Legislator Case Law & Legislation
270/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership dispute over stream bed.

Case Number 270/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the final judgment of the Patras Court of Appeal regarding a property ownership dispute. The State argued that the lower court erred in fact-finding by concluding the disputed land was not part of a dry stream bed, relying solely on expert assumptions rather than documentary evidence. The Court rejected this claim as inadmissible because the State's challenge targeted the court's evaluation of evidence, which is legally non-reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD: An appeal challenging a court's evaluation of evidence is inadmissible as the appellate court lacks jurisdiction to review factual determinations made by the lower court.

Keywords

AI generated
appellate review limitation evaluation of evidence factual findings non-reviewable inadmissible appeal property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 22 para. 1 N. 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 270 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 270/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε. Τ. - Π. Α..Ε.., πρώην «Α.».Τ..Ε.. Α. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2018 μη οριστική, 26/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 26/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 25-11-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία ενός ακινήτου εμβαδού 11.689,55 τ.μ., μετά της επ' αυτού αποθήκης εμβαδού 6.333 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης οικισμού, στην περιφέρεια "Μποζαΐτικα" Πατρών του Δήμου Πατρέων και επί της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, επί του οποίου την κυριότητά της αμφισβητεί το εναγόμενο, καθώς έχει προβεί σε δήλωση ιδιοκτησίας του ακινήτου και έχει καταχωρηθεί αυτό στο κτηματολόγιο ως δημόσιο κτήμα.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την 474/2014 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 31-12-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 48/2018 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην παλαιά κοίτη του Χάραδρου χειμάρρου και στη συνέχεια η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 348/2018, ΑΠ 157/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθώς διατείνεται ότι η από 25-11-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν περιείχε όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ενόψει της ρητής άρνησης της κυριότητας τόσο ενάγουσας όσο και των δικαιοπαρόχων της, που προέβαλε κατά της αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν περιέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής της καθ' υποφορά, ή στις προτάσεις της, πλήρη αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 11-9-1885 έως 11-9-1915, εκ μέρους των άμεσων και απώτατων δικαιοπαρόχων της.

Ότι ως προς την προσμέτρηση του χρόνου νομής των προκτητόρων της και συγκεκριμένα του Ν. Θ., ο οποίος φέρεται ότι απεβίωσε το 1903, δεν εξειδικεύεται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης ο τρόπος υπεισέλευσης των Σ. Θ., Μ. θυγ. Ι. Τ. και Σ. Τ. στην κληρονομία του Ν. Θ. ως εκ διαθήκης ή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και περαιτέρω δεν εκτίθενται στην αγωγή οι πράξεις τους που φανερώνουν τη βούλησή τους να καταστούν κληρονόμοι.

Ότι επίσης, σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης ασκούσαν πράξεις νομής με καλή πίστη, ούτε εξειδικεύεται ποια συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν την ειλικρινή πεποίθηση των νομέων ότι με τις πράξεις τους δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων. Ότι παρά την ύπαρξη σχετικού λόγου έφεσης για την αοριστία της αγωγής, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός προτάθηκε από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το αναιρεσείον-εκκαλούν (ΑΠ 76/2021, ΑΠ 1252/2020), σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την από 31-12-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με την αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2020).

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού, διανοία κυρίων, υλικές εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής τους να το εξουσιάζουν ως κύριοι, συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου, για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι την 11-9-1915, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ και τις διατάξεις του Ν.

ΔΞΗ/1912 και το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 29-4/16-3-1926, προκειμένου να καταστεί ιδιώτης κύριος κτήματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι επομένως, ουδέποτε οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου υπό τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου και κατ' επέκταση ουδέποτε απέκτησε αυτήν και ο φερόμενος άμεσος δικαιοπάροχός της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι (άμεσοι και απώτεροι) της αναιρεσίβλητης κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, παραθέτοντας κατά σειρά τα συμβολαιογραφικά έγγραφα με τα οποία οι τελευταίοι κατέστησαν διαδοχικά κύριοι του επιδίκου ακινήτου, αρχίζοντας από τα με αριθμούς 21354/1982 και 53630/1982 παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου προς τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ν.

Θ. και καταλήγοντας στο νόμιμα μεταγεγραμμένο με αριθμό 471/30-12-1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, με το οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από την πωλήτρια αυτού τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", δέχθηκε στη συνέχεια, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, και τα ακόλουθα: "...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η ενάγουσα, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτής, άμεσοι και απώτεροι, ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό εκ του οποίου ουδέποτε αποξενώθηκαν. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Αγροτική Τράπεζα είχε ανεγείρει επί του ενιαίου ακινήτου το προαναφερόμενο κτίσμα (αναφέρεται προηγουμένως στην απόφαση ισόγεια αποθήκη σε σχήμα Π, επιφάνειας 6.333 τ.μ.), που εκμεταλλευόταν η ίδια.

