκτίμησης ακινήτου του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού αυτού η 19-3-2003.

Και κατά την ημερομηνία, όμως, αυτή δεν διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, διότι η εφεσίβλητη, προκειμένου να τον αποτρέψει, άσκησε εκ νέου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-3-2003 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2014/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και διέταξε τη διόρθωση της παραπάνω επαναληπτικής περίληψης ως προς τα αναφερόμενα στην απόφαση στοιχεία και όρισε ως νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού την 21-5-2003, κατά την οποία ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, γιατί δεν είχαν γίνει οι απαιτούμενες από το νόμο δημοσιεύσεις.

Κατά το μήνα Απρίλιο του 2003, ήτοι πριν από τη ματαίωση του πλειστηριασμού, οι ως άνω συγκύριοι, οι οποίοι εξακολουθούσαν να αναζητούν αγοραστή, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους εναγόμενους και τώρα εκκαλούντες, που είναι δικηγόροι και σύζυγοι, για την προς αυτούς πώληση του ιδανικού τους μεριδίου επί του άνω ακινήτου.

Παράλληλα οι εκκαλούντες, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την απόκτηση μεγαλύτερου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού, γνωρίζοντας τη μεγάλη ψυχολογική πίεση υπό την οποία τελούσε η εφεσίβλητη, ενόψει του επικείμενου πιο πάνω πλειστηριασμού του ακινήτου, και την, επιθυμία αυτής να αποτρέψει τον πλειστηριασμό αυτό, ζήτησαν από την εφεσίβλητη, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου των παραπάνω συγκυρίων, που επέσπευδαν τον πλειστηριασμό, να τους μεταβιβάσει ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου από το ανήκον σ' αυτήν 70%, ώστε να καταστούν συγκύριοι του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, και στη συνέχεια να διανείμουν μεταξύ τους την ήδη υπάρχουσα στο ακίνητο οικοδομή και τη μέλλουσα να ανεγερθεί κατ' επέκταση αυτής.

Τη μεταβίβαση μάλιστα του ποσοστού αυτού έθεταν ως προϋπόθεση οι εκκαλούντες για να αγοράσουν το ανήκον στους παραπάνω συγκυρίους ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, ώστε να απεμπλακεί η εφεσίβλητη από τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Τελικά στις 13-11-2003 οι εκκαλούντες, με το υπ' αριθμ. .../13-11-2003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους παραπάνω συγκύριους το ανήκον σ' αυτούς ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο αυτό τιμήματος 221.459,93 ευρώ, όση δηλαδή και η αντικειμενική αξία του ποσοστού αυτού, το οποίο καταβλήθηκε ολόκληρο στους πωλητές στις 14-11-2003, δηλαδή την επομένη ημέρα της σύνταξης του συμβολαίου, από ισόποσο δάνειο, που έλαβαν οι εκκαλούντες αγοραστές από την Τράπεζα "ΕFG ΕUROΒΑΝΚ ΕRGΑSIΑS" και συντάχθηκε σχετικώς η υπ' αριθμ. .../14-11-2003 πράξη εξόφλησης συμβολαίου και άρσης διαλυτικής αίρεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.

Αμέσως μετά την υπογραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου υπογράφηκε ενώπιον της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου και σε άλλο δωμάτιο του συμβολαιογραφείου, το υπ' αριθμ. .../13-11-2003 πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται ότι η εφεσίβλητη πώλησε στους εκκαλούντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου.

Ως τίμημα της πωλήσεως αυτής φέρεται ότι συμφωνήθηκε το ποσό των 147.639,60 ευρώ, όση δηλαδή και η αντικειμενική αξία του ως άνω ποσοστού, το οποίο, όπως αναφέρεται στο παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο, κατέβαλαν ολόκληρο κατά την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου οι εκκαλούντες αγοραστές στην εφεσίβλητη πωλήτρια σε μετρητά, τα οποία μετρήθηκαν σ' αυτήν πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου και εκτός του γραφείου αυτής, όπως τα συμβαλλόμενα μέρη ομολόγησαν ενώπιον της.

