Legislator Case Law & Legislation
271/2011 AI generated

271/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 271/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 271 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2011

Legislator headnote

AI generated
271/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 271 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2011 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
misappropriation of funds conviction for mismanagement misappropriation of assets unemployment benefit fraud conviction for embezzlement concealment of assets

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 271 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιόλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. εν εκκαθαρίσει ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΤΥΠΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φίλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2. Π. Α. του Σ. και 3.Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29327/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1019/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 346/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1529/2005 απόφαση επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε 698/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεση εκ νέου την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Το Εφετείο εξέδωσε την 1577/2008 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαΐου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις 128Β και 127Β/9-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους δυο τελευταίους αναιρεσιβλήτους Π. Α. και Α. Κ.. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δίκαιου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 26/1997, 12/1395). Το κατά νομό αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 του ΑΚ, 361-364 Π.Κ. και άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, προκύπτει ότι επί προσβολής της προσωπικότητας με συκοφαντικό δημοσίευμα δια του τύπου, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καθορίζεται από το δικαστή όχι κατώτερη από τα καθοριζόμενα με τη διάταξη του τελευταίου ως άνω νόμου ποσά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ύψος της οφειλόμενης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να είναι νοητή εσφαλμένη εφαρμογή νόμου ευθέως ή εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επίσης με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 6/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΤΥΠΟΥ Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, είναι ιδιοκτήτρια της εκδιδόμενης στην Αθήνα ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", η οποία κυκλοφορεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας αυτής είναι ο όγδοος των εναγομένων. Ειδικότερα, αυτός είναι υπεύθυνος για τα δημοσιεύματα της εφημερίδας οικονομικής φύσης γενικού ενδιαφέροντος, όπως το επιλήψιμο. Τέλος, ο ένατος των εναγομένων είναι δημοσιογράφος της εν λόγω εφημερίδας απασχολούμενος με την έρευνα και σύνταξη διαφόρων επίκαιρων άρθρων της. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στο υπ' αριθμ. 4901 φύλλο της 9-7-1999 της εφημερίδας και συγκεκριμένα στην όγδοη σελίδα της, δημοσιεύθηκε το εξής δημοσίευμα, το οποίο συνέταξε και ενυπογράφει ο ένατος των εναγομένων: (Υπέρτιτλος με κεφαλαία ευμεγέθη γράμματα) "ΒΟΣΝΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗ" (Τίτλος με έντονα μεγάλα γράμματα διαφορετικού μεγέθους από τα γράμματα του υπέρτιτλου). "Ε.Δ.