271/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated271/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με τη διάταξη του εδαφίου β της ίδιας παραγράφου, σε περίπτωση αυτοδίκαιης ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση αυτή δικαιούται σε επίσχεση του απαλλοτριωθέντος, μέχρι επιστροφής της τυχόν καταβληθείσας προσωρινής αποζημίωσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 271 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 χας Ζ, 2. Χ2 του Ζ, 3. Χ3 του Ζ ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ζ , 4. Χ4 χας Θ, 5.Χ5 και 6. Χ6 του Θ, ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Θ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειτσάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Σερρών, που εδρεύει στις ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τσινίκα και 2. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ (Ο.Σ.Κ. ΑΕ), με την πρώην επωνυμία ΝΠΔΔ "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" (ΟΣΚ.), που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εύελπι Βεργή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-12-1989 και 20-12-1990 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 444/1993, 319/1998, 1781/2004 μη οριστικές, 2070/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 10-7-2007 αίτηση των Χ1 χας Ζ, κλπ για αναίρεση της 2070/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, αν ο διάδικος αυτός, που δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του είτε από τους λοιπούς ομοδίκους του (Ολ ΑΠ 9/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση από τη σειρά του σχετικού πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Σερρών παραστάθηκε εκπροσωπούμενος από τη φερόμενη ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Τσινίκα. Δεν αποδεικνύεται όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, με προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου, η χορήγηση στη δικηγόρο αυτή πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Σερρών και συνεπώς αυτός θεωρείται ότι δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.
Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσκομίζουν την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών ..., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2008, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο θεωρούμενο ως μη παραστάντα ως άνω αναιρεσίβλητο μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως αυτού για την μετ' αναβολή δικάσιμον, αφού η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και αφού αυτός δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ' του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ. α του ν.δ. 797/1971, προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του εδαφίου β της ίδιας παραγράφου, σε περίπτωση αυτοδίκαιης ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση αυτή δικαιούται σε επίσχεση του απαλλοτριωθέντος, μέχρι επιστροφής της τυχόν καταβληθείσας προσωρινής αποζημίωσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν.212/1975, η αυτοδικαίως επερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, ανάκληση της απαλλοτρίωσης θεωρείται μη γενομένη αν ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλει εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 εδ.
α του ίδιου άρθρου. "Ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η κηρύξασα ταύτην αρχή υποχρεούται όπως εντός διμήνου εκδώση πράξιν, βεβαιούσαν την επελθούσαν ανάκλησιν και δημοσιευομένην δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, δύναται πας ενδιαφερόμενος να ζητήση, κατά την υπό των άρθρ. 19 έως και 22 του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως βεβαιούσης την ανάκλησιν, καλουμένου εις την δίκην του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωσις και του Δημοσίου.
Η βεβαιούσα την ανάκλησιν πράξις ή δικαστική απόφασις υποβάλλεται, μερίμνη παντός ενδιαφερομένου, εις τον οικείον φύλακα μεταγραφών, υποχρεούμενον να ενεργήση την δέουσαν καταχώρισιν εις την οικείαν μερίδα του κτήματος και του ιδιοκτήτου...". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση λόγω του χρόνου κήρυξης της επίμαχης απαλλοτρίωσης, συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως αν μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου περί προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, δεν καταβληθεί στον δικαιούχο το σύνολο της καθορισθείσας αποζημίωσης.
Μοναδική εξαίρεση της συνταγματικής αυτής ρύθμισης αποτελεί η παρεχόμενη από το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 δυνατότητα στον καθού η απαλλοτρίωση να καταστήσει ανίσχυρη την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση με την, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, υποβολή στο Υπουργείο Οικονομικών έγγραφης δήλωσης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, από την οποία και μόνο συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες η επιθυμία του καθού η απαλλοτρίωση και δικαιουμένου να ζητήσει τη βεβαίωση της αυτοδίκαιης άρσης της για διατήρηση της απαλλοτρίωσης αυτής.
Μετά την παρέλευση άπρακτης και της ανατρεπτικής αυτής προθεσμίας, η απαλλοτρίωση αίρεται οριστικώς ως προς τη νομική κατάσταση του ακινήτου, το οποίο έτσι απαλλάσσεται από το βάρος της απαλλοτρίωσης. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ακίνητό του. Αλλά και η αρχή, με πράξη της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δε μπορεί να προβεί σε ενέργειες συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, καθόσον μετά την αυτοδίκαιη άρση της, η απαλλοτρίωση καθίσταται νομικώς ανύπαρκτη και δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί (αναβιώσει) με τη δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης από τον υπόχρεο, αφού οι ενέργειες αυτές αναφέρονται σε μη υπάρχουσα πλέον απαλλοτρίωση (ΑΠ 990/2006, Ολ.