Μετά την υπογραφή και του παραπάνω πωλητηρίου συμβολαίου υπογράφηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου η υπ' αριθμ. .../1 3-1 1-2003 πράξη συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία οι διάδικοι, δηλαδή η εφεσίβλητη και οι εκκαλούντες, ως αποκλειστικοί πλέον συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία επί του ακινήτου αυτού, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συμφώνησαν μεταξύ τους ότι από τις συσταθείσες με την πράξη αυτή οριζόντιες ιδιοκτησίες, Α) οι μεν εκκαλούντες λαμβάνουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας 1) την υπό στοιχεία Ι-1 οριζόντια ιδιοκτησία του υπάρχοντος ισογείου ορόφου της υφιστάμενης στο ακίνητο διώροφης οικοδομής, επιφάνειας 105,75 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 400/1000 εξ αδιαιρέτου, στην οποία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, επιφάνειας 449,17 τ.μ., και 2) τη μέλλουσα να ανεγερθεί, αποκλειστικά είτε κατ' επέκταση, είτε εν μέρει κατ' επέκταση και εν μέρει καθ' ύψος, του υπάρχοντος ισογείου ορόφου ή εν μέρει στο υπόγειο, υπό στοιχεία Α-1 οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 83,25 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 100/1000 εξ αδιαιρέτου, και Β) η δε εφεσίβλητη λαμβάνει στην αποκλειστική κυριότητα της 1) την υπό στοιχεία 1-2 οριζόντια ιδιοκτησία του υπάρχοντος πρώτου ορόφου της πιο πάνω διώροφης οικοδομής, επιφάνειας 104,95 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 400/1000 εξ αδιαιρέτου, και 2) τη μέλλουσα να ανεγερθεί, αποκλειστικά και μόνον εν μέρει κατ' επέκταση του υπάρχοντος πρώτου ορόφου και μέχρι την κάλυψη κατά προσέγγιση 30 τ.

μ. και εν μέρει κατά το υπόλοιπο τμήμα της καθ' ύψος της υπάρχουσας οικοδομής; υπό στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία, συνολικής επιφάνειας 85,05 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 100/1000 εξ αδιαιρέτου. Στην παραπάνω πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών αναφέρεται ότι οι εκκαλούντες προς εξίσωση της ιδανικής μερίδας αυτών με την ιδανική μερίδα της εφεσίβλητης, κατέβαλαν στην τελευταία σε μετρητά το ποσό των 8.888,04 ευρώ ο καθένας, ήτοι το συνολικό ποσό των 17.776,08 ευρώ, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και χωρίς την παρουσία αυτής, όπως τα συμβαλλόμενα μέρη ομολόγησαν ενώπιόν της.

Την ίδια παραπάνω ημερομηνία υπογραφής των συμβολαίων (13-11-2003) υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και η προσαγόμενη και επικαλούμενη από 13-11-2003 έγγραφη σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας οι εκκαλούντες χορήγησαν στην εφεσίβλητη, προκειμένου να καλύψει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σύμβαση αυτή, καταναλωτικές της ανάγκες ληξιπρόθεσμες και τρέχουσες, έντοκο δάνειο, ποσού 29.347,02 ευρώ, με επιτόκιο 12% ετησίως, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αποδοθεί στους εκκαλούντες σε 24 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέων της πρώτης στις 13-5-2004 και των υπολοίπων την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε αμέσως επόμενου μήνα.

Βάσει όρου της συμβάσεως αυτής, το ανωτέρω ποσό του δανείου δεν καταβλήθηκε στα χέρια της εφεσίβλητης, αλλά με το ποσό αυτό οι εκκαλούντες πλήρωσαν, κατ' εντολή και για λογαριασμό της εφεσίβλητης, α) την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γ. Σ. για την παράσταση του στα προαναφερόμενα συμβόλαια πώλησης και σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, ανερχόμενη σε 3.300 ευρώ, β) την αναλογία της στα έξοδα μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου του πιο πάνω συμβολαίου σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, ανερχόμενη σε 1.996 ευρώ, γ) την αναλογία της στην αμοιβή της ως άνω συμβολαιογράφου Στυλιανής Δημητρέλλου για τη σύνταξη του ίδιου ως άνω συμβολαίου σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, ανερχόμενη σε 5.375 ευρώ, και δ) το οφειλόμενο από αυτήν στους προηγούμενους συγκυρίους του ακινήτου Κ.

