Legislator Case Law & Legislation
270/2020 AI generated

270/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 270/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2018 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

270/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Keywords

AI generated
third-party beneficiary contract third-party claim products from third countries discharge of obligation non-implementation of the offending agreements objection to debt enforcement
AI generated
666/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/5/2019 αίτησή του.
139/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1052/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
131/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1807/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 270 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 270/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία ...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως τροποποιήθηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Καραμπογιά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 4-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 262/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που είχε απορρίψει την υπ' αριθ. 6-3-2013 ανακοπή αυτής κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 110/2019, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 681/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, διότι αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επιμέλεια της ανακόπτουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ 1436/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εταιρία με την επωνυμία "..." υποχρεώθηκε να της καταβάλει ποσό ύψους 874.164 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Η ως άνω διαταγή πληρωμής αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο για την επίσπευση από την ανακόπτουσα αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να επιτευχθεί η ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς της. Ειδικότερα, η ανακόπτουσα επιχείρησε να επιβάλλει κατάσχεση απαιτήσεως ύψους 215.653,54 ευρώ της καθ' ης η εκτέλεση έναντι της καθ' ης η ανακοπή.

Η κατάσχεση της ως άνω απαιτήσεως επιχειρήθηκε με την επίδοση την 31-1-2013 του εγγράφου επιβολής κατασχέσεως στην καθ' ης η ανακοπή, ενώ αντίγραφο αυτού επιδόθηκε την 6- 2-2013 στην καθ' ης η εκτέλεση. Η ως άνω απαίτηση εμφανιζόταν, ως προερχόμενη από τη σχέση συνεργασίας, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της καθ' ης εκτέλεση, κατά την διάρκεια της οποίας η τελευταία πωλούσε στην προαναφερόμενη αντισυμβαλλομένη αυτής είδη της εμπορίας της τελευταίας.

Η καθ' ης η ανακοπή υπέβαλε την υπ' αριθμ. 30/5-2-2013 δήλωση ενώπιον του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής ανακοινώνοντας, ότι δεν υφίσταται απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση εναντίον της. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού, που προβάλλει η ανακόπτουσα, ότι υφίσταται η ως άνω κατασχόμενη απαίτηση, προσκομίζεται εκ μέρους της ένα απόσπασμα των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων της καθ' ης η εκτέλεση, στο οποίο εμφανίζεται η συνοπτική λογιστική απεικόνιση του λογαριασμού, που τηρήθηκε σε σχέση με την καθ' ης η ανακοπή για ένα διάστημα που περιορίζεται κατά την περίοδο μεταξύ της 9-1-2013 έως την 30-11-2013.

Κατά την περίοδο αυτή η οφειλή της καθ' ης η ανακοπή προς την καθ' ης η εκτέλεση σύμφωνα με τις σχετικές εγγραφές εμφανίζεται ανερχόμενη σε ποσό ύψους 298.459,29 ευρώ την 9-1-2013 , 215.534,54 την 28-2-2013, κυμαινόμενη μέχρι την 30-11-2013, κατά την οποία το ύψος της εμφανίζεται να διαμορφώνεται σε ποσό 205.384,57 ευρώ. Η ακρίβεια των ανωτέρω αποσπασματικών λογιστικών εγγραφών όμως δεν τεκμηριώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο και αναιρείται από το περιεχόμενο των σχετικών λογιστικών εγγραφών, που εμφανίζονται στα αποσπάσματα των μηχανογραφικώς τηρούμενων βιβλίων της καθ' ης η ανακοπή.

Οι εγγραφές, που εμφανίζονται στα ανωτέρω προσκομιζόμενα αποσπάσματα κρίνονται περισσότερο πειστικές, διότι οι σχετικές εκτυπώσεις καλύπτουν όλη την χρονική περίοδο της σχέσης μεταξύ της καθ' ης ανακοπή και της καθ' ης η εκτέλεση από την 1-1-2012 έως την 31-1-2013. Κατά τον τρόπο αυτό στις εκτυπώσεις αυτές εμφανίζεται με πληρότητα η λογιστική αποτύπωση της συναλλακτικής κίνησης της σχέσεως μεταξύ των προαναφερομένων μερών, ώστε να παρέχεται σε οποιονδήποτε η δυνατότητα ελέγχου της συνέχειας κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο των εγγραφών, μέσω των οποίων τεκμηριώνεται το μέγεθος της οφειλής, που προκύπτει σε κάθε συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

Από τις συνεχόμενες εγγραφές αυτές προκύπτει, ότι η οφειλή της καθ' ης η ανακοπή προς την καθ' ης η εκτέλεση κατέληξε, ανερχόμενη σε ποσό 82.324,29 ευρώ την 9-1-2013 και μηδενίστηκε την 31-1-2013. Η πειστικότητα των ανωτέρω εγγραφών ενισχύεται και από το δεδομένο ότι, όπως αποδεικνύεται, η καθ' ης η εκτέλεση, με την από 7-6-2012 αίτησή της επιχείρησε να υποβληθεί σε διαδικασία εξυγίανσης λόγω χρεών.