Ε. για τα 13 εκατ. που έκαναν φτερά". Ακολουθεί το εξής κείμενο: "ΑΝΕΣΤΕΙΛΑΝ τις άδειες και έθεσαν σε περιορισμό αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, προκειμένου να διεξαχθούν έρευνες για δεκατρία εκατομμύρια δραχμές σε μάρκα, που έκαναν φτερά από το χρηματοκιβώτιο της Ελληνικής αποστολής στο Βίσοκο της Βοσνίας. Το έλλειμμα που διαπιστώθηκε πριν από τέσσερις ημέρες "έσπειρε" τον πανικό στη διοίκηση του τάγματος και προκάλεσε αναταραχή στη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του Πενταγώνου. Ο διοικητής της αποστολής έθεσε σε περιορισμό τα στελέχη της αποστολής και διέταξε ένορκη Διοικητική εξέταση. Χθες μάλιστα έφθασε στο Βίσοκο κλιμάκιο από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με σκοπό τη διεξαγωγή ερευνών, οι οποίες εστιάζονται στο ρόλο των ανδρών που είχαν τις τελευταίες ημέρες υπηρεσία σκοπιάς, αλλά και όσων είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στο χώρο της οικονομικής υπηρεσίας. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί, εάν πρόκειται για διάρρηξη του χρηματοκιβωτίου ή οικονομική ατασθαλία. Να σημειωθεί ότι επικεφαλής της οικονομικής υπηρεσίας στην ελληνική αποστολή της Βοσνίας είναι ο ταγματάρχης κ. Κ., ο οποίος πριν από μερικούς μήνες υπηρετώντας στο Α' Κεντρικό ταμείο Στρατού στην … είχε δανεισθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, δέκα εκατομμύρια δραχμές είτε υπό μορφή δανείου από Τράπεζα είτε από υπαλλήλους της υπηρεσίας του. Όταν διαπιστώθηκε το χρέος του ταγματάρχη, μετατέθηκε στη …, όπου και έμεινε τρεις μήνες. Το Επιτελείο Στρατού ως ένδειξη καλής θέλησης τον μετέθεσε στη Βοσνία, απ' όπου θα εξοικονομούσε χρήματα με σκοπό να επιστρέψει τα χρωστούμενα στους δικαιούχους τους. Ο μισθός του Ταγματάρχη στη Βοσνία φθάνει τις 800 χιλιάδες πέραν των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούται ως Έλληνας αξιωματικός. Η ΕΛΔΥΒ έχει εγκατασταθεί σ' ένα παλιό εργοστάσιο που βρίσκεται, στο Βίσοκο, τριάντα περίπου χιλιόμετρα από το Σεράγεβο. Το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο έχει μετατραπεί σε στρατόπεδο με υψηλή περίφραξη, σκοπιές και περίπολα που καθιστούν δύσκολη την παραβίαση του". Το παραπάνω δημοσίευμα, που είναι δίστηλο και περικλείεται από περίγραμμα πλαίσιο, για να προσελκύει το βλέμμα του αναγνώστη με τη δεύτερη παράγραφό του, στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι "επικεφαλής της οικονομικής υπηρεσίας στην Ελληνική αποστολή της Βοσνίας, λίγους μήνες πριν τη μετάβασή του στη Βοσνία, υπηρετώντας στο Α' Κεντρικό Ταμείο Στρατού στην … είχε δανειστεί, σύμφωνα με πληροφορίες, δέκα εκατομμύρια δραχμές είτε υπό τη μορφή δανείου από Τράπεζα είτε από υπαλλήλους της υπηρεσίας του, ότι, όταν διαπιστώθηκε το χρέος του μετατέθηκε από τη … όπου έμεινε τρεις μήνες και ότι το Επιτελείο Στρατού ως ένδειξη καλής θελήσεως τον μετέθεσε στη Βοσνία, απ' όπου θα εξοικονομούσε χρήματα με σκοπό να επιστρέψει τα χρεωστούμενα στους δικαιούχους τους", δίδει, με τον τρόπο που παρατίθενται τα προαναφερόμενα περιστατικά, καθώς συνδέονται συνειρμικά με το γεγονός της απώλειας των 13.000.000 δραχμών από το Ταμείο της Ελληνικής αποστολής στη Βοσνία, την εντύπωση στο ευρύ αναγνωστικό κοινό της ως άνω εφημερίδας, που είναι πανελλήνιας κυκλοφορίας, ότι ο ενάγων είναι πρόσωπο με επιλήψιμη ηθική υπόσταση, οικονομικά άσωτο, επιρρεπές σε οικονομικές ατασθαλίες και σε δανεισμούς και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν επικεφαλής της οικονομικής υπηρεσίας της Ελληνικής αποστολής στη Βοσνία υπονοεί, έστω και χωρίς άμεση ρηματική διατύπωση, ότι αυτός ενέχεται στην απώλεια των δεκατριών εκατομμυρίων δραχμών που έκαναν "φτερά". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ενάγων κατά το χρόνο του δημοσιεύματος, ήταν έγγαμος με δυο ανήλικα τέκνα. Αυτός υπηρετεί ως αξιωματικός του Οικονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού από 31-7-1981 και είναι αξιωματικός καριέρας. Συγκεκριμένα, λόγω των προσόντων και ικανοτήτων του, στις 4-7-1984 προήχθη στο βαθμό του υπολοχαγού, στις 17-8-1988 προήχθη κατ' αρχαιότητα στο βαθμό του λοχαγού, στις 4-8-1993 προήχθη κατ' εκλογήν στο βαθμό του ταγματάρχη και στη συνέχεια, την 1-4-1999 προήχθη κατ' εκλογήν, στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη (βλ, το αντίγραφο φύλλου του μητρώου του που αυτός επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα). Ήδη, από τις 19-6-1997 ο ενάγων μετατέθηκε από το Α' Κ.Τ.Σ. … όπου υπηρέτησε επί μία τριετία, στο Κ.Τ.Σ. … για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών (βλ και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο νόμιμα από αυτόν αντίγραφο του από 19-6-1997 εγγράφου της Διεύθυνσης Οικονομικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στο οποίο αναγράφονται και οι μεταθέσεις, άλλων τριάντα αξιωματικών σε διάφορες μονάδες), και όχι λόγω των χρεών που είχε δημιουργήσει όταν υπηρετούσε στην …, όπως αβάσιμα αναγράφεται στο ως άνω δημοσίευμα. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του στην Ελληνική Δύναμη Βοσνίας. Σ' αυτήν υπηρέτησε από 11-7-1998 μέχρι 9-9-1999, ως υπεύθυνος του Ταμείου Διαχείρισης της ΕΛΔΥΒ και καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και κατά την αποχώρηση του από την εν λόγω δύναμη δεν δημιουργήθηκε κάποια οικονομική εκκρεμότητα, ούτε και εμφανίστηκε κάποια ατασθαλία σχετική με τη διαχείριση του (βλ. και τα αντίγραφα: α) του από 17-8-1999 πρακτικού καταμέτρησης και β) του από 9-9-1999 υπηρεσιακού σημειώματος διαχειριστικής τακτοποίησης, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα που υπηρετούσε στην Ελληνική Δύναμη της Βοσνίας και συγκεκριμένα, λίγες ημέρες πριν από το επίμαχο δημοσίευμα άγνωστος ή άγνωστοι δράστες, αφαίρεσαν από το χρηματοκιβώτιο της Διαχείρισης του ΚΨΜ της εν λόγω μονάδος, του οποίου άμεσος υπεύθυνος ήταν άλλος αξιωματικός, και όχι από το χρηματοκιβώτιο πληρωμών της μονάδος, του οποίου άμεσος υπεύθυνος ήταν ενάγων, το ποσό των 13.000.000 δραχμών, το οποίο και ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Για την απώλεια των χρημάτων αυτών διατάχθηκε, αμέσως μετά τη διαπίστωσή της, ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.), πλην όμως κατ' αυτή δεν διαπιστώθηκε ο δράστης της άνω αξιόποινης πράξης της κλοπής του ανωτέρω χρηματικού ποσού. Για την ως άνω αξιόποινη πράξη ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ' αγνώστων και μέχρι την 1-10-2001 δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη σε βάρος του ενάγοντος. Ούτε όμως και αργότερα ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για την πράξη αυτή. Ακόμη, δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του ενάγοντος, στην κλοπή των προαναφερθέντων χρημάτων (βλ. και τα αντίγραφα των από 12-1-2001 και από 1-10-2001 βεβαιώσεων του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Και ναι μεν ο μάρτυρας των εναγομένων Γ. Φ., ήδη συνταξιούχος υποστράτηγος, ο οποίος κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ήταν αρχηγός του Οικονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού, δηλαδή προϊστάμενος του ενάγοντος, κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι "ο τελευταίος πριν από την τοποθέτηση του στην Ελληνική Δύναμη στη Βοσνία και συγκεκριμένα, όταν υπηρετούσε στην … είχε χρέη από δάνεια που είχε