ΣτΕ 2645/1976, 200/1972). Η τυχόν είσπραξη της αποζημίωσης, γενόμενη χωρίς νόμιμη αιτία και παρέχουσα στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση το δικαίωμα επίσχεσης του ακινήτου μέχρι την επιστροφή της αποζημίωσης κατά το άρθρο 11 παρ. 1 β του ν.δ. 797/1971, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενέχουσα (σιωπηρή) παραίτηση από το δικαίωμα επίκλησης της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης.
Σε αρμονία προς τη διαπίστωση αυτή βρίσκεται και η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 4 εδ. α' του ν.δ. 797/1971 υποχρέωση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση, να εκδώσει, εντός διμήνου από την οριστική άρση της απαλλοτρίωσης, βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα άρση. Η έκδοση της πράξης αυτής επιβάλλεται από λόγους χρηστής διοίκησης και ασφάλειας του δικαίου, αλλά και προκειμένου να εκλείψει κάθε αμφιβολία ως προς το κύρος της απαλλοτριωτικής πράξης, γεγονός που υπηρετεί όχι μόνο το συμφέρον του ιδιοκτήτη, αλλά και το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 990/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προκύπτει, ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζει την γέννησή του, ούτε επάγεται την απόσβεση ή την απώλειά του, αλλά καθιστά μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ο.
ΑΠ 17/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2070/2006 οριστική απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη αναφορικά με την από 14-12-1989 ένδικη αγωγή: Με την Π ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύθηκε στο Δ 270/19-10-1975 ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ της δεύτερης ενάγουσας Σχολικής Επιτροπής του 4ου Δημοτικού Σχολείου Σερρών και με δαπάνες του πρώτου ενάγοντος, ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, για την ανέγερση του διδακτηρίου του ...
Δημοτικού Σχολείου ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 6167,76 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται και οι περιγραφόμενες ιδιοκτησίες των αρχικώς εναγομένων και δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσειόντων Θ και Ζ, για τις οποίες καθορίσθηκε συνολική προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης με την 99/18-4-1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, 893.111 δραχμές για την πρώτη και 874.000 δραχμές για τη δεύτερη.
Αντί όμως των ποσών αυτών κατατέθηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στις 13-10-1978, ως προσωρινή αποζημίωση τα συνολικά ποσά των 820.049 και 662.434 δραχμών, αντίστοιχα, ήτοι μικρότερες του κανονικού κατά 73.062 και 211.966 δραχμές, αντίστοιχα. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι υπολογίσθηκε εσφαλμένα, από τους αρμόδιους για τον υπολογισμό και την καταβολή της αποζημίωσης, το εμβαδόν και ο όγκος των απαλλοτριούμενων ανωτέρω ακινήτων και ο αριθμός των συστατικών αυτών, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη.
Η παρακατάθεση της ελλιπούς προσωρινής αποζημίωσης, για τις εν λόγω ιδιοκτησίες, δημοσιεύθηκε στο 535/14-10-1978 Α ΦΕΚ, ήτοι τέσσερις ημέρες πριν τη συμπλήρωση των 18 μηνών από τη δημοσίευση της 99/18-4-1977 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, χωρίς μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής να καταβληθεί στους δικαιούχους ή να παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οποιοδήποτε άλλο ποσό προς συμπλήρωση της ελλιπούς προσωρινής αποζημίωσης.
Επομένως, εφόσον η αποζημίωση που κατατέθηκε ήταν μικρότερη από την ορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, δεν ήταν πλήρης κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και με αυτή δεν επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 17 παρ. 4 εδ. γ του Συντάγματος και 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και η μετάθεση της κυριότητας στην υπέρης η απαλλοτρίωση.
Οι αρχικοί διάδικοι Ζ και Θ, απεβίωσαν μετά την συζήτηση της έφεσης και τη δίκη συνέχισαν οι κληρονόμοι τους και ήδη αναιρεσείοντες. Οι εφεσίβλητοι εισέπραξαν την ανωτέρων αποζημίωσή τους και την ορισθείσα οριστική αποζημίωση. Όμως δεν παρέδιδαν τα ακίνητά τους στην υπέρης η απαλλοτρίωση μέχρι την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-2-1982 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που ως αίτημά της είχε την αποβολή τους από τα ακίνητά τους, με την αιτιολογία ότι η απαλλοτρίωση δεν συντελέσθηκε λόγω μη καταβολής της πλήρους αποζημίωσης, οπότε, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, επικαλούμενοι αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν απέδιδαν τα ακίνητά τους.