Την 1-12-2012 διακόπηκε οριστικά η λειτουργία της επιχείρησης της καθ' ης η εκτέλεση εκ μέρους της οποίας υποβλήθηκε προς τα μέλη της αίτηση να μην συνεργάζονται πλέον με αυτήν. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 21.627/14-10-2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία με αίτηση της ανακόπτουσας κήρυξε σε πτώχευση την καθ' ης η εκτέλεση, ορίζοντας ως ημέρα παύσης των πληρωμών την 1-12-2012.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αντικειμενικών δεδομένων δεν θα ήταν αναμενόμενο η συναλλακτική σχέση μεταξύ της καθ' ης η εκτέλεση και της καθ' ης η ανακοπή να παραμείνει ενεργή μετά την 1-12-2012 ούτε κατά μείζονα λόγο να μην επιδιώκεται από το σύνδικο της πτώχευσης η εκκαθάριση με κάποιο τρόπο της οφειλής της τελευταίας και σε περίπτωση αμφισβητήσεως η δικαστική διάγνωση της σχετικής διαφοράς μέχρι την 30-11-2013, ώστε να επιτευχθεί η ικανοποίηση της σχετικής απαιτήσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο πειστικό ο ισχυρισμός, που προβάλλεται εκ μέρους της ανακόπτουσας, ότι είναι υφιστάμενη η ως άνω απαίτηση σε σχέση με την οποία επιχειρήθηκε η επιβολή κατάσχεσης. Συνακόλουθα η ανακοπή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με συνοπτική αιτιολογία απέρριψε την ανακοπή δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως η αιτιολογία της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου θα πρέπει να αντικατασταθεί από την παρούσα και ακολούθως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τον λόγο της υπό κρίση εφέσεως να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της από τους αριθ. 19 και 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) και επίσης παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης στον ανωτέρω κανόνα και συγκεκριμένα με την παραδοχή της ότι η "...

Α.Ε." διέκοψε κάθε δραστηριότητά της από τον ορισθέντα με την πτωχευτική απόφαση χρόνο παύσης των πληρωμών αυτής την 1-12-2012 και ότι αποκλείεται να είχε δοσοληψίες με την αναιρεσίβλητη μετά την ως άνω ημερομηνία παύσης των πληρωμών. Οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΠτΚ (ν. 3588/2007), δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του απορριπτικού της ένδικης ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης είναι αληθής και ότι δεν υφίσταται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα απαίτηση της "...

ΑΕ" κατά της αναιρεσίβλητης και για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι οι εν λόγω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου με τα οποία δικαιολογεί, γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των επικαλούμενων με την ανακοπή πραγματικών περιστατικών περί ύπαρξης της επικαλούμενης απαίτησης, σχετίζονται δηλαδή με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτό πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης,ή λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1262/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους υποστηρικτικούς της ανακοπής της ισχυρισμούς, που είχε προβάλει με την έφεσή της και περιέχονταν στην από 25-4-2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής της οφειλέτριάς της "...

ΑΕ", με την οποία η τελευταία ομολόγησε τόσο, την απαίτησή της (αναιρεσείουσας), όσο και την ύπαρξη της οφειλής της αναιρεσίβλητης προς εκείνη ("... ΑΕ"), κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, ποσού 215.354,54 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα, "περί ομολογίας", της ως άνω οφειλέτριας εταιρείας "...

ΑΕ" περί ύπαρξης της ένδικης απαίτησης με την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση αυτής δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Είναι δε σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα αυτής, τα οποία δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δε απλώς σε επίρρωση του πραγματικού ισχυρισμού της, που αποτελεί και αντικείμενο της ένδικης ανακοπής της, και του αντίστοιχου λόγου της έφεσής της, ότι δηλαδή υφίσταται η επικαλούμενη απαίτηση της "...

ΑΕ" προς την αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 251/2019, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 273/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι η "...

ΑΕ" είχε διακόψει κάθε δραστηριότητα από 1-12-2012 και ότι είχε υποβάλει αίτηση εξυγίανσης με την από 7.6.2012 αίτησή της και έτσι κατέληξε ότι δεν υφίσταται η επικαλούμενη απαίτηση της "... Α.Ε." προς αναιρεσίβλητη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για την παραδοχή περί της μη ύπαρξης της ένδικης απαίτησης της εν λόγω εταιρείας ("...