λάβει, ότι για τη μετάθεσή του στη … έπαιξαν ρόλο και τα χρέη του, ότι ήθελε να παραιτηθεί από το στρατό για να λάβει το εφάπαξ και ότι για να μην παραιτηθεί, γιατί ήταν κατά τη γνώμη του πολύ καλός αξιωματικός και τυπικός (στην υπηρεσία του), τον βοήθησε και ο ίδιος να τοποθετηθεί στην προμνησθείσα δύναμη για να εξοικονομήσει χρήματα και να εξοφλήσει τα χρέη του". Το περιεχόμενο της κατάθεσης του άνω μάρτυρα και αν ακόμη υποτεθεί αληθές, καθόσον η ύπαρξη "χρεών" του ενάγοντος κατά τον πιο πάνω χρόνο δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει τον ενάγοντα ύποπτο της κλοπής των ως άνω χρημάτων και να δικαιολογήσει το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος, αφού, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, ο υπόχρεος επιστροφής του ποσού των 10.000.000 δραχμών που έλαβε ως δάνειο και αν ακόμη έχει παρέλθει ο χρόνος απόδοσής του, δεν οδηγείται, πρόδηλα, μόνο από το γεγονός αυτό στη διάπραξη κάποιας αξιόποινης πράξης για την ανεύρεση του οφειλόμενου ποσού και την απόδοση αυτού στους δανειστές του. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι και πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών της Σχολής Ν.Ο.Ε. του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ήταν άριστος αξιωματικός και ότι για τις υπηρεσίες που προσέφερε του απονεμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το έτος 1994 ο "Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικα" και στις 5-6-1999 το μετάλλιο του ΝΑΤΟ για τη συμμετοχή του στις επιχειρήσεις του στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ως και σχετικό δίπλωμα, και ότι το έτος 1995 του απονεμήθηκε από τον ΥΕΘΑ το μετάλλιο Πολυετούς Υπηρεσίας Αξιωματικών Σωμάτων Γ' τάξης (βλ. τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Ακόμη, αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος ήταν έντιμος άνθρωπος και καλός πατέρας και σύζυγος. Στη συνέχεια, αποδείχτηκε ότι το επιλήψιμο κείμενο συντάχτηκε και υπογράφηκε από τον ένατο εναγόμενο - δημοσιογράφο, με την έγκριση του υπεύθυνου της σύνταξης των οικονομικών κειμένων, διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας, όγδοου των εναγομένων, όπως άλλωστε συνομολογείται από τον τελευταίο με το δικόγραφο της έφεσης του. Με βάση τα παραπάνω αποδείχτηκε ότι υπεύθυνοι της δημοσίευσης του επιλήψιμου κειμένου ήταν ο συντάκτης του δημοσιογράφος, ένατος εναγόμενος και ο προϊστάμενός του διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας όγδοος εναγόμενος, με την έγκριση του οποίου δημοσιεύθηκε, και αντικειμενικά υπεύθυνη η πρώτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας. Ακόμη, αποδείχτηκε ότι τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά της δεύτερης παραγράφου του επίμαχου δημοσιεύματος που αναφέρεται στον ενάγοντα, δηλαδή τα διαλαμβανόμενα στην περικοπή αυτού που έχει ως εξής: "σε λίγους μήνες πριν από τη μετάβασή του στη Βοσνία, υπηρετώντας στο Α' Κεντρικό Ταμείο Στρατού στην …, είχε δανειστεί σύμφωνα με πληροφορίες δέκα εκατομμύρια δραχμές είτε υπό τη μορφή δανείου από Τράπεζα, είτε από υπαλλήλους της υπηρεσίας του και ότι, όταν διαπιστώθηκε το χρέος του, μετατέθηκε στη …, όπου έμεινε τρεις μήνες και ότι το Επιτελείο Στρατού, ως ένδειξη καλής θελήσεως τον μετέθεσε στη Βοσνία, απ' όπου θα εξοικονομούσε χρήματα με το σκοπό να επιστρέψει αυτά που χρωστούσε στους δικαιούχους τους", δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ειδικότερα τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα περί "δανεισμών" του ενάγοντα, "περί μεταθέσεως του λόγω των δανεισμών" αρχικά στη … και στη συνέχεια στη Βοσνία, η οποία