Κ. και Σ. Κ. ποσό των 20.543 ευρώ, βάσει της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 3721/2003 απόφασης, η οποία, όπως ήδη προεκτέθηκε, είχε επιδικάσει σ' αυτούς το ως άνω ποσό ως ανάλογη μερίδα τους επί του οφέλους που είχε αποκομίσει η εφεσίβλητη από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 18-6-1998.

Μάλιστα για την καταβολή τον τελευταίου αυτού ποσού των 20.543 ευρώ οι παραπάνω συγκύριοι του ακινήτου εξέδωσαν και παρέδωσαν στη δεύτερη των εκκαλούντων την από 13-11-2003 απόδειξη εισπράξεως για λογαριασμό της εφεσίβλητης του άνω ποσού σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων από την ανωτέρω απόφαση.

Δηλαδή οι εκκαλούντες πλήρωσαν για λογαριασμό της εφεσίβλητης το συνολικό ποσό των 31.214 ευρώ, που υπερέβαινε κατά 1.867,02 ευρώ το παραπάνω ποσό του δανείου (31.214-29.347,02), γεγονός για το οποίο οι εκκαλούντες ενημέρωσαν την εφεσίβλητη, όταν στις 22-12-2003 της απέδωσαν λογαριασμό για το δάνειο με το υπό την ιδία ημερομηνία έγγραφο τους προς αυτήν.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η καταρτισθείσα με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../13-11-2003 πωλητήριο συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως του 20% εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου από την εφεσίβλητη στους εκκαλούντες είναι εικονική, διότι αυτή δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, γεγονός που γνώριζαν οι συμβληθέντες στο συμβόλαιο αυτό οι οποίοι στην πραγματικότητα συμφώνησαν και ήθελαν την κατάρτιση συμβάσεως έργου.

Ειδικότερα οι ως άνω συμβληθέντες δεν είχαν σπουδαία συναλλακτική πρόθεση η μεν εφεσίβλητη να πωλήσει και να μεταβιβάσει στους εκκαλούντες, αυτοί δε να αγοράσουν από την εφεσίβλητη, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, που θα καταβάλλονταν στην τελευταία ως πωλήτρια, την κυριότητα του 20% εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερόμενου ακινήτου, αλλά συνήψαν την ανωτέρω πώληση κατά το φαινόμενο μόνο και αφού προηγουμένως είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους να μεταβιβάσει η εφεσίβλητη στους εκκαλούντες κατ' ισομοιρίαν την κυριότητα του παραπάνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, με αντάλλαγμα την υποχρέωση των εκκαλούντων να ανεγείρουν, με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες, υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, προσθήκη, επιφάνειας 30 τ.μ., κατ' επέκταση του πρώτου ορόφου της υφιστάμενης στο ακίνητο διώροφης οικοδομής, που θα ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της εφεσίβλητης, μαζί με τον υπάρχοντα πρώτο όροφο και το μέλλοντα να ανεγερθεί με δαπάνες της ίδιας της εφεσίβλητης δεύτερο όροφο.

Δηλαδή, κάτω από την εικονική πώληση καλύπτεται η παραπάνω σύμβαση έργου, την οποία είχαν συμφωνήσει προηγουμένως και ήθελαν πράγματι οι συμβληθέντες στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ιδίως από τις σαφείς καταθέσεις τόσο του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος της εφεσίβλητης Γ.

Σ., που παραστάθηκε ως δικηγόρος της κατά την υπογραφή του επίμαχου πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου και της ως άνω πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, όσο και της ενόρκως υπέρ αυτής βεβαιώσασας μάρτυρος αδελφής της Μ. Β.-Γ., οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων (Μάλιστα για την παραπάνω σύμβαση έργου, που καλύπτεται κάτω από την εικονική πώληση, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, ταυτόχρονα με την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου και της πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και διανομής αυτών, και το προσαγόμενο και επικαλούμενο από 3-11-2003 "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύμβασης Έργου", δυνάμει του οποίου οι εκκαλούντες ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν ως εργολάβοι, με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες, υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, την παραπάνω προσθήκη των 30 τ.μ.