Α.Ε.") κατά της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης (31-1-2013), που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατέληξε μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) (η ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα δεν επιμελήθηκε της εξέτασης μάρτυρα), καθώς και των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Με τα δεδομένα αυτά και ανεξαρτήτως του ότι τα ως άνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα σχετικά με της διακοπή της δραστηριότητάς της "... Α.Ε." και την υποβολή αίτησης εξυγίανσης, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο στην ως άνω παραδοχή του περί της μη ύπαρξης της ένδικης απαίτησης δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 391 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, όταν η αξία τού αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο εγγράφου.

Επίσης δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου. Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ, εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.

Οι εξαιρέσεις της τελευταίας διάταξης αναφέρονται σε όλες τις μορφές περιορισμού των μαρτύρων του άρθρου 393 ΚΠολΔ, επομένως και στις περιπτώσεις συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων που η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, καθώς και απόδειξης γεγονότων αντίθετων προς το περιεχόμενο του εγγράφου, λαμβάνονται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον γίνεται επίκληση των περιστατικών που απαιτούνται για την κατάφαση της συνδρομής τους.

Ειδικότερα, επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 393, αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες, διότι κατά την κοινή πείρα στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι συνηθισμένη η σύνταξη εγγράφων (ΑΠ 230/2014, ΑΠ 1722/2014, ΑΠ 524/2002).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το προσκομισθέν με επίκληση αποδεικτικό μέσο δεν ήταν νόμιμο και συνεπώς δεν μπορούσε να έχει ληφθεί υπόψη (Ολ. ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο αυτό, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αυτής προσκομισθείσα και επικληθείσα από 25-4-2013 πρόσθετη (υπέρ αυτής) παρέμβαση της οφειλέτριας της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", με την οποία η τελευταία ομολόγησε τόσο την απαίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) όσο και την ύπαρξη της οφειλής της αναιρεσίβλητης προς εκείνη "... Α.Ε.", κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, ποσού 215.354,54 ευρώ και έτσι κατέληξε, ότι δεν υφίστατο η απαίτηση της "... Α.Ε." κατά της αναιρεσίβλητης αναφέροντας ειδικότερα "...η ακρίβεια των ανωτέρω αποσπασματικών λογιστικών εγγραφών όμως, δεν τεκμηριώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ποιο πάνω λόγος της αναίρεσης κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 25.4.2013, πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι δεν έχει την από το άρθρο 432 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη, αφού η εν λόγω παρέμβαση δεν περιέχει τα απαραίτητα για το κύρος της στοιχεία, ενόψει του ότι αφ' μεν ενός δεν φέρει υπογραφή από το συντάκτη της, αφ' ετέρου δε δεν περιλαμβάνει πράξη κατάθεσης αυτής σε δικαστήριο, αλλ' ούτε και στα με τις προτάσεις νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα γίνεται μνεία περί κατάθεσης της παρέμβασης αυτής σε δικαστήριο.

Σε κάθε δε περίπτωση από μόνο το γεγονός, ότι δεν μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση κάνω πρόσθετη παρέμβαση, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' του ΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, τόσο για την ύπαρξη (ή μη) οφειλής ποσού 215.534,54 ευρώ, από τη μεταξύ της "...

Α.Ε." και της αναιρεσίβλητης εμπορική συνεργασία, όσο και για την ανταπόδειξη περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα της καρτέλας της "... ΑΕ" με την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο την επ' ακροατηρίου εξέταση μάρτυρα (της αναιρεσίβλητης), παραβιάζοντας το άρθρο 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε το εμμάρτυρο μέσο για την απόδειξη της μη ύπαρξης της οφειλής μεταξύ της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και της αναιρεσίβλητης από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία για την προμήθεια ηλεκτρολογικού υλικού, λόγω της κατά την ανέλεγκτη κρίση του φύσης των μεταξύ τους συναλλαγών ως εμπορικών.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 22/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της από 7-6-2013 και υπ' αριθ. .../10-6-2013 αίτησης, που είχε καταθέσει η "... Α.Ε." στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την εξυγίανσή της, δεχόμενο ότι η αίτηση αυτή είχε ημερομηνία 7-6-2012.

Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο, αλλά απλώς από προφανή παραδρομή ανέγραψε σαν ημερομηνία αυτού την 7-6-2012, αντί του ορθού της 7-6-2013, χωρίς η παραδρομή αυτή να ασκήσει κάποια ουσιώδη επίδραση επί του διατακτικού της απόφασης.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-7-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 262/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου