Legislator Case Law & Legislation
270/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on debt and statute of limitations issues.

Case Number 270/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a debt dispute involving guarantee letters. The appellant argued that the statute of limitations had not expired and challenged the court's finding that the guarantee contract was independent of the underlying credit agreement. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible due to vague legal citations and substantively unfounded because the lower court correctly applied the limitation period and the independent nature of the guarantee contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the grounds are vague and unsubstantiated, and that a final judgment is correct when it properly applies the statute of limitations and the independent character of a guarantee contract.

Keywords

AI generated
appeal admissibility statute of limitations independent guarantee vague legal grounds final judgment court costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 270 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 270/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελου Μορφόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάια Μυρτσιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2008 αγωγή και την από 30/12/2010 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5919/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3754/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/5/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3754/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-03-2014 και με αριθμό κατάθεσης 2231/2914 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 5919/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε συνεκδικάσει:

α) την από 23-5-2008 και με αριθμό κατάθεσης 106639/5101/2008 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 300.961,43 ευρώ, νομιμοτόκως, που απορρέει από απαίτησή του με βάση εγγυητική επιστολή, που εξόφλησε και στην οποία ήταν συνεγγυητής ο εναγόμενος, ευθυνόμενος επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) την ανταγωγή που επίσης άσκησε ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του, επί της από 5-5-2009 και με αριθμό κατάθεσης 72336/4902/2009 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου (ως προς την οποία έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής) και ζητούσε με την ανταγωγή αυτή, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αιτήματός του, να αναγνωρισθεί ότι ο αντεναγόμενος οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 128.480,87 ευρώ, ευθυνόμενος κυρίως από τις αναφερόμενες εγγυητικές επιστολές, που εξόφλησε ο αναιρεσείων και στις οποίες ήταν συνεγγυητής μετά του αναιρεσίβλητου, άλλως ενεχόμενος κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της. Επίσης απέρριψε την ανταγωγή, κατ' ουσίαν ως προς την κυρία βάση της και ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361), χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι με αυτές οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.

Δηλαδή, η τράπεζα, που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε δανειστή του πελάτη/εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη/εντολέα-τράπεζας, η οποία, πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας, τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή.

Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας, τράπεζας και όχι και για το λήπτη. Η δημιουργούμενη δε, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη (τράπεζας) και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.

ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης.

Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.

Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 561/2021, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008).

Έτσι, εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο (δεν μπορεί) να αντιτάξει ενστάσεις, που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον πελάτη/εντολέα της, οι οποίες (ενστάσεις) ανάγονται στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω σχέσης, καθόσον ο τελευταίος (εντολέας) δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση τράπεζας και λήπτη της εγγυητικής επιστολής (δανειστή του).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 561/2021, ΑΠ 2018/2014, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνη η σύμβαση περί πληρωμής της εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για το λήπτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης (δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας), όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/πελάτη, εντολέα της), της οποίας (σχέσης κάλυψης), επομένως, το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική επιστολή, δεν είναι παρεπόμενο.

Έτσι, σε περίπτωση μεταβίβασης της σχέσης κάλυψης, δεν συμμεταβιβάζεται, ως παρεπόμενο αυτής δικαίωμα και εκείνο του λήπτη της εγγυητικής επιστολής έναντι της εκδότριας τράπεζας, η οποία συνεχίζει να ευθύνεται για την καταβολή του ποσού της κατάπτωσής της. Διαφορετικό είναι και δεν πρέπει να συγχέεται με το ερευνώμενο, το ζήτημα του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση της τράπεζας έναντι του εντολέα/πελάτη της, από την, με βάση τη μεταξύ τους υφισταμένη πιστοδοτική σχέση κάλυψης, πληρωμή, εκ μέρους της, στο λήπτη, του ποσού της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, τα οποία (παρεπόμενα, εξασφαλιστικά δικαιώματα), παρακολουθούν, βεβαίως, την ασφαλιζόμενη απαίτηση και συμμεταβιβάζονται με αυτή (ΑΠ 561/2021).

Οι ίδιες, ως άνω, διατάξεις εφαρμόζονται και επί αντεγγυήσεως, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος εγγυήσεως και στην οποία ο αντεγγυητής αναλαμβάνει έναντι του εγγυητού την ευθύνη ότι ο πρωτοφειλέτης θα εκπληρώσει τις έναντι αυτού υποχρεώσεις του και ότι θα ικανοποιηθεί η κατά του πρωτοφειλέτου απαίτησή του, η οποία θα αποκτηθεί με την τυχόν εκ μέρους αυτού (εγγυητού) ικανοποίηση του δανειστού από τη γένεση αντιστοίχου δικαιώματος αναγωγής ή από υποκατάσταση κατ' άρθρο 858 Α.Κ.

στα δικαιώματα του δανειστού. Ο αντεγγυητής δηλαδή είναι εγγυητής της αναγωγής του εγγυητού κατά του πρωτοφειλέτου. Στην περίπτωση αυτή το καταβαλλόμενο ποσό της εγγυήσεως συνιστά δαπάνη του εγγυητού για την κανονική εκτέλεση της συμβάσεως ανάμεσα σ' αυτόν και τον πρωτοφειλέτη, είναι δε αποδοτέο στον πρώτο, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 722 του Α.Κ.

και τοκοφόρο, κατ' άρθρο 301 Α.Κ., από το χρόνο της δαπάνης. Κανονική δε εκτέλεση της εντολής υφίσταται εφόσον ο εντολοδόχος εκτελεί την υποχρέωση του σύμφωνα με τη σύμβαση, συμμορφούμενος προς ρητές ή επιτακτικές οδηγίες του εντολέως ή, αν αυτές είναι ενδεικτικές, εφόσον έπραξε κάθε τι που επέβαλλε η φύση της υποθέσεως που του ανατέθηκε (Ολ.

ΑΠ 10/1992, ΑΠ 1273/2014, ΑΠ 862/1996, 692/1995 ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ.,112 Εισ.ν.Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (Εισ.ν.Α.Κ. 112 παρ.2), το χαρακτήρα δε συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των καλυπτόμενων επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 1437/2014, ΑΠ 910/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕΝ ΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιοσδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 254/2018, ΑΠ 229/2007).

Ωστόσο ο εγγυητής ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμό του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις.

Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικά κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ1458/2006, ΑΠ1434/1999).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 419/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ως έγγραφα, για την ίδρυση του παρόντος λόγου, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 1134/2011) και δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά δικόγραφα (ΑΠ 42/2014, ΑΠ 243/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του δικογράφου της από 23-05-2008 αγωγής του αναιρεσείοντος, αυτός εξέθεσε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: 1) Με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο τυγχάνουν οι μοναδικοί μέτοχοι, σε ποσοστό 50% ο καθένας, της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την αριθ. 2407/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της πτωχευτικής διαδικασίας εκκρεμούσας μέχρι την άσκηση της αγωγής. 2) Προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η δραστηριότητα της παραπάνω εταιρίας, στην εργολαβία κατασκευαστικών έργων στην Ελλάδα και τη Λιβύη, συνήψε ως πρωτοφειλέτρια, με τους διαδίκους εταίρους ως συνεγγυητές, με την ...

και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού συμβάσεις δανείων και ζήτησαν την έκδοση εγγυητικών επιστολών για την ανάληψη έργων. Ειδικότερα, με την ... (….) η εταιρία τους συνήψε την από 26-5-1978 και με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καθώς και τις από 9-6-1978 με αριθμό ...-1 και από 20-10-1978 με αριθμό ...-2 αυξητικές αυτές συμβάσεις.

Όλες δε τις ανωτέρω συμβάσεις συνυπέγραψαν ως εγγυητές οι εταίροι, πλην της τελευταίας αυξητικής, την οποία εγγυήθηκε μόνο ο αναιρεσείων. 3) Μεταξύ της πιο πάνω εταιρίας και της …. καταρτίστηκαν και οι με αριθμούς ... συμβάσεις έκδοσης εγγυητικών επιστολών, για τις οποίες εγγυήθηκαν οι διάδικοι, υποχρεούμενοι στην αποπληρωμή των τυχόν οφειλών από την χορήγηση των εγγυητικών επιστολών, την τυχόν κατάπτωσή τους και των οφειλούμενων στην τράπεζα προμηθειών, παραιτούμενοι μεταξύ άλλων και από την ένσταση διζήσεως. 4) Ότι υπό την προσωπική εγγύηση του ίδιου και του εναγομένου και κατ' εντολή και για λογαριασμό της ως άνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας, εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, από την ...

και η ... επιστολή αντεγγύησης προς την εδρεύουσα στη Λιβύη τράπεζα με την επωνυμία "...", αντεγγύηση που είχε υπογράψει ως εγγυητής ο εναγόμενος και η οποία, αλλοδαπή τράπεζα, με τη σειρά της εξέδωσε την ... εγγυητική της επιστολή προς το Τελωνείο ..., για το ποσό των 55.000 δηναρίων Λιβύης (LD), η οποία ήταν απαραίτητο να παραδοθεί στο ως άνω τελωνείο, προκειμένου να δοθεί η άδεια στην εταιρεία για την ελεύθερη εισαγωγή και χρήση των μηχανημάτων που θα χρησιμοποιούσε για την αποπεράτωση του έργου που είχε αναλάβει.

Ότι, ειδικότερα, η ανωτέρω αντεγγυητική επιστολή εκδόθηκε με βάση την από 12.1.1979 σχετική σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ της ..., ως αντεγγυήτριας έναντι της ως άνω αλλοδαπής τράπεζας και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ως πρωτοφειλέτριας, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω τράπεζα εγγυήθηκε προς την "..." υπέρ της πρωτοφειλέτριας, προκειμένου να εκδοθεί από αυτήν η προαναφερθείσα εγγυητική επιστολή της προς το Τελωνείο ..., ποσού των 55.000 LD, στην οποία ο εναγόμενος συμβλήθηκε ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ενώ ο ίδιος (ενάγων) ευθυνόταν ως εγγυητής για την κάλυψη της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, δεδομένου ότι η αντεγγυήτρια σύμφωνα με την ίδια σύμβαση είχε δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα προς εξασφάλιση της εν λόγω αντεγγύησης από τον προαναφερθέντα .../1978 αλληλόχρεο λογαριασμό, ως προς τον οποίο είχε συμβληθεί ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και δη παραιτηθείς από την ένσταση δίζησης, έχοντας έτσι καταστεί συνεγγυητής με τον εναγόμενο για την αποπληρωμή των τυχόν οφειλών από τη χορήγηση, την τυχόν κατάπτωση και τις προμήθειες της ως άνω αντεγγυητικής επιστολής.

Περαιτέρω, εκθέτει ότι ο εναγόμενος παραβίασε τους όρους με τους οποίους είχε δοθεί στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία η προαναφερθείσα άδεια εισαγωγής και ελεύθερης χρήσης μηχανημάτων και, ως εκ τούτου, τον Απρίλιο 1984 το υπέρ ου η ως άνω εγγυητική επιστολή Τελωνείο ... ζήτησε την κατάπτωση αυτής και την επιβολή επιπλέον προστίμου ποσοστού 400% επί του ποσού της.

Ότι, ακολούθως, η εγγυήτρια τράπεζα "..." ζήτησε την κατάπτωση της προαναφερθείσας αντεγγυητικής επιστολής της Εθνικής Τράπεζας και στη συνέχεια η τελευταία ζήτησε από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και από τον ίδιο και τον εναγόμενο ως συνεγγυητές να εξοφλήσουν την εν λόγω απαίτηση. Ότι από την κατάπτωση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, το κεφάλαιο αυτής άρχισε να τοκίζεται με εξάμηνο ανατοκισμό, με επιτόκια υπερημερίας αντιστοιχούντα στο εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς του Λονδίνου (...) για εξάμηνες καταθέσεις σε δολάριο, προσαυξανόμενα κατά μία ποσοστιαία μονάδα μέχρι το 1989 και κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες από το 1990 έως τη σύνταξη της αγωγής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν.

Ότι υπέρ της Εθνικής Τράπεζας είχε εκδοθεί σε βάρος του η ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση το οριστικό κατάλοιπο της προαναφερθείσας .../1978 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, καθώς και η 10530/1984 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον υποχρέωνε να της καταβάλει ποσό 10.273,96 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες άλλης εγγυητικής επιστολής και ότι, προκειμένου να τακτοποιήσει τις εν λόγω οφειλές του, συνήψε με την εν λόγω τράπεζα την από 30.10.2006 σύμβαση, με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση, είτε να επιστρέφει στην εγγυήτρια τράπεζα "..." την ως άνω από 12.1.1979 εγγυητική επιστολή της, εξοφλώντας τυχόν οφειλές από προμήθειες και τόκους, παραδίδοντας συγχρόνως στην Εθνική Τράπεζα επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, είτε να προσκομίσει στην τελευταία έγγραφο του Τελωνείου ..., στο οποίο θα αναφερόταν ότι εξέλιπε ο λόγος, για τον οποίο είχε εκδοθεί η εν λόγω εγγυητική επιστολή και ότι το Τελωνείο αυτό δεν είχε καμία απαίτηση από αυτήν.

Ότι ο ίδιος (ενάγων) στις 5.4.1993 εξόφλησε την εγγυητική επιστολή της "..." προς το Τελωνείο ... Λ., καταβάλλοντας στο τελευταίο το ποσό των 55.000 LD, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο στη συνέχεια του παρέδωσε την από 5.4.1993 επιστολή του, με την οποία έδινε την εντολή στην εγγυήτρια τράπεζα να ακυρώσει την εν λόγω εγγυητική επιστολή και ότι αντίγραφο της ως άνω επιστολής προσκόμισε στην αντεγγυήτρια Εθνική Τράπεζα στις 25.4.2007, με αποτέλεσμα τόσο η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, όσο και ο ίδιος και ο εναγόμενος, ως συνεγγυητές, να ελευθερωθούν από τη σχετική αναληφθείσα εκ της αντεγγύησης οφειλή τους προς αυτήν.

Τέλος, ο ενάγων εκθέτει ότι εφόσον η συνολική οφειλή εκ της ως άνω εγγυητικής επιστολής και δη με ανατοκισμό με τα αναφερόμενα στην αγωγή επιτόκια, ανήλθε έως την εξόφληση στο συνολικό ποσό των 931.872,78 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα ισοτιμία, αντιστοιχούσαν σε ποσό 205.105.218 δραχμές, ο εναγόμενος οφείλει να του αποδώσει το ήμισυ (1/2) του εν λόγω ποσού, που βαρύνει τον ίδιο ως συνεγγυητή, που ανέρχεται στο ποσό των 102.552.609 δραχμών ή 300.961,43 ευρώ, άλλως, επικουρικά, ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το εν λόγω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον κατέστη πλουσιότερος κατά το ως άνω ποσό σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω της απαλλαγής του από την υποχρέωση καταβολής του στην αντεγγυήτρια τράπεζα.

Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 223, 295 παρ.1, 297 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 300.961,43 ευρώ, νομιμότοκα από την ημερομηνία εξόφλησης της παραπάνω εγγυητικής επιστολής (5.4.1993), άλλως από την ημερομηνία της προσκομιδής της επιστολής του Τελωνείου ...

στην αντεγγυήτρια τράπεζα (25.4.2007), άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, και δη με βάση τις περί εγγύησης διατάξεις, άλλως, επικουρικά, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Το Εφετείο, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της, με τις εξής νομικές παραδοχές: " Πλην όμως, με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, που επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις περί εγγύησης και αναγωγής του συνεγγυητή (ΑΚ 860), καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, ο εναγόμενος ήταν ο μόνος που είχε συμβληθεί ως εγγυητής στην από 12.1.1979 σύμβαση με την ..., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιστολή αντεγγύησης προς την τράπεζα "..." και, ως εκ τούτου, ο ενάγων δεν είχε καταστεί συνεγγυητής με αυτόν για τις τυχόν από την εν λόγω επιστολή αντεγγύησης απορρέουσες αξιώσεις της τράπεζας που εξέδωσε αυτήν.

Ούτε, άλλωστε, μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του εναγομένου ως συνεγγυητή, από το αναφερόμενο στην αγωγή γεγονός ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο ενάγων, είχαν συμβληθεί ως συνεγγυητές στην .../1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από τον οποίο η αντεγγυήτρια τράπεζα είχε κατά τη σύμβαση δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα για την αντεγγύηση.

Και τούτο διότι, ακόμη κι αν ο ενάγων ισχυριζόταν ότι υπήρξε καταβολή του ποσού της αντεγγύησης εκ μέρους της αντεγγυήτριας τράπεζας προς την εγγυήτρια λιβυκή τράπεζα και συνακόλουθη εισαγωγή του ποσού που είχε καταβάλει ως χρεωστικού κονδυλίου στον εν λόγω αλληλόχρεο λογαριασμό, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατή η εκ μέρους του ενάγοντος επιδίωξη του εν λόγω κονδυλίου αυτοτελώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα σχετική μείζονα σκέψη, διότι εφόσον ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, ο εναγόμενος θα ευθυνόταν μόνο για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι για τα τυχόν επιμέρους κονδύλια που έχουν εισέλθει σ' αυτόν.

Ομοίως, για τους ίδιους λόγους τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον υπό τα αναφερόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν υπήρξε πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, και δη με την αποτροπή αύξησης του παθητικού της περιουσίας του, εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επικαλείται ότι υπήρξε εκπλήρωση της υποχρέωσης της ...

ως αντεγγυήτριας έναντι της εγγυήτριας τράπεζας "..." και, συνακόλουθα, ουδέποτε γεννήθηκε αξίωση της αντεγγυήτριας σε βάρος των διαδίκων εκ της αιτίας αυτής. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περίπου αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ...". 1.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη το σφάλμα της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων και συγκεκριμένα της σύμβασης της έκδοσης της επίμαχης αντεγγυητικής επιστολής, καθώς και της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και ότι έτσι εσφαλμένα εξέλαβε ότι οι δύο αυτές συμβάσεις είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, ενώ εάν προχωρούσε σε ορθή ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων θα είχε καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα ότι η σύμβαση έκδοσης της εγγυητικής επιστολής ήταν εκτελεστική της σύμβασης του ανοικτού λογαριασμού και ως εκ τούτου η συνυπογραφή των διαδίκων στην τελευταία αυτή σύμβαση αρκούσε για τη θεμελίωση της συνεγγυητικής ιδιότητάς τους.

Ο αναιρετικός λόγος, ως προς το σκέλος του αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι η απόφαση του Εφετείου έκρινε την από 23-5-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος μη νόμιμη, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της και δεν ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, ώστε στα πλαίσια συναγωγής αποδεικτικού πορίσματος να αναγνώσει και να αξιολογήσει τα έγγραφα των παραπάνω συμβάσεων, των οποίων ο αναιρεσείων αιτιάται παραμόρφωση, δια της εσφαλμένης ανάγνωσής τους. 2.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή του ως μη νόμιμη, δεχόμενη ότι η σύμβαση έκδοσης της εγγυητικής επιστολής ήταν η κύρια σύμβαση, απολύτως αυτοτελής και ανεξάρτητη της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι μόνο ο αναιρεσίβλητος που την υπέγραψε ανέλαβε ως εγγυητής την ευθύνη έναντι της ..., πως η πιστούχος εταιρία θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις για τις οποίες εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, υπέπεσε στα σφάλματα:

α) της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 847, 849 περ.β' και 860 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη την έννοια της εγγύησης, η δεύτερη ότι η έλλειψη του εγγράφου τύπου της εγγύησης καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή και η τρίτη (860 ΑΚ) ρυθμίζει το αναγωγικό δικαίωμα του συνεγγυητή, β) της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον δεν ανέτρεξε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων αυτών, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, τόσο στη σύμβαση έκδοσης της επίδικης εγγυητικής επιστολής, όσο και στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, σχετικά με το ζήτημα της ανάληψης ή μη συνεγγυητικής ευθύνης από αμφότερους τους διαδίκους και γ) της παραβίασης των κανόνων που τίθενται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν έλαβε υπόψη της, σχετικά με την έκδοση εγγυητικών επιστολών στις τραπεζικές συναλλαγές, όταν υφίσταται σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, από τον οποίο θα εκδίδονται και θα αντλούν κάλυμμα εγγυητικές επιστολές.

Επί των αιτιάσεων αυτών του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στο δικόγραφο της από 23-5-2008 αγωγής, το ουσιώδες περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται πιο πάνω, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι υπό την προσωπική εγγύηση αυτού και του εναγομένου - αναιρεσίβλητου και κατ' εντολή και για λογαριασμό της αναφερθείσας ανώνυμης εταιρίας τους, η οποία ήταν και πρωτοφειλέτρια, εκδόθηκε από την ...

η με αριθμό ... εγγυητική επιστολή αντεγγύησης προς την εδρεύουσα στη Λ. τράπεζα με την επωνυμία "...", η οποία στη συνέχεια, δυνάμει της ανωτέρω αντεγγύησης, εξέδωσε την από 12-1-1979 εγγυητική επιστολή προς το Τελωνείο ... για ποσό 55.000 δηναρίων Λ. (LD). Στη συνέχεια του δικογράφου της αγωγής σαφώς εκθέτει ότι ο εναγόμενος είχε υπογράψει ως εγγυητής την από 12-1-1979 με αριθμό ...

αντεγγύηση της …, ενώ αυτός (ενάγων) ευθυνόταν ως εγγυητής για την κάλυψη της ως άνω εγγυητικής επιστολής επειδή είχε υπογράψει ως εγγυητής την με αριθμό .../26-5-1978 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, από τον οποίο η … είχε δικαίωμα να αντλήσει κάλυμμα για την ανωτέρω αντεγγύησή της και ότι έτσι είχε καταστεί συνεγγυητής με τον εναγόμενο έναντι της ….

Με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην παρούσα απόφαση και ιδιαίτερα ότι η σύμβαση εγγύησης (και αντεγγύησης) με την έκδοση εγγυητικής επιστολής έχει αυτόνομο χαρακτήρα έναντι της βασικής σχέσης, όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/ πελάτη, εντολέα της), καθώς και ότι στη σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού ο εγγυητής ευθύνεται, μέχρι του ποσού της εγγύησης, μόνο για το κατάλοιπο του λογαριασμού, όχι δηλαδή για επιμέρους κονδύλια που έχουν εισέλθει σε αυτόν, ο αναιρεσείων δεν είχε καταστεί συνεγγυητής με τον αναιρεσίβλητο, στην από 12-1-1979 σύμβαση με την …, με βάση την οποία εκδόθηκε η επίδικη επιστολή αντεγγύησης προς την τράπεζα "...", ώστε να έχει αποκτήσει αναγωγικό δικαίωμα κατά του αντιδίκου του, σύμφωνα με το άρθρο 860 ΑΚ.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που, με τις προεκτεθείσες νομικές παραδοχές της, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 847, 849 εδ.β' και 860 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με την υπό στοιχ.

α' αιτίαση, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ως προς το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο επίσης ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 585/2019), και με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο διαστρέβλωσε το περιεχόμενο της αγωγής, δεχόμενο πως, κατά τα ιστορούμενα, μόνο ο εναγόμενος εγγυήθηκε έναντι της αντεγγυήτριας Ε.Τ.Ε.

Περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του και με την υπό στοιχ. β' αιτίαση, της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με την κύρια αγωγική βάση, ώστε να διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία για την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στη σύμβαση έκδοσης της εγγυητικής επιστολής και στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, σχετικά με το ζήτημα της ανάληψης ή μη συνεγγυητικής ευθύνης των διαδίκων, αλλά έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά.

Εξάλλου, ο παρών λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο επίσης σκέλος του και με την υπό στοιχ. γ' αιτίαση, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τους κανόνες δικαίου, στην εξειδίκευση των οποίων το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της επικαλούμενης ως κοινής πείρας του γενικού παραδεδεγμένου στις τραπεζικές συναλλαγές, σχετικά με την έκδοση εγγυητικών επιστολών.

Με την εκδοχή δε ότι ο αναιρεσείων υπονοεί τις διατάξεις των άρθρων 847, 849 εδ.β και 860 του ΑΚ, τις οποίες παραθέτει ενάριθμα στην υπό στοιχ. α' πιο πάνω αιτίασή του, δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η παράβαση, δεν προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και την, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια των παραπάνω κανόνων δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 944/2013, ΑΠ 1106/2013, ΑΠ 1107/2012, ΑΠ 225/2009). Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση ελάμβανε υπόψη της τα πιο πάνω διδάγματα της κοινής πείρας θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι κατέστη συνεγγυητής μετά του αναιρεσίβλητου και ας μην είχε υπογράψει τη σύμβαση έκδοσης εγγυητικής, αφού είχε αναλάβει τοιαύτη συνεγγυητική ευθύνη στη σύμβαση, από την οποία η εγγυητική θα αντλούσε κάλυμμα, συνιστά επίκληση διδαγμάτων κοινής πείρας για την ερμηνεία δικαιοπραξιών, αιτίαση, όμως, που δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 10/2005, ΑΠ 586/2019, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 1532/2013).

3. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα εάν αυτός ανέλαβε μαζί με τον αναιρεσίβλητο συνεγγυητική ευθύνη για την πληρωμή της επίμαχης εγγυητικής επιστολής αντεγγύησης. Ο παρών αναιρετικός λόγος, ως προς το παραπάνω σκέλος του, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, καταρτίζοντας ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, με διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να θεμελιώνεται λόγος ως προς τις αιτιολογίες της (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1208/2008).

4. Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το έκτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλειες από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε και συγκεκριμένα την από 30-10-2006 σύμβαση του ίδιου με την ... (5ο σκέλος) και τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια (6ο σκέλος), ήτοι έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν η συνεγγυητική του ευθύνη για την επίμαχη εγγυητική επιστολή. Ο λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο αυτά σκέλη του είναι απαράδεκτος, διότι για να ιδρυθεί τέτοιος λόγος, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να παρέλειψε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης (Ολ. ΑΠ 42/2022, ΑΠ 107/2016, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 53/2013, ΑΠ 324/2008), ενώ στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή του αναιρεσείοντος κρίθηκε ως μη νόμιμη, χωρίς ουσιαστικά έρευνα και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

5. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361, 847, 848, 851 ΑΚ, 112 Εισ. Ν. ΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου καθώς και των άρθρων 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-08-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διέπουν την έννοια και τη λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού και την εγγύηση οφειλής από τέτοια σύμβαση.

Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη, με τη νομική παραδοχή ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, ως συνεγγυητή, από το γεγονός ότι έχουν συμβληθεί αμφότεροι στον αλληλόχρεο λογαριασμό, απ' όπου οι εγγυητικές επιστολές αντλούσαν κάλυμμα, διότι ακόμα και αν ισχυριζόταν ο ενάγων ότι υπήρχε καταβολή της εγγυητικής από την εκδότρια Εθνική Τράπεζα και συνακόλουθα εισαγωγή της στον αλληλόχρεο ως χρεωστικό κονδύλιο και πάλι δεν θα ήταν δυνατή η δικαστική του επιδίωξη από τον ενάγοντα, σε βάρος του συνεγγυητή του, διότι, αφού ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται ο πρωτοφειλέτης, ο εναγόμενος θα ευθυνόταν μόνο για το κατάλοιπο του αλληλοχρέου και ακόμα ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη του εγγυητή έπρεπε να υπάρξει καταβολή του ποσού της αντεγγύησης από την εκδότρια τράπεζα, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, ως προς τον χαρακτήρα, καθ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, της εγγύησης του αναιρεσείοντος και την αναγωγική ευθύνη του αναιρεσίβλητου, ως συνεγγυητή.

Με τα πιο πάνω όμως, ιστορούμενα περιστατικά στο δικόγραφο της αγωγής, με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης για τον αυτόνομο και όχι παρεπόμενο, της βασικής σχέσης, χαρακτήρα της εγγυητικής επιστολής τράπεζας και για την ευθύνη του εγγυητή σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού μόνο για το κατάλοιπο, μετά το οριστικό κλείσιμο τούτου, και όχι για τα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού και με όσα πιο πάνω εκτίθενται αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, επίσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, και δη στις αιτιάσεις με στοιχεία α' και γ', δεν ήσαν εφαρμοστέες οι ουσιαστικές διατάξεις για την εγγυητική ευθύνη του αναιρεσείοντος και την αναγωγική ευθύνη του αναιρεσίβλητου, ως συνεγγυητή.

Επομένως, το Εφετείο δεν τις παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, και ο παρών αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

IV. Από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού με τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1151/2017). Προϋπόθεση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης από το δότη και το λήπτη του πλουτισμού (ΑΠ 828/2003, ΑΠ 898/2003, ΑΠ 1678/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό χωρίς να διαλάβει καμμία απολύτως αιτιολογία για την απόρριψή της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο για την απόρριψη της επικουρικής βάσης διέλαβε την προεκτεθείσα νομική παραδοχή, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε ελάσσονα πρόταση, με διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, όπως προαναφέρθηκε σχετικά και με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Συνακόλουθα είναι απαράδεκτος και ο συναφής τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, επίσης από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. Επίσης ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 11 του ίδιου άρθρου, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, από τα οποία προέκυπτε η ιδιότητά του ως συνεγγυητή της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, είναι απαράδεκτος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διατυπώνεται αποδεικτικό πόρισμα, όπως προαναφέρθηκε αναφορικά και με το πέμπτο και έκτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361, 847 ΑΚ, 112 Εισ.Ν.ΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", καθώς και του άρθρου 904 ΑΚ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής του, με την παραδοχή ότι, με τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρξε αποτροπή αύξησης του παθητικού της περιουσίας του εναγομένου, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται ότι υπήρξε εκπλήρωση της υποχρέωσης της Εθνικής Τράπεζας ως αντεγγυήτριας έναντι της εγγυήτριας αλλοδαπής τράπεζας και ουδέποτε γεννήθηκε αξίωση της αντεγγυήτριας σε βάρος των διαδίκων από την αιτία αυτή.