κατ' επέκταση του πρώτου ορόφου της ως άνω διώροφης οικοδομής, ενώ με ο ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι εργασίες για την ανέγερση της προσθήκης αυτής θα πραγματοποιούνταν από τους εκκαλούντες συγχρόνως με τις εργασίες επισκευής και επέκτασης του υπάρχοντος ισογείου ορόφου της ίδιας ως άνω διώροφης οικοδομής που ανήκε στην κυριότητα αυτών (εκκαλούντων), και πάντως εντός τριετίας από την υπογραφή του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού και θα ολοκληρώνονταν μέσα σε χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη τους.

Εξάλλου, ως ένδειξη για την έλλειψη σοβαρής συναλλακτικής πρόθεσης να πωλήσει η εφεσίβλητη στους εκκαλούντες, αντί πράγματι συμφωνηθέντος τιμήματος, το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου αποτελεί και το γεγονός ότι οι φερόμενοι ως αγοραστές εκκαλούντες δεν κατέβαλαν στη φερόμενη ως πωλήτρια εφεσίβλητη το τίμημα των 147.639,60 ευρώ, που αναφέρεται στο πιο πάνω υπ' αριθμ. .../13-11-2003 πωλητήριο συμβόλαιο, αφού δεν προσκομίζεται σχετική έγγραφη απόδειξη για την καταβολή ενός τόσο σημαντικού ποσού.

Η περιεχόμενη δε στο παραπάνω συμβόλαιο δήλωση των συμβληθέντων ότι ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα των 147.639,60 ευρώ κατέβαλαν οι εκκαλούντες αγοραστές στην εφεσίβλητη πωλήτρια σε μετρητά, τα οποία μετρήθηκαν σ' αυτήν προηγουμένως, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και χωρίς την παρουσία αυτής, δεν παρέχει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, πλήρη απόδειξη περί της καταβολής του τιμήματος, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες, αφού αφορά περιστατικό το οποίο δεν φέρεται να έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου και του οποίου αυτή δεν ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει την ακρίβεια.

Ούτε μπορεί να συναχθεί από την περιεχόμενη στο συμβόλαιο αυτό πιο πάνω δήλωση των συμβληθέντων εξώδικη ομολογία της εφεσίβλητης περί της καταβολής του τιμήματος, αφού αποδείχθηκε ότι η δήλωση αυτή είναι εικονική και δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά. Οι καταθέσεις δε τόσο του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος των εκκαλούντων όσο και των ενόρκως υπέρ αυτών βεβαιωσάντων μαρτύρων, που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό τους περί καταβολής του τιμήματος, δεν κρίνονται πειστικές, διότι σι μάρτυρες αυτοί δεν έχουν ιδία αντίληψη, αφού, όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, δεν ήταν παρόντες όταν φέρεται ότι καταβλήθηκε σε μετρητά το παραπάνω ποσό του τιμήματος στην εφεσίβλητη.

Από μόνο δε το γεγονός ότι οι εκκαλούντες κατά την ημέρα υπογραφής του επίμαχου πιο πάνω συμβολαίου, ήτοι στις 13-11-2003, έκαναν ανάληψη σε μετρητά από τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό τους στην Τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS" του ποσού των 194.700 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από αυτούς αντίγραφο της κίνησης του πιο πάνω λογαριασμού τους, δεν αποδεικνύεται και ότι από το ποσό αυτό οι εκκαλούντες κατέβαλαν πράγματι στην εφεσίβλητη σε μετρητά το αναφερόμενο στο συμβόλαιο τίμημα των 147.639,60 ευρώ και την αναφερόμενη στην πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών διαφορά των 17.776,08 ευρώπρος εξίσωση των μερίδων τους, όπως αυτοί ισχυρίζονται, αφού δεν προσκομίζεται σχετική γραπτή απόδειξη.

Πολύ περισσότερο μάλιστα που οι εκκαλούντες, την ίδια ημέρα ανάληψης του ως άνω ποσού από τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό τους, αγόρασαν, με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../1311-2003 συμβόλαιο, το ανήκον στους Κ. Κ. και Σ. Κ. ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου και δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στους παραπάνω πωλητές είναι το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αυτό ποσό των 221.459,93, όση δηλαδή και η αντικειμενική αξία του ως άνω ποσοστού, αφού είναι κοινώς γνωστό ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων είναι σημαντικά υποδεέστερη της πραγματικής αγοραίας αξίας τους, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι ίδιοι παραπάνω πωλητές είχαν προσυμφωνήσει, όπως προεκτέθηκε, στις 6-11-2002, ήτοι ένα (1) χρόνο προηγουμένως, την πώληση του ίδιου πιο πάνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου στο Δ.

Π., αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 528.246,52 ευρώ, υπερδιπλάσιου δηλαδή από την αντικειμενική του αξία, οι δε εκκαλούντες δεν δίδουν καμία απολύτως εξήγηση για τους λόγους, για τους οποίους εξαναγκάσθηκαν οι εν λόγω πωλητές να πωλήσουν στη συνέχεια το ως άνω ποσοστό τους, έναντι του σημαντικά μικρότερου πιο πάνω τιμήματος που αναφέρεται στο συμβόλαιο.

Άλλωστε το ότι δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό ως τίμημα στη φερόμενη ως πωλήτρια εφεσίβλητη προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη κατά την ημέρα υπογραφής του επίμαχου συμβολαίου (13-11-2003) αναγκάσθηκε να λάβει, όπως προεκτέθηκε, έντοκο δάνειο από του εκκαλούντες, ποσού 29.347,02 ευρώ, και μάλιστα με το ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο 12% ετησίως, για να πληρώσει την αμοιβή του δικηγόρου της για την παράσταση του στα προαναφερόμενα συμβόλαια, την αμοιβή της συμβολαιογράφου για τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών, τα έξοδα μεταγραφής τους και τη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή στους προηγούμενους συγκυρίους του ακινήτου από τη προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3271/2003 απόφαση, ανάγκη που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εάν πράγματι η εφεσίβλητη την ίδια ημέρα είχε εισπράξει σε μετρητά από τους εκκαλούντες το πιο πάνω ποσό του τιμήματος των 147.639,60 ευρώ, πλέον 17.776,08 ευρώ για την εξίσωση των μερίδων τους, δηλαδή το ιδιαίτερα σημαντικό συνολικό ποσό των 165.415,68 ευρώ.

Μάλιστα για τη χορήγηση του παραπάνω δανείου οι εκκαλούντες φρόντισαν και υπέγραψαν με την εφεσίβλητη την προαναφερθείσα από 13-11-2003 έγγραφη σύμβαση δανείου, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι όροι του δανείου αυτού, ενώ αντιθέτως για την καταβολή σε μετρητά του σημαντικού πιο πάνω ποσού του τιμήματος και δη πριν από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου και εκτός τού γραφείου της συμβολαιογράφου και χωρίς την παρουσία αυτής, δεν φρόντισαν να λάβουν ουδεμία έγγραφη απόδειξη, ενέργεια που δεν δικαιολογείται, λόγω και της ιδιότητας των εκκαλούντων ως δικηγόρων, που ασφαλώς γνώριζαν ότι δεν αρκεί για την απόδειξη της καταβολής του ποσού αυτού η περιεχόμενη στο συμβόλαιο πιο πάνω δήλωση των συμβαλλομένων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω η συναφθείσα με το ανωτέρω συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως του 20% εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου είναι άκυρη ως εικονική και κάτω από την άκυρη εικονική αυτή πώληση καλύπτεται η προαναφερθείσα σύμβαση έργου για την ανέγερση της ως άνω προσθήκης των 30 τ.μ., την οποία και πράγματι είχαν συμφωνήσει και ήθελαν οι συμβληθέντες στο εν λόγω συμβόλαιο και συντρέχουν όλοι οι όροι για τη σύσταση της.

Το πιο πάνω ακίνητο βρίσκεται, όπως προεκτέθηκε, στην περιφέρεια του Δήμου ... και επί της οδού ... αριθμ. 9, δηλαδή σε μία από τις πλέον προνομιακές και ακριβές περιοχές της Αττικής, και μάλιστα σε εξαιρετική θέση αυτής, έχει εμβαδόν 630 τ.μ. και εντός αυτού υφίσταται παλαιά διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, επιφάνειας 15,75 τ.μ., ισόγειο όροφο, επιφάνειας 120,02 τ.μ., πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 104,95 τ.μ., και από ανεξάρτητο βοηθητικό κτίσμα στον κήπο (γκαράζ), επιφάνειας 37,40 τ.μ.

Η οικοδομή αυτή κτίστηκε το έτος 1953 και η εν γένει κατάσταση της δεν είναι καλή, λόγω παντελούς έλλειψης συντήρησης της από την εφεσίβλητη, η οποία έκανε αποκλειστική χρήση αυτής επί πολλά χρόνια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητας και της εν γένει κατάστασης της ως άνω διώροφης οικοδομής, η πραγματική αγοραία αξία του όλου πιο πάνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της επίμαχης πιο πάνω συμβάσεως έργου, που καλύπτεται κάτω από την εικονική πώληση, ανερχόταν στο ποσό των 1.750.000 ευρώ τουλάχιστον.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ιδίως από τις προσαγόμενες και επικαλούμενες από την εφεσίβλητη α) από 30-11-2001 έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Λ. Λ., ο οποίος, κατόπιν αυτοψίας που ενήργησε στο εν λόγω ακίνητο στις 28-11-2001, κατ' εντολήν του εκ των προηγουμένων συγκυρίων Κ.

Κ., με σκοπό τη δανειοδότηση του τελευταίου από την παραπάνω Τράπεζα, εκτίμησε την πραγματική αγοραία αξία του όλου πιο πάνω ακινήτου κατά το χρόνο της αυτοψίας στο ποσό των 600.000.000 δρχ. ή 1.760.821,72 ευρώ, και β) από 1-11-2006 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Η., που και αυτός εκτίμησε την πραγματική αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της επίμαχης συμβάσεως στο ίδιο πιο πάνω ποσό περίπου.

Επομένως η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος από την εφεσίβλητη στους εκκαλούντες ποσοστού 20% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο κατάρτισης της επίμαχης συμβάσεως έργου, που καλύπτεται κάτω από την εικονική πώληση, στο ποσό των 350.000 ευρώ τουλάχιστον (1.750.000 X 20%), ενώ η αξία της προσθήκης των 30 τ.μ., που σε αντάλλαγμα ανέλαβαν οι εναγόμενοι να ανεγείρουν κατ' επέκταση του πρώτου ορόφου της υφιστάμενης στο ακίνητο διώροφης οικοδομής και θα ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της εφεσίβλητης, δεν υπερέβαινε κατά το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο χρόνο το ποσό 30.000 ευρώ, ενόψει του ότι η αξία κατασκευής ενός τετραγωνικού μέτρου πολυτελούς κατοικίας κατά το χρόνο αυτό ανερχόταν σε 1.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο περίπου.

Υπάρχει, συνεπώς, προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής της εφεσίβλητης, της μεταβίβασης δηλαδή της κυριότητας του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου, και της παροχής των εκκαλούντων, της "ανέγερσης, δηλαδή, με δικές τους δαπάνες, υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, της παραπάνω προσθήκης των 30 τ.μ, η οποία γίνεται αμέσως αντιληπτή από το μέσο λογικό άνθρωπο με σχετική πείρα σχετικά με τέτοιου είδους συναλλαγές.

Η εφεσίβλητη, όταν κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2003 της ζητήθηκε από τους εκκαλούντες να τους μεταβιβάσει το 20% εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν το ανήκον στους προηγούμενους συγκυρίους ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, τελούσε σε πολύ δύσκολη ψυχολογική και οικονομική κατάσταση, αφού ουσιαστικά είχε εξαντλήσει όλα τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονταν από το νόμο για να καθυστερήσει τον πλειστηριασμό του επίκοινου ακινήτου που επέσπευδαν οι παραπάνω συγκύριοι από τον Ιούλιο του 2002 και συνεχώς έκτοτε και επίκειτο η διενέργεια του, με άμεσο κίνδυνο να εκπλειστηριασθεί το ακίνητο αυτό, με το οποίο ήταν δεμένη συναισθηματικά, όπως προεκτέθηκε, και είχε συνηθίσει να ζει σ' αυτό τις προηγούμενες δεκαετίες της ζωής της και ήθελε να εξακολουθήσει να ζει εκεί, μαζί με την αδελφή της, και για το υπόλοιπο της ζωής τους, έχοντας έτσι αναγάγει την αποτροπή του πλειστηριασμού σε άμεση και επιτακτική της ανάγκη.

