271/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated271/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 211 του ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Full text
Απόφαση 271 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 271/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ....... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούτσικο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία «CHARTWORLD SHIPPING CORPORATION» που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μπονόρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5093/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 398/2003 προδικαστική και 114/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 6 Ιουνίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου συντάχθηκε με την εισήγηση και επί πλέον ζήτησε την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 211 του ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση βουλήσεως απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι όρος της άμεσης αντιπροσώπευσης είναι και η επιχείρηση της δικαιοπραξίας από τον αντιπρόσωπο στο όνομα άλλου με την έννοια, ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις απ' αυτήν θα παράγονται στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου.
Το ότι η δήλωση γίνεται στο όνομα άλλου, πρέπει είτε να γνωστοποιείται από τον αντιπρόσωπο στον αντισυμβαλλόμενο ρητώς, είτε να συνάγεται από τις περιστάσεις. Κατά τον ερμηνευτικό δε κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.
Εξάλλου ναυτικός, που εμπίπτει στην έννοια των σχετικών διατάξεων (άρθρ. 53 επ.) του ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), θεωρείται το πρόσωπο που ανήκει στο συγκροτημένο πλήρωμα και προσφέρει τις υπηρεσίες του στο πλοίο κατά τον πλου, αποτελεί δε οργανική ενότητα με τους λοιπούς εργαζόμενους στο πλοίο για τον πλου. Κατά συνέπεια, δεν θεωρείται ναυτικός με την προαναφερόμενη έννοια το πρόσωπο που έχει ως αποστολή τη φύλαξη του παροπλισμένου πλοίου, η δε εργασιακή σχέση με το πρόσωπο αυτό θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας. (ΑΠ 904/1987).
Επί της συμβάσεως αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 762/1978, κατά το οποίο, αν ο εργοδότης ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, εκείνος που συνάπτει ως αντιπρόσωπος αυτού σύμβαση εργασίας με ναυτικό στην Ελλάδα σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται εις ολόκληρο με τον τελευταίο για όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σχέση της ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, έναντι του ναυτικού.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι τις επικαλούμενες στην αγωγή του είκοσι (20) διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, με τις οποίες είχε προσληφθεί ως φύλακας παροπλισμένων πλοίων, συνήψε με την εναγομένη – αναιρεσίβλητη, ως εργοδότρια, στο δικό της όνομα.
Αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι δεκατρείς (13) από τις συμβάσεις αυτές και συγκεκριμένα, τις από 27/9/1999, 26/11/1999, 27/12/1999, 28/1/2000, 1/3/2000, 5/4/2000, 3/5/2000, 4/7/2000, 4/8/2000, 8/9/2000, 4/10/2000, 8/11/2000 και 8/12/2000, οι οποίες έχουν καταρτισθεί εγγράφως, συνήψε ο αναιρεσείων με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας «CΗΑRΤΕLWELL ΜΑRΙΤΙΜΕ S.Α.», η οποία ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της εταιρίας «ΟLIVΕ ΝΑVIGΑΤΙΟΝ LTD - ΜΟΝRΟVIΑ/LIBERΙΑ», πλοιοκτήτριας του πλοίου ".....".
Τις άλλες επτά συμβάσεις, που έχουν, επίσης, καταρτιστεί εγγράφως, συνήψε ο αναιρεσείων με το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος όμως αναγράφεται σαφώς ότι ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό: 1)της εταιρίας «........», πλοιοκτήτριας του πλοίου ....... κατά τη σύναψη των από 5/7/1999 και 1/9/1999 συμβάσεων, 2)της εταιρίας «......», πλοιοκτήτριας του πλοίου .......
κατά τη σύναψη των από 17/6/2001 και 17/7/2001 συμβάσεων και 3)της εταιρίας «.......», πλοιοκτήτριας του πλοίου ......., κατά τη σύναψη των από 16/8/2001, 17/9/2001 και 17/11/2001 συμβάσεων. Προκύπτει, δηλαδή, ότι η αναιρεσίβλητη, στις τελευταίες επτά εκ των επιδίκων συμβάσεων εργασίας, ενήργησε ως αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό των παραπάνω πλοιοκτητριών εταιριών (αντιπροσωπευομένων), οι οποίες και ευθύνονται έναντι του αναιρεσείοντος, ως εργοδότριες.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1, 652 παρ. 1 και 653 ΑΚ, ενώ περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για να στηρίξει την κρίση του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε: α) αν η αναιρεσίβλητη ασκούσε διευθυντικό δικαίωμα, β) αν η εργασία του αναιρεσείοντος ήταν ενταγμένη στην εκμετάλλευσή της και απορροφήθηκε αποκλειστικά από την επιχειρηματική της δραστηριότητα, γ) αν η αναιρεσίβλητη έφερε τον κίνδυνο από την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα, δ) αν η ίδια αξίωνε την παροχή εργασίας και είχε υποχρέωση να καταβάλει το μισθό του και ε) το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο της εργασίας του αναιρεσείοντος, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι ακόμη και αν συντρέχουν τα αναφερόμενα σ' αυτές περιστατικά, η αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται έναντι του αναιρεσείοντος, αφού όπως δέχτηκε το Εφετείο, στις επτά από τις ένδικες συμβάσεις ενεργούσε αυτή ως αντιπρόσωπος των πλοιοκτητών, ενώ στις υπόλοιπες δεν είχε συμβληθεί με τον αναιρεσείοντα με οποιαδήποτε ιδιότητα.
Εξάλλου η αιτίαση ότι από την όλη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης είχε δημιουργηθεί βασίμως η εντύπωση στον αναιρεσείοντα, ότι εκείνη ήταν πραγματικά ο εργοδότης του, είναι απαράδεκτη, αφού προσβάλλει την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως του περιεχομένου των εγγράφων συμβάσεων, που διατυπώνεται με σαφήνεια και δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 του ΑΚ.
Τέλος, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει αν η αναιρεσίβλητη κατέστησε γνωστό στον αναιρεσείοντα, ότι ενεργεί ως εκπρόσωπος των πλοιοκτητών και ότι συνεπώς οι αιτιολογίες της, ως προς το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι αβάσιμη, αφού το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι προαναφερόμενες επτά συμβάσεις, οι οποίες έχουν καταρτιστεί εγγράφως και φέρουν την υπογραφή του αναιρεσείοντος, αναφέρουν ρητώς ότι η αναιρεσεσίβλητη ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των πλοιοκτητών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2004 αίτηση του ....... περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 114/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