Ότι εσφαλμένα υπέλαβε το Εφετείο ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης της αντεγγυήτριας Τράπεζας, κατά της πιστούχου και των συνεγγυητών είναι η πληρωμή του ποσού στην αλλοδαπή τράπεζα, ενώ το ορθό είναι ότι η αξίωση της Εθνικής Τράπεζας έναντι της πιστούχου εταιρίας και των εγγυητών γεννήθηκε ταυτόχρονα με την έκδοση της αντεγγυητικής επιστολής και κατέστη απαιτητή από τη στιγμή που η αλλοδαπή τράπεζα ζήτησε την πληρωμή της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, το ποσό των 55.000 δηναρίων Λιβύης της οποίας εισήλθε στον αλληλόχρεο λογαριασμό και ότι έτσι, όταν ο αναιρεσείων το εξόφλησε και παρέδωσε το σχετικό εξοφλητήριο στην Εθνική τράπεζα πραγματοποίησε όχι καταβολή αυτοτελούς ποσού, αλλά καταβολή εκ του καταλοίπου.

Όπως εκτίθεται, όμως, στο δικόγραφο της αγωγής, εγγυητής στην από 12-1-1979 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ..., εξέδωσε την επιστολή αντεγγύησης προς την Τράπεζα "..." της Λιβύης, η οποία είχε εκδώσει εγγυητική επιστολή για το χρέος των 55.000 δηναρίων Λιβύης, της εταιρίας των διαδίκων, προς το Τελωνείο της ..., ήταν μόνο ο αναιρεσίβλητος.

Έτσι, ένεκα του αυτόνομου χαρακτήρα της σύμβασης, με βάση την οποία εκδόθηκε η παραπάνω αντεγγυητική επιστολή, δεν μπορούσε ο αναιρεσείων να καταστεί συνεγγυητής, εκ μόνου του λόγου ότι υπήρξε συνεγγυητής στην από 26-5-1978 και με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω στην αγωγή αναφέρεται ότι ο ενάγων - αναιρεσείων εξόφλησε στο Τελωνείο ... την από 12-1-1979 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας "...", καταβάλλοντας το ποσό των 55.000 δηναρίων, πλέον τόκων και εξόδων και έλαβε από το Τελωνείο αυτό επιστολή ακύρωσης της εγγυητικής επιστολής της αλλοδαπής Τράπεζας, και την οποία επιστολή προσκόμισε στις 25-4-2007 στην Εθνική Τράπεζα.

Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, αφού ο ενάγων κατέβαλε το χρέος της πρωτοφειλέτριας, ανώνυμης εταιρίας των διαδίκων, απευθείας στο Τελωνείο της ..., το οποίο ζήτησε έτσι την ακύρωση της εγγυητικής επιστολής της αλλοδαπής Τράπεζας, ουδέποτε ενεργοποιήθηκε υποχρέωση της ..., ως αντεγγυήτριας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην εγγυήτρια Τράπεζα "..." και, συνακόλουθα, οποιαδήποτε αξίωσή της κατά των διαδίκων, από την αιτία αυτή, ώστε να υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσίβλητου, συνιστάμενος στην απαλλαγή από την υποχρέωσή του να καταβάλει το επίδικο ποσό των 300.961,43 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα.

Ούτε, άλλωστε, μπορούσε νόμιμα να αποτελέσει κονδύλιο του παραπάνω αλληλόχρεου λογαριασμού ανύπαρκτη απαίτηση. Κατά συνέπεια, η επικουρική βάση της αγωγής, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει στο δικόγραφό της ο αναιρεσείων για να την θεμελιώσει, είναι πράγματι μη νόμιμη. Το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και ιδιαίτερα του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

V. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της ουσιαστικής απόρριψης της ανταγωγής του, που είχε ασκήσει με τις έγγραφες προτάσεις επί της από 5-5-2000 αγωγής του αναιρεσίβλητου, ως προς την οποία έγινε παραίτηση από το δικόγραφό της και με την οποία ανταγωγή ζητούσε αναγνωριστικά και έντοκα το ποσό των 128.480,87 ευρώ, αποδίδοντας στην απόφαση αυτή σφάλματα από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Το Εφετείο, για την ανταγωγή, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: ".. Ακολούθως, από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα του αντεναγομένου καί την ανωμοτί κατάθεση του αντενάγοντος ως διαδίκου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, της ...

ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Α. Α., η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντεναγομένου (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας Π. Κ.), χωρίς να ληφθούν υπόψη οι 731 και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Α.

Π., καθόσον ο αντεναγόμενος κλήθηκε για να παραστεί ενώπιον της εν λόγω συμβ/φου κατά την ως άνω ημερομηνία και ώρες 10.00, 11.00, 12.00 και 13.00, ενώ οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν ώρα 11.30 και 11.50 της ίδιας ημέρας, αντίστοιχα (βλ. τη συνημμένη στην οικεία ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Κ.

Λ. σχετική κλήση), καθώς και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όσον αφορά στην από 30-12-2010 υπό κρίση ανταγωγή του Α. Κ., ο τελευταίος, όπως ο ίδιος συνομολογεί σ' αυτήν, εξόφλησε τις από 25.4.1980 δύο εγγυητικές επιστολές της "..." προς το Δήμο ...

εντός του έτους 1984, και στη συνέχεια, στις 14.2.1984 επέστρεψε τις επίδικες ... και ... αντεγγυητικές επιστολές στην αντεγγυήτρια Εθνική Τράπεζα, οπότε τόσο η πρωτοφειλέτρια- υπέρ ης η αντεγγύηση εταιρεία "...", όσο και ο ίδιος (αντενάγων) και ο αντεναγόμενος, ως συνεγγυητές, απηλλάγησαν- από την οφειλή τους προς αυτήν, δυνάμει της από 25.4.1980 σχετικής σύμβασης.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, από την εν λόγω ημερομηνία (14.2.1984) άρχισε η κατά την ΑΚ 249 εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης του αντενάγοντος σε βάρος του αντεναγομένου περί αναγωγής εναντίον του ως συνεγγυητή κατά την ΑΚ 860 και, συνακόλουθα, έως την ημερομηνία άσκησης της υπό κρίση ανταγωγής στις 30.12.2010 (οπότε κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου οι περιέχουσες την εν λόγω ανταγωγή προτάσεις του), είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό του αντενάγοντος περί αναστολής της παραγραφής της εν λόγω αξίωσής του, κατ' άρθρο 255 ΑΚ, λόγω ανωτέρας βίας, εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να την ασκήσει, και ειδικότερα λόγω του ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 έως το έτος 1993 αδυνατούσε να εξέλθει από τη Λιβύη και να επιστρέφει στην Ελλάδα, διότι οι Λιβυκές Αρχές του είχαν αφαιρέσει το διαβατήριο, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον, υπό τα εν λόγω επικαλούμενα εκ μέρους του πραγματικά περιστατικά, αυτός δεν εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της εικοσαετούς παραγραφής, αλλά μόλις μέχρι το έτος 1993 και, ως εκ τούτου, ουδέποτε επήλθε αναστολή της παραγραφής.

Επομένως, η ασκούμενη με την υπό κρίση ανταγωγή επίδικη αξίωση του αντενάγοντος, της οποίας ζητείται εν προκειμένω η αναγνώριση, έχει υποπέσει στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού του αντεναγομένου, με τη σημείωση ότι η εν λόγω ένσταση παραγραφής, εφόσον το αίτημα της ανταγωγής περιορίσθηκε στο σύνολό του σε αναγνωριστικό και πρόκειται πλέον για αναγνωριστική αγωγή, προβλήθηκε προφανώς με την έννοια του ότι, λόγω της παραγραφής της αξίωσης στην οποία στηρίζεται, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον του αντενάγοντος προς έγερση της εν λόγω αξίωσής του κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ.

Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο εκκαλών με τον ανωτέρω λόγο ισχυρίζεται ότι δεν έχει παραγραφεί η ανωτέρω αξίωσή του, αφού αυτή (εν λόγω αξίωση) δεν προκύπτει αυτοτελώς από τις συμβάσεις έκδοσης των εγγυητικών επιστολών, αλλά από την αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ότι κατέστησε εκκαθαρισμένη όταν το έτος 2006 ολοκληρώθηκαν όλες οι καταβολές υπέρ της πρωτοφειλέτριας προς την Εθνική Τράπεζα και οι ίδιοι (διάδικοι) ως συνεγγυητές απηλλάγησαν από την εγγυητική τους ευθύνη προς την τράπεζα.

Πλην, όμως, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης του αντενάγοντος κατά του αντεναγομένου περί αναγωγής (ΑΚ 860) άρχισε από τις 14.2.1984, ημερομηνία που επιστράφηκαν οι εγγυητικές επιστολές στην αντεγγυήτρια, οπότε απηλλάγησαν: πρωτοφειλέτρια και συνεγγυητές και όχι όπως διατείνεται ο εκκαλών, με την ολοκλήρωση όλων των καταβολών προς την Τράπεζα το έτος 2006, αφού η σύμβαση περί, έκδοσης των εγγυητικών επιστολών και της αντεγγυήσης της τράπεζας είναι αυτοτελής και δεν στηρίζεται στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως ανωτέρω αναφέρεται, και δεν αποτέλεσε κονδύλιο που εισήλθε στον εν λόγω αλληλόχρεο λογαριασμό".

Στις πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση της (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον εναρκτήριο χρόνο (14-2-1984), της παραγραφής της ανταγωγικής αξίωσης του αναιρεσείοντος, εικοσαετούς κατ' άρθρ. 249 ΑΚ και της συμπλήρωσης αυτού του χρόνου μέχρι την άσκηση της ανταγωγής (30-12-2010) και ορθά έκρινε ότι η σύμβαση έκδοσης των εγγυητικών επιστολών και της αντεγγύησης της Τράπεζας είναι αυτοτελής και δεν στηρίζεται στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ότι έτσι δεν αποτέλεσε κονδύλι που εισήλθε στον εν λόγω λογαριασμό, όπως προεκτέθηκε και στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, αναφορικά με τον αυτόνομο χαρακτήρα της εγγυοδοτικής σύμβασης, με τον τύπο της έκδοσης εγγυητικής επιστολής Τράπεζας.

Ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται και δη ενάριθμα οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν και δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, όπως εκτίθεται στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, σχετικά με το ορισμένο των αναιρετικών αυτών λόγων.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος, αφού, κατά τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 249 ΑΚ. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι παντελώς αόριστος και, ένεκα τούτου, απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, εάν δηλαδή το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ή αν παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2019 αίτηση του Α. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 3754/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