Οι απώτεροι δε δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ενέμοντο το ακίνητο ως άνω συνεχώς από το 1882 με την προαναφερόμενη χρονική σειρά ο καθένας με το να επιβλέπουν και να καλλιεργούν το έδαφός του και τα εντός αυτού ελαιόδεντρα, συλλέγοντας τους παραγόμενους καρπούς για λογαριασμό τους, νεμόμενοι συνεχώς αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και στη συνέχεια με διάνοια κυρίου και με τους ως άνω νόμιμους τίτλους ο καθένας μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και έτσι η ενάγουσα προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων της, ο αρχαιότερος των οποίων άρχισε νεμόμενος το 1882, κατέστη κυρία του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία".

Με την κρίση του αυτή και ειδικότερα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, πλήρης και σαφείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής. Και, τούτο, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία της απόφασής του ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Η επάλληλη δε αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου "Χάραδρου", στηριζόμενο αποκλειστικά στις παραδοχές της πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή ότι ο χαρακτηρισμός των ομόρων αγροτεμαχίων ως σταφιδάμπελος, που περιλαμβάνεται στα με αριθμούς 53605/1881 και 201933/1896 Βασιλικά Παραχωρητήρια του Υπουργείου Οικονομικών, με τα οποία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν την κυριότητα επί της αρχικής επιφάνειας των 25 στρεμμάτων, υποδηλώνει ότι δεν υπήρχε κοίτη ενεργή ή ανενεργή στη συγκεκριμένη θέση και ότι πρόκειται για αγροτική περιοχή που δεν κατακλυζόταν από νερά χειμάρρου και ότι το επίδικο ακίνητο απέχει 230 μ.

από το χείμαρρο, αν και από την από 24-1-2008 έκθεση - εισήγηση της Δασολόγου Λαμπρινής Οικονόμου, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό και στην οποία αναφέρεται η απόφαση, προκύπτει ότι "... Από έρευνα Α/Φ έτους λήψης 1945 (9088:18-19), 1960 (7949-7950) και 1987 (176565) η έκταση εμφανίζεται ανέκαθεν μη δασική.

Το 1945 και 1960 η έκταση εμφανίζεται εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρου Χάραδρου και καλύπτεται από αραιή δασική βλάστηση...". Ότι με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έσφαλε, διότι χωρίς σαφείς, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει στο παραπάνω συμπέρασμα ότι το επίδικο δεν αποτελούσε παλαιά κοίτη του χειμάρρου Χάρδαρου, με αποτέλεσμα να στερεί την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της και να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε με τις ανεπαρκείς και αντιφατικές, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Αριθμός 270/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε. Τ. - Π. Α..Ε.., πρώην «Α.».Τ..Ε.. Α. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2018 μη οριστική, 26/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 26/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 25-11-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία ενός ακινήτου εμβαδού 11.689,55 τ.μ., μετά της επ' αυτού αποθήκης εμβαδού 6.333 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης οικισμού, στην περιφέρεια "Μποζαΐτικα" Πατρών του Δήμου Πατρέων και επί της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, επί του οποίου την κυριότητά της αμφισβητεί το εναγόμενο, καθώς έχει προβεί σε δήλωση ιδιοκτησίας του ακινήτου και έχει καταχωρηθεί αυτό στο κτηματολόγιο ως δημόσιο κτήμα.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την 474/2014 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 31-12-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 48/2018 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην παλαιά κοίτη του Χάραδρου χειμάρρου και στη συνέχεια η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 348/2018, ΑΠ 157/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθώς διατείνεται ότι η από 25-11-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν περιείχε όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ενόψει της ρητής άρνησης της κυριότητας τόσο ενάγουσας όσο και των δικαιοπαρόχων της, που προέβαλε κατά της αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν περιέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής της καθ' υποφορά, ή στις προτάσεις της, πλήρη αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 11-9-1885 έως 11-9-1915, εκ μέρους των άμεσων και απώτατων δικαιοπαρόχων της.

Ότι ως προς την προσμέτρηση του χρόνου νομής των προκτητόρων της και συγκεκριμένα του Ν. Θ., ο οποίος φέρεται ότι απεβίωσε το 1903, δεν εξειδικεύεται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης ο τρόπος υπεισέλευσης των Σ. Θ., Μ. θυγ. Ι. Τ. και Σ. Τ. στην κληρονομία του Ν. Θ. ως εκ διαθήκης ή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και περαιτέρω δεν εκτίθενται στην αγωγή οι πράξεις τους που φανερώνουν τη βούλησή τους να καταστούν κληρονόμοι.