έγινε "για να επιστρέψει τα χρωστούμενα στους δικαιούχους τους", καθώς και τα συναγόμενα από αυτά συμπεράσματα ότι ο ενάγων είναι άτομο με επιλήψιμη ηθική υπόσταση, οικονομικά άσωτο και επιρρεπές σε δανεισμούς και οικονομικές ατασθαλίες, είναι αυθαίρετα και ψευδή και κατασκευάσθηκαν από τους αντιδίκους, με μοναδικό σκοπό να πείσουν το αναγνωστικό τους κοινό ότι αυτός αφαίρεσε "τα 13 εκατομμύρια που έκαναν φτερά". Ακόμη, αποδείχτηκε ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος (ένατος εναγόμενος) και ο υπεύθυνος επί των οικονομικών θεμάτων της εφημερίδας (όγδοος εναγόμενος), που ενέκρινε και επέτρεψε τη δημοσίευσή του, τελούσαν σε γνώση του ότι τα παραπάνω περιστατικά ήταν ψευδή, αφού αυτά δεν συνέβησαν, αλλά απλά τα δημιούργησαν, έτσι ώστε να είναι αληθοφανή. Άλλωστε, η αόριστη έκφραση "... σύμφωνα με πληροφορίες ..." χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης χρησιμοποιείται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ευρύτατα στους δημοσιογραφικούς κύκλους, για να καλύψει ανακριβείς, ως επί το πλείστον, ειδήσεις. Ακόμη, οι περικοπές του δημοσιεύματος, από τις οποίες συνάγονται συμπεράσματα για την προσωπικότητα του ενάγοντα ότι δηλαδή αυτός είναι άτομο με επιλήψιμη ηθική υπόσταση, οικονομικά άσωτο και επιρρεπές σε δανεισμούς και οικονομικές ατασθαλίες, όπως παρατέθηκαν στο επίμαχο δημοσίευμα, μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του ως ανθρώπου αλλά και ως στρατιωτικού καριέρας. Τα συκοφαντικά αυτά περιστατικά τα διέδωσαν οι όγδοος και ένατος των εναγομένων, μολονότι γνώριζαν ότι τα εν λόγω γεγονότα είναι ψευδή αλλά και βλαπτικά της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με πρόθεση να τον βλάψουν, ήτοι επιδιώκοντας την παραγωγή του αξιόποινου αποτελέσματος της πράξης τους με τη διάδοση αυτών που επιτεύχθηκε με τη δημοσίευση τους στο προαναφερόμενο φύλλο της 9-7-1999 της ημερήσιας εφημερίδας με τον τίτλο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο παραπάνω δημοσίευμα και ειδικότερα αυτές που αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφό του ότι δηλαδή επικεφαλής της Ελληνικής αποστολής στη Βοσνία ταγματάρχης είναι ο Κ. Κ., ο οποίος όταν υπηρετούσε στο Α' Κεντρικό Ταμείο Στρατού στην … είχε δανεισθεί 10.000.000 δραχμές είτε υπό μορφή δανείου από τράπεζα είτε από υπαλλήλους της υπηρεσίας του και όταν διαπιστώθηκε το χρέος του μετατέθηκε στη … οπού παρέμεινε τρεις μήνες και στη συνεχεία το Επιτελείο Στρατού ως ένδειξη καλής θέλησης τον μετέθεσε στην Βοσνία, απ' όπου θα εξοικονομούσε χρήματα με σκοπό να επιστρέψει αυτά που όφειλε στους δικαιούχους τους, συνιστούν εκφράσεις που χωρίς να είναι δυσφημιστικές από μόνες τους σε συνδυασμό με αυτές που προηγήθηκαν και τη θέση του ενάγοντος ως αξιωματικού καριέρας, θίγουν πράγματι την τιμή και την υπόληψή του, αφού θέτουν υπό αμφισβήτηση την ηθική αυτού υπόσταση και επιφέρουν τη μείωση του κύρους του και του ονόματός του στην Ελληνική κοινωνία και στον επαγγελματικό και εν γένει στον κοινωνικό του περίγυρο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος ήταν παράνομη γιατί το δημοσίευμα έγινε σε χρόνο που η διαδικασία της Ε.Δ.Ε. η οποία είχε ήδη διαταχθεί, ήταν σε εξέλιξη, χωρίς να είναι γνωστό το αποτέλεσμά της, δηλαδή σε στάδιο που διέπεται από το τεκμήριο της αθωότητας του ελεγχόμενου κατά τη διάρκεια του οποίου το δικαίωμα για πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού κάμπτεται προ του υπέρτερου δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας του ενάγοντος, ώστε είχε προτεραιότητα η αποφυγή της προσβολής της. Επί πλέον δε αποδείχτηκε ότι ήταν υπαίτιοι τόσο ο ένατος των εναγομένων, συντάκτης του δημοσιεύματος, όσο και ο όγδοος εναγόμενος που ενέκρινε και επέτρεψε τη δημοσίευσή του, γιατί ενώ γνώριζαν, λόγω των άνω ως ιδιοτήτων των, ότι το επίμαχο απόσπασμα αυτού ήταν βλαπτικό της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος και ότι η Ε.