271/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 271 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 271/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Α...
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 271 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 271/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) .... και 2) .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μελέτιο Φικιώρη.
Του αναιρεσίβλητου:.... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3867/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 6-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3867/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ΚΠολΔ. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1188, 1191, 1121 και 1033 ΑΚ συνάγεται ότι οι περιορισμένες προσωπικές δουλείες, στις οποίες περιλαμβάνεται κάθε προσωπική δουλεία (πλην της επικαρπίας και οικήσεως), που παρέχει υπέρ κάποιου φυσικού ή νομικού προσώπου ορισμένη εξουσία ή χρησιμότητα πάνω σε ξένο ακίνητο, μπορούν να συσταθούν, όπως και οι πραγματικές δουλείες, εκτός από άλλους τρόπους, με συμφωνία μεταξύ του κυρίου του ακινήτου και εκείνου που αποκτά τη δουλεία. Η σύμβαση με την οποία συνιστάται περιορισμένη προσωπική δουλεία, ως ενέχουσα διάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος, απαιτείται να έχει νόμιμη αιτία, να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή (Ολ. ΑΠ 19/88). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1132 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και για την προστασία των περιορισμένων προσωπικών δουλειών (άρθρο 1191 ΑΚ), αυτός που απέκτησε δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής, να εγείρει την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό εμπράγματη αγωγή και να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Ενόψει τούτων, για να είναι πλήρης και ορισμένη η αγωγή του δικαιούχου περί αναγνωρίσεως του δικαιώματός του περιορισμένης προσωπικής δουλείας επί ακινήτου, η οποία έχει συσταθεί με σύμβαση, (άρθρα 70, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται σο δικόγραφο αυτής, η κατάρτιση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβλήθηκε σε μεταγραφή, της σύμβασης που περιέχει τη συμφωνία περί συστάσεως της δουλείας, η ενοχική σύμβαση (πώληση, ανταλλαγή κ.λ.π.) που αποτέλεσε την αιτία για τη σύσταση της δουλειάς και ότι εκείνος που παραχώρησε την δουλεία ήταν κύριος του δουλεύοντος ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10-12-1998 αγωγή, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει, ότι οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι και ο τρίτος .... , αφού με το 14028/14-12-1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστησαν συγκύριοι, ο καθένας κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, μιας αποθήκης, που βρίσκεται στο δεύτερο υπόγειο πολυώροφης οικοδομής, κειμένης στη συμβολή των οδών ... του συνοικισμού ... , στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 14173/22-12-1978 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησαν υπέρ αυτού, και από τους καθολικούς διαδόχους του μόνο υπέρ της συζύγου και των τέκνων του, περιορισμένη προσωπική δουλεία επί του καθοριζομένου στην αγωγή τμήματος της παραπάνω αποθήκης τους, εμβαδού 16 τ.μ., η οποία συνίσταται στο δικαίωμα των τελευταίων να χρησιμοποιούν το τμήμα αυτό για τη στάθμευση του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου του, ότι ακολούθως κατά το έτος 1990 ο εκ των συγκυρίων ..... , με το αναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το ιδανικό του μερίδιο επί της αποθήκης στους εναγομένους και ότι αυτοί από το τέλος του έτους 1995 με τις εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειές τους απαγορεύουν σ' εκείνον (ενάγοντα) να σταθμεύει το αυτοκίνητό του στο τμήμα της αποθήκης, επί του οποίου έχει συσταθεί η δουλεία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος να αναγνωρισθεί το πιο πάνω δικαίωμά του περιορισμένης προσωπικής δουλείας επί του ανωτέρω ακινήτου. Η αγωγή, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι αόριστη και ως τέτοια απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η νόμιμη αιτία για την οποία, με την υπ' αριθμ. 14173/1978 συμβολαιογραφική πράξη, συνεστήθη υπέρ του ενάγοντος η επικαλούμενη περιορισμένη προσωπική δουλεία, στοιχείο το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της σύμβασης με την οποία συνιστάται το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε ορισμένη την αγωγή, παρά την ως άνω αοριστία της, και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος-εναγομένου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής. Επομένως πρέπει, κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3867/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