Ταυτόχρονα η εφεσίβλητη είχε εξαντληθεί οικονομικά, λόγω των συνεχών δικαστικών αγώνων με τους προηγούμενους συγκυρίους για να καθυστερήσει τον πλειστηριασμό του ακινήτου, αφού. ήταν συνταξιούχος εκπαιδευτικός και τα εισοδήματα πού διέθετε ήταν περιορισμένα. Γι' αυτό και δέχθηκε να μεταβιβάσει το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στους εκκαλούντες, με αντάλλαγμα την υποχρέωση των τελευταίων να ανεγείρουν με δικές τους δαπάνες την παραπάνω προσθήκη κατ' επέκταση του υπάρχοντος πρώτου ορόφου της υφιστάμενης στο ακίνητο οικοδομής, που θα ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της, αφού έτσι εξασφάλιζε ότι δεν θα εκπλειστηριαζόταν το επίκοινο ακίνητο και αυτή θα εξακολουθούσε να ζει σ' αυτό, μαζί με την αδελφή της, μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Έτσι, οι εκκαλούντες πέτυχαν να συνάψουν την επίμαχη σύμβαση έργου, που καλύπτεται κάτω από την εικονική πώληση, και να λάβουν με τη σύμβαση αυτή από την εφεσίβλητη την ανωτέρω περιουσιακή ωφέλεια, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερόμενου ακινήτου, που βρίσκεται, όπως προεκτέθηκε, σε φανερή δυσαναλογία, με τη δική τους πιο πάνω αντιπαροχή, δηλαδή την ανέγερση με δικές τους δαπάνες της ως άνω προσθήκης των 30 τ.μ., που θα ανήκε στη αποκλειστική κυριότητα της εφεσίβλητης.

Η εν λόγω περιουσιακή μετάθεση επιτεύχθηκε, λόγω της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης που πράγματι είχε και αισθανόταν εσωτερικώς η εφεσίβλητη να μην εκπλειστηριασθεί το παραπάνω ακίνητο, ώστε να συνεχίσει να ζει σ' αυτό αυτή και η αδελφή της, όπου είχε συνηθίσει να ζει τα προηγούμενα χρόνια τής ζωής της.

Την ανάγκη αυτή γνώριζαν οι εκκαλούντες τόσο από τους προηγούμενους συγκυρίους του ακινήτου όσο και από την ίδια την εφεσίβλητη από τις σχετικές συζητήσεις που είχαν μαζί της, και την εκμεταλλεύτηκαν, ώστε να επέλθει η περιουσιακή ωφέλεια, που προαναφέρθηκε. Με τα δεδομένα αυτά η ανωτέρω σύμβαση έργου, που καλύπτεται, κάτω από την εικονική πώληση, είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι η συναφθείσα με το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη ως εικονική και ότι κάτω από αυτήν καλύπτεται η προαναφερθείσα σύμβαση έργου, η οποία είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική, και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα των παραπάνω συμβάσεων, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και εφάρμοσε το νόμο και όλοι οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολο της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της με το υπ' αριθ. .../13-11-2003 συμβόλαιο καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του εις αυτό ακινήτου κατά ποσοστό 20% ως εικονικής και της υποκρυπτόμενης συμβάσεως έργου ως καταπλεονεκτικής και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία τούτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138, 513, 178, 179 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και άλλες διά της μη εφαρμογής τους και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.

Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα με πληρότητα και σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία και ορθώς υπήγαγε στο νόμο, πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης τρίτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πέμπτος από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την αιτίαση περί υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τη βάση της αγωγής περί εικονικότητας είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση α) ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με το .../13-11-2003 πωλητήριο συμβόλαιο οι εναγόμενοι αγόρασαν από την ενάγουσα ποσοστό 20% εξ' αδιαιρέτου αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 147.639,60 ευρώ ενώ η σχετική παραδοχή της απόφασης είναι ότι με το εν λόγω συμβόλαιο φέρεται ότι η ενάγουσα πώλησε στους εναγόμενους κατά ποσοστό 1/2 το ανωτέρω ποσοστό και ότι ως τίμημα αυτής φέρεται ότι συμφωνήθηκε το ποσό των 147.639.60 ευρώ και β) ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ως αντάλλαγμα της πώλησης και μεταβίβασης που καταρτίστηκε με το ανωτέρω συμβόλαιο είχε συμφωνηθεί η ανέγερση με δαπάνη των εναγομένων προσθήκης στον πρώτο όροφο που θα περιερχόταν στην ενάγουσα ενώ η σχετική παραδοχή του Εφετείου είναι ότι το αντάλλαγμα αυτό αφορούσε την υποκρυπτόμενη σύμβαση έργου.