Δ.Ε. που είχε διαταχθεί ήταν σε εξέλιξη, γεγονός το οποίο επέβαλε σ' αυτούς να είναι άκρως επιφυλακτικοί, ως προς την αλήθεια των πληροφοριών που είχαν, εντούτοις από βαρεία αμέλεια τους ο μεν ένατος τούτων συνέταξε το δημοσίευμα αυτό, ο δε όγδοος τούτων επέτρεψε τη δημοσίευση του, χωρίς μάλιστα να ελέγξουν την αλήθεια των πληροφοριών τους, όπως όφειλαν. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υποχρεούνται σε καταβολή της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης: α) γιατί από το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της εξύβρισης και της απλής εξύβρισης, λόγω του ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος και β) γιατί, άλλως, προέβησαν στη δημοσίευση του κειμένου του από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, που συνίσταται στην ενημέρωση του Ελληνικού λαού για ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως ήταν η ύπαρξη ενός αδικαιολόγητου ελλείμματος, ύψους δεκατριών εκατομμυρίων δραχμών από το ταμείο της στρατιωτικής αποστολής στη Βοσνία και ως εκ τούτου έχει αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. Οι εν λόγω όμως ισχυρισμοί, από τους οποίους ο δεύτερος συνιστά και νόμιμη ένσταση, η οποία στηρίζεται στις αμέσως ως άνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Και αυτό διότι οι παραπάνω εκφράσεις, προσβάλουν βάναυσα την προσωπικότητα του ενάγοντα και ακόμη δε και υπό το πρίσμα της ελευθερίας της έκφρασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτές αποτελούν φυσική συνέπεια της κριτικής που ένας δημοσιογράφος ασκεί σε πρόσωπα ή ομάδες προσώπων, των οποίων η συμπεριφορά παρουσιάζει ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Από τον τρόπο δε που διατυπώθηκαν τα ως άνω δημοσιεύματα και ο οποίος υπερβαίνει το μέτρο καθότι δεν ήταν αναγκαίος για να αποδοθεί το νόημα του κειμένου και η σκέψη του συντάκτη, προκύπτει αναμφίβολα πρόθεση του συντάκτη και του υπευθύνου σύνταξης, να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να καταδείξουν την περιφρόνηση τους, γεγονός που πέτυχαν, αφού ο τελευταίος για μεγάλο χρονικό διάστημα αναγκάζονταν να δίνει εξηγήσεις και να απολογείται σε γνωστούς και συναδέλφους για τις κατηγορίες που του αποδίδονταν. Ο συντάκτης του δημοσιεύματος αλλά και ο υπεύθυνος σύνταξης αν είχαν μόνον την πρόθεση να πληροφορήσουν το κοινό για την απώλεια των 13.000.000 δραχμών, χωρίς να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, όφειλαν να δημοσιεύσουν όσα δημοσίευσαν και οι άλλες εφημερίδες και όσα ανακοίνωσαν τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα για το συγκεκριμένο γεγονός, τα οποία περιλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του δημοσιεύματος όπου αναφέρεται το συμβάν χωρίς αναφορά ονομάτων, όπως αυτά αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο του δημοσιεύματος, όπου και αναφέρεται το όνομα του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις άλλες πληροφορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω περί δανεισμών του, χρεών, αλλά και μεταθέσεων του λόγω των χρεών αυτών. Εξάλλου, από όλο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος και ειδικότερα από την αναφορά σ' αυτό του ονόματος του ενάγοντος και τη σύνδεση του, εμμέσως πλην σαφώς, με την μνημονευόμενη σ' αυτό αξιόποινη πράξη της κλοπής του ποσού των 