Όμως δεν επέστρεψαν ποτέ την αναληφθείσα από αυτούς αποζημίωση, πολλαπλάσια του υπόλοιπου που δεν είχε καταβληθεί, έχοντας προφανώς αντικαταστήσει με την ληφθείσα αποζημίωση το απαλλοτριωθέν ακίνητο με άλλο ισάξιό του. Την αποζημίωση αυτή δεν την επέστρεψαν, παρόλο ότι γνώριζαν, τουλάχιστο από το 1982, τη δυνατότητα της προβολής της σχετικής ένστασης, περί μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, την οποία πρόβαλαν μόλις οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή, αλλά επένδυσαν αυτήν, όταν δε την έλαβαν παρέμειναν στα απαλλοτριωθέντα και διεκδικούν πλέον αυτά με έρεισμα την υπαίτια (δόλια ή αμελή) συμπεριφορά υπαλλήλων του Ο.Σ.Κ., που από αριθμητικό λάθος και όχι από ελλιπή περιγραφή στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης κατέθεσαν την αποζημίωση ελλιπή κατά τα παραπάνω ποσά.
Εξαιτίας δε της άρνησής τους αυτής το ... Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Σερρών και το Νυκτερινό Γυμνάσιο και Λύκειο, που στεγάζονται στα διδακτήρια που ανεγέρθηκαν στα απαλλοτριωθέντα και παραδοθέντα από τους ιδιοκτήτες τους ακίνητα, στερούνται αύλειου χώρου με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τους μαθητές.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την αντένσταση των εναγόντων, περί καταχρηστικής επίκλησης από τους εναγομένους του δικαιώματος κυριότητάς τους επί των ανωτέρω ακινήτων λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης αυτών, και, ακολούθως, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, έκρινε ως βάσιμη την αγωγή, δέχθηκε ότι έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση των ανωτέρω ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η κυριότητα αυτών έχει περιέλθει στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ως καθολικό διάδοχο της σχολικής εφορίας του 4ου Δημοτικού Σχολείου Σερρών, από της ισχύος του ν. 2009/1992 (άρθρ. 31) και δυνάμει της Φ.6/135/8-5-1995 απόφασης του Νομάρχη Σερρών, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης των επίδικων ακινήτων και της κτήσης της κυριότητας τούτων από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των διατάξεων των άρθρων του ουσιαστικού δικαίου 17 παρ. 4 εδ.
γ του Συντάγματος 7 παρ. 1, 11 παρ. 1 εδ. α ν.δ. 797/1971 και 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, λόγω μη κατάθεσης πλήρους της προσωρινής αποζημίωσης η οποία ορίσθηκε με την 99/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών εντός προθεσμίας 18 μηνών από τη δημοσίευση αυτής, δεν επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης των κηρυχθέντων αναγκαστικώς απαλλοτριωτέων επίδικων ακινήτων των αναιρεσειόντων καθώς και η μετάθεση της κυριότητας στην υπέρ ης η απαλλοτρίωση, στη συνέχεια δέχθηκε, αντιφατικώς, ως βάσιμη την ένδικη αγωγή με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση των ανωτέρω ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσειόντων και ότι η κυριότητα αυτών έχει περιέλθει στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δήμο, ως καθολικό διάδοχο της υπέρ ης απαλλοτρίωση Σχολικής Εφορίας, χωρίς καμία αιτιολογία για την συνδρομή προς τούτο των ανωτέρω αναφερόμενων προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και του ν.δ.797/1971, αλλά με μόνη την παραδοχή ως βάσιμης της αντένστασης των εναγόντων - ήδη αναιρεσιβλήτων, περί καταχρηστικής επίκλησης από τους ήδη αναιρεσείοντες του δικαιώματος κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης αυτών, η οποία, όμως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, δεν έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση ή των απώλεια του δικαιώματος κυριότητας των εν λόγω διαδίκων επί των ακινήτων τους, αλλά καθιστά μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης πρώτος, πρώτο και τρίτο μέρος και τρίτος, πρώτο μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, αλλ' εκείνα που βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο Δήμο πρέπει να καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2070/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει μεν στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ, χωρίς όμως ο αναιρεσίβλητος Δήμος να βαρύνεται με ποσό μεγαλύτερο του ποσού των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