Ότι επίσης, σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης ασκούσαν πράξεις νομής με καλή πίστη, ούτε εξειδικεύεται ποια συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν την ειλικρινή πεποίθηση των νομέων ότι με τις πράξεις τους δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων. Ότι παρά την ύπαρξη σχετικού λόγου έφεσης για την αοριστία της αγωγής, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός προτάθηκε από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το αναιρεσείον-εκκαλούν (ΑΠ 76/2021, ΑΠ 1252/2020), σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την από 31-12-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με την αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2020).

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού, διανοία κυρίων, υλικές εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής τους να το εξουσιάζουν ως κύριοι, συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου, για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι την 11-9-1915, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ και τις διατάξεις του Ν.

ΔΞΗ/1912 και το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 29-4/16-3-1926, προκειμένου να καταστεί ιδιώτης κύριος κτήματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι επομένως, ουδέποτε οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου υπό τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου και κατ' επέκταση ουδέποτε απέκτησε αυτήν και ο φερόμενος άμεσος δικαιοπάροχός της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι (άμεσοι και απώτεροι) της αναιρεσίβλητης κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, παραθέτοντας κατά σειρά τα συμβολαιογραφικά έγγραφα με τα οποία οι τελευταίοι κατέστησαν διαδοχικά κύριοι του επιδίκου ακινήτου, αρχίζοντας από τα με αριθμούς 21354/1982 και 53630/1982 παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου προς τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ν.

Θ. και καταλήγοντας στο νόμιμα μεταγεγραμμένο με αριθμό 471/30-12-1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, με το οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από την πωλήτρια αυτού τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", δέχθηκε στη συνέχεια, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, και τα ακόλουθα: "...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η ενάγουσα, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτής, άμεσοι και απώτεροι, ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό εκ του οποίου ουδέποτε αποξενώθηκαν. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Αγροτική Τράπεζα είχε ανεγείρει επί του ενιαίου ακινήτου το προαναφερόμενο κτίσμα (αναφέρεται προηγουμένως στην απόφαση ισόγεια αποθήκη σε σχήμα Π, επιφάνειας 6.333 τ.μ.), που εκμεταλλευόταν η ίδια.

Οι απώτεροι δε δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ενέμοντο το ακίνητο ως άνω συνεχώς από το 1882 με την προαναφερόμενη χρονική σειρά ο καθένας με το να επιβλέπουν και να καλλιεργούν το έδαφός του και τα εντός αυτού ελαιόδεντρα, συλλέγοντας τους παραγόμενους καρπούς για λογαριασμό τους, νεμόμενοι συνεχώς αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και στη συνέχεια με διάνοια κυρίου και με τους ως άνω νόμιμους τίτλους ο καθένας μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και έτσι η ενάγουσα προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων της, ο αρχαιότερος των οποίων άρχισε νεμόμενος το 1882, κατέστη κυρία του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία".

Με την κρίση του αυτή και ειδικότερα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, πλήρης και σαφείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής. Και, τούτο, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία της απόφασής του ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Η επάλληλη δε αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου "Χάραδρου", στηριζόμενο αποκλειστικά στις παραδοχές της πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή ότι ο χαρακτηρισμός των ομόρων αγροτεμαχίων ως σταφιδάμπελος, που περιλαμβάνεται στα με αριθμούς 53605/1881 και 201933/1896 Βασιλικά Παραχωρητήρια του Υπουργείου Οικονομικών, με τα οποία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν την κυριότητα επί της αρχικής επιφάνειας των 25 στρεμμάτων, υποδηλώνει ότι δεν υπήρχε κοίτη ενεργή ή ανενεργή στη συγκεκριμένη θέση και ότι πρόκειται για αγροτική περιοχή που δεν κατακλυζόταν από νερά χειμάρρου και ότι το επίδικο ακίνητο απέχει 230 μ.

από το χείμαρρο, αν και από την από 24-1-2008 έκθεση - εισήγηση της Δασολόγου Λαμπρινής Οικονόμου, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό και στην οποία αναφέρεται η απόφαση, προκύπτει ότι "... Από έρευνα Α/Φ έτους λήψης 1945 (9088:18-19), 1960 (7949-7950) και 1987 (176565) η έκταση εμφανίζεται ανέκαθεν μη δασική.

Το 1945 και 1960 η έκταση εμφανίζεται εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρου Χάραδρου και καλύπτεται από αραιή δασική βλάστηση...". Ότι με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έσφαλε, διότι χωρίς σαφείς, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει στο παραπάνω συμπέρασμα ότι το επίδικο δεν αποτελούσε παλαιά κοίτη του χειμάρρου Χάρδαρου, με αποτέλεσμα να στερεί την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της και να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε με τις ανεπαρκείς και αντιφατικές, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