13.000.000 δραχμών, αποδεικνύεται η πρόθεση του ένατου και του όγδοου των εναγομένων, ως συντάκτου και ως υπευθύνου για τη δημοσίευσή του αντίστοιχα, να αμφισβητήσουν την ηθική και την κοινωνική αξία του ενάγοντος και συγχρόνως να εκφράσουν την καταφρόνησή τους στο πρόσωπό του με τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία γνώριζαν, ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συνακόλουθα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι το επίμαχο δημοσίευμα, τόσο κατά το νόμο και όσο και κατά την κοινή αντίληψη, ενέχει καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος και χρησιμοποιήθηκε από τους ως άνω εναγόμενους για να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και να προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητά του. Επομένως, αφού το δημοσίευμα αυτό υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και κατά το μέρος του εκείνο με το οποίο στοιχειοθετείται το αδίκημα της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (αρθρ. 361 και 362 Π.Κ.), ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων αυτών των εναγομένων δεν αίρεται. Τέλος, αποδείχτηκε η προσβολή της τιμής του ενάγοντος ήταν εξαιρετικά βαριά, γιατί του ανωτέρω δημοσιεύματος έλαβαν γνώση όλοι οι αναγνώστες της άνω εφημερίδας και μεταξύ αυτών και πολλοί συνάδελφοι και γνωστοί του ενάγοντος, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς του. Μάλιστα η κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη δημοσίευσή του βάρυνε τον ενάγοντα για μακρύ χρονικό διάστημα, καθότι δεν έλαβε χώρα δημοσίευμα προς αποκατάσταση της αλήθειας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, την αναλήθεια των οποίων γνώριζαν οι εναγόμενοι. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της σύνταξης του επίμαχου δημοσιεύματος και των προαναφερθέντων δυσμενών συνεπειών που είχε σε βάρος του η δημοσίευση αυτού, όπως προαναφέρθηκε, υπέστη σημαντική ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος της "αρχής της αναλογικότητας", που επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού και σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση και τις εκφάνσεις της προσωπικότητας του ενάγοντος, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή (τιμή, υπόληψη, στρατιωτική καριέρα), τη βαρύτητα της, και το βαθμό υπαιτιότητας του συντάκτη και του υπευθύνου δημοσίευσης του επίμαχου δημοσιεύματος του ένατου και όγδοου των εναγόμενων, την ιδιότητα του ενάγοντος ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση τόσο αυτού όσο και των εναγομένων, των συνθηκών και της δημοσιότητας της προσβολής, καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας, κρίνει ότι το ποσό της ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος ανέρχεται σε 31.000,00 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του ποσού αυτού στον ενάγοντα, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται και η οποία υπερβαίνει το ελάχιστο νόμιμο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης των 10.000.000 δραχμών που ισοδυναμεί με 29.347,03 ευρώ, δεν οδηγεί σε τόσο προφανή δυσαναλογία του οικονομικού οφέλους του παθόντος, σε σύγκριση με την γενόμενη εις βάρος του προσβολή, ώστε η εφαρμογή της σχετικής διάταξης να καθίσταται αντισυνταγματική. Και τούτο διότι το επιδικαζόμενο ποσό είναι ανάλογο με το μέγεθος της προσβολής που έγινε στον ενάγοντα, λαμβανομένης υπόψη εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, και της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή με τη δημοσίευση του κειμένου σε μία εφημερίδα πανελληνίου κυκλοφορίας και κύρους όπως η ημερήσια