Κατά τα λοιπά ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο πέμπτος είναι απαράδεκτοι διότι οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) καθώς και σε ελλείψεις αιτιολογιών που αφορούν τις αποδείξεις που δεν ιδρύουν λόγο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι με επαρκή πληρότητα διαλαμβάνονται σ' αυτή τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία και απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της κατ' αμφότερες τις περί ακυρότητας βάσεις της χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλα.

Όπως δε εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη δεν απαιτούνταν ν' αναφέρεται στο δικόγραφο σε σχέση με την βάση της εικονικότητας και το στοιχείο της γνώσεως της εικονικότητας από όλους τους συμβληθέντες καθόσον το στοιχείο τούτο ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονόητα ότι συντρέχει. Περαιτέρω η αγωγή και κατά την βάση της από τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 Α.Κ.

είναι ορισμένη και νόμιμη καθόσον το μη διαλαμβανόμενο στο αιτητικό κατά τρόπο ρητό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της υποκρυπτόμενης σύμβασης έργου ως αντίθετης στις ανωτέρω διατάξεις τούτο προκύπτει με σαφήνεια ότι διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής από το όλο περιεχόμενο του όπου προβάλλεται επίσης η ακυρότητα της υποκρυπτόμενης αυτής σύμβασης έργου ως καταπλεονεκτικής κατά τα εις αυτή εκτιθέμενα και διαλαμβάνεται περαιτέρω(εκτός της αναγνώρισης της ακυρότητας της πώλησης ως εικονικής) και αίτημα για αναγνώριση της ενάγουσας ως κυρίας του φερομένου ως πωλουμένου ακινήτου, αίτημα το οποίο προϋποθέτει την αναγνώριση της ακυρότητας και της υποκρυπτόμενης σύμβασης έργου, ενώ περαιτέρω δεν απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής κατά την ίδια βάση ν' αναφέρεται και ποια θα ήταν η προσήκουσα παροχή για να μην είναι καταπλεονακτική η σύμβαση.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ.. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ.. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το λόγο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αόριστο και άρα σε ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 132/2003). Ειδικότερα δε αν ο αναιρεσείων έχει νικηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγο αναιρέσεως σε ισχυρισμό μη προβληθέντα με την έφεση αλλά με τις προτάσεις του εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, αφού νέοι λόγοι εφέσεως δεν μπορούν να προταθούν με τις προτάσεις (άρθρα 520 παρ. 1 και 2 και 522 Κ.Πολ.Δ. Α.Π. 409/2002).

Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 και τον συναφή τέταρτο από τον ίδιο αριθ. του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ενώπιον του ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη ανεγνώρισε σιωπηρώς ότι ένδικη σύμβαση πώλησης έγινε σπουδαίως:

α) με την επακολουθήσασα σύμπραξη της στη κατάρτιση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με την υπ' αριθ. .../2003 συμβολαιογραφική πράξη β) με τη περιβληθείσα στη πράξη αυτή δήλωση της περί παραιτήσεώς της από κάθε δικαίωμά της προσβολής της ή αμφισβητήσεως του κύρους της για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό και για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 178,179 και 388 Α.Κ.

και γ) με το ότι με την αγωγή της δεν ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνεπώς δεν μπορεί να προτείνει την εικονικότητα. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος ο οποίος και ηττήθηκε πρωτόδικα δεν προκύπτει ότι περιλαμβάνεται σ' αυτό τέτοιος ισχυρισμός (περί σιωπηρής αναγνώρισης της πώλησης ως σπουδαίας) και συνεπώς το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με τον εν λόγω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ..

Τέλος όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον θεμελιούμενο στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ισχυρισμό.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος κατά το σχετικό του μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια και από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος. Κατά το λοιπό μέρος του ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα υπό την έννοια του νόμου αλλά επιχειρήματα από τις αποδείξεις (συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί μη εικονικότητας).

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2011 αίτηση των: 1) Δ. Σ. και 2) Φ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4281/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