εφημερίδα της πρώτης εναγομένης που συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία στην Ελλάδα, της οποίας τα δημοσιεύματα κατά κανόνα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά και της δεινής θέσης στην οποία περιήλθε ο ενάγων εξ αιτίας του επιλήψιμου δημοσιεύματος ως άνθρωπος και στρατιωτικός καριέρας, λόγω του έντιμου και εύθικτου, εξαιτίας της θέσης του ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, χαρακτήρα του, αλλά και εξ αιτίας της στενοχώριας του για το πρόβλημα που προκλήθηκε στα μέλη της οικογένειάς του και ειδικότερα στα τέκνα του Γ. και Ε., ηλικίας τότε 17 και 14 ετών, που έγιναν αποδέκτες δυσμενών σχολίων σε βάρος του πατρός τους εκ μέρους των συμμαθητών τους, κριτήρια, που επιβάλλουν στα δικαστήρια της ουσίας να επιδικάσουν σε ανάλογη περίπτωση, ίση ως προς το ύψος της επιδικαζόμενης, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ύστερα από αυτά, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθούν η πρώτη, ο όγδοος και ο ένατος των εναγομένων να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 31.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε τους προαναφερθέντες εναγόμενους να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δραχμών που ισοδυναμεί με 29.347,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση (διάταξη κατά την οποία και μόνο μεταβιβάστηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό), και επί πλέον υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταχωρήσει περίληψη της καταδικαστικής απόφασης στην ίδια εφημερίδα και στην ιδία θέση που είχε καταχωρηθεί το επιλήψιμο δημοσίευμα, εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 100.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης της καταχώρησης, για τις οποίες παρεπόμενες της πρώτης διατάξεις δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, εφόσον αυτή συμμορφώθηκε προς τούτο, αντί του πράγματι ανάλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης των 31.000,00 ευρώ, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με το σχετικό λόγο της έφεσης του, ο οποίος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του το ποσό των 31.000 ευρώ, για το σε βάρος του δυσφημιστικό δημοσίευμα των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος (και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.), τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες τόσο ως προς την υπαίτια ανακρίβεια του δημοσιεύματος των αναιρεσιβλήτων, με το οποίο υποδείκνυαν τον αναιρεσείοντα ως ύποπτο κλοπής χρηματικού ποσού 13.000.000 δραχμών (σε μάρκα) από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στη Βοσνία, με αναφορά και ορισμένων περιστατικών αναληθών εν γνώσει των αναιρεσιβλήτων, όσο και ως προς τη σημαντική προσβολή της προσωπικότητας εκείνου με το μειωτικό της τιμής και υπολήψεώς του δημοσίευμα, που δικαιολογούσε το επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος και όχι το αιτηθέν από αυτόν μεγαλύτερο ποσό των 146.000 ευρώ. Κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το μέγεθος του επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος το Εφετείο, έλαβε υπόψη και την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 εδ.δ' του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της αναλογικότητας, η δε ιδιαίτερη επίκληση των διατάξεων αυτών στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, από τον κατ'εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα. Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2009 αίτηση του Κ. Γ. Κ. για αναίρεση της 1577/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