Legislator Case Law & Legislation
270/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual findings on liability.

Case Number 270/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance verdict regarding a traffic accident involving a pedestrian and a motorcyclist. The lower court failed to provide clear factual findings on the specific circumstances of the accident and the conduct of the parties involved. Consequently, the Court found the lower court had violated the law by making a decision without a proper factual basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 ed. b' and 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A court decision is void if it lacks a factual basis due to insufficient reasoning regarding the circumstances of the case and the conduct of the parties.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient factual findings civil code provisions appeal admissibility violation of law pedestrian injury motorcycle accident

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 ed. b' and 914 of the Civil Code
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 sub-item B' of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1464/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
1300/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5391/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5417/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/5/2009 αίτησή τους.
1266/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 27/7/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο 2 των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 1/11/2002 αγωγή του υπό στοιχείο 1 των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1383/2003, 1797/2004 μη οριστικές και 1608/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1922/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/9/2008 αίτησή του. Εκδόθηκε η 233/2010 απόφαση που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και την επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 28-2-2012 κλήση του.
1744/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2006 αίτησή της.
1290/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Κ. Π., το γένος Π. Π., απεβίωσε την 24-6-2013, (σύμφωνα με την από 26-6-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξ. Δήμου Αθηναίων) επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της (σύμφωνα με το .../18-10-2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Νίκαιας) και ήδη 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων: Α. Π. του Κ. και Χ. συζ. Β. Μ., το γένος Κ. Π., ατομικώς και υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της θανούσης, και εκπροσωπούνται ως άνω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 270 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 270/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Α., 2) Μ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Μ. - Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Κ. του Κ. και 4) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Ζάραγκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Η., 2) Π. Θ. του Β., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2013 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε κόρης του και ήδη 2ης αναιρεσείουσας και των 3ης και 4ης αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 554/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1η-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1-12-2017 (γεν. αριθμ. Κατάθ. …79/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 554/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του απελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 62/2016, ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας...

αν οι πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 1207/ 2004). Τέλος, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπατιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "...Στην πόλη των Αθηνών στις 27-9-2012 κα περί ώρα 13:15 ο πρώτος των εφεσιβλήτων, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...7 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της δεύτερης των εφεσιβλήτων, η οποία (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων ζημίες κατά την κυκλοφορία της στην τρίτη των εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία και κινούμενος επί της λεωφόρου ….

με κατεύθυνση από την οδό …. προς την περιοχή του ξενοδοχείου "….", όταν έφθασε στο ύψος της διασταύρωσης της ως άνω λεωφόρου με την οδό .., επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσυκλέτας του στην πεζή Μ. Κ., η οποία είναι μητέρα του πρώτου και της τρίτης των εκκαλούντων, γιαγιά της Μ. Κ. και Α. Κ. και αδελφή της τέταρτης των εκκαλούντων.

Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι κατά τον παραπάνω χρόνο, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγός της μοτοσυκλέτας, κινούνταν επί της λεωφόρου ..., όπου το οδόστρωμα αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προορίζεται για την κίνηση των μέσων μαζικής μεταφοράς και η πορεία του ήταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο '"...".

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ήταν σταθμευμένο λεωφορείο της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων από το παραπάνω λεωφορείο προς την κατεύθυνση του προαναφερόμενου ξενοδοχείου και στο ύψος της διασταύρωσης της παραπάνω λεωφόρου με την οδό ..., βρισκόταν η πεζή Μ.

Κ.. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ανθυπαστυνόμου Σ. Δ. με το συνημμένο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Δ. που περιέχεται στην προσκομιζόμενη από 27-9-2012 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΤΟΤΑ …, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω πεζή, ενώ βρισκόταν αρχικά περίπου στο κέντρο της δεξιάς λωρίδας της λεωφόρου, κινήθηκε αιφνίδια προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και όταν έφθασε στο διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας (δεξιάς και μεσαίας) επέπεσε στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Συγκεκριμένα ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος) κινούνταν με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 40 χιλιομέτρων ανά ώρα, λόγω και της πυκνής κίνησης των οχημάτων κατά το χρόνο του ατυχήματος, και αντιλήφθηκε την παραπάνω κίνηση της πεζής προς το δεξιό μέρος της πορείας του σε απόσταση πέντε περίπου μέτρων πριν τη σύγκρουση, οπότε και επιχείρησε άμεσα την τροχοπέδηση του οχήματός του.

Το αιφνίδιο της κίνησης της πεζής, καθώς και την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επιβεβαιώνει και ο παραπάνω αναφερόμενος μάρτυρας, ο οποίος κινούνταν σε πορεία παράλληλη προς αυτή του εναγομένου και είχε την ίδια με αυτόν ορατότητα στην πορεία τους. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ.

Λ. η οποία φέρεται ότι ήταν παρούσα στον τόπο του ατυχήματος κατά το χρόνο που αυτό συνέβη, και η οποία επιβεβαιώνει την πυκνή κίνηση των οχημάτων επί της λεωφόρου και επιπλέον, αν και ισχυρίζεται ότι η πεζή βρισκόταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας των λεωφορείων, δεν αποδεικνύεται η είσοδος της μοτοσυκλέτας στην παραπάνω λωρίδα κυκλοφορίας και επιπλέον, ενόψει της σύγκρουσης και της πτώσης της θανούσας στο οδόστρωμα, σε συνδυασμό με τα ευρήματα - κηλίδες αίματος που αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος κοντά στο διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, σαφώς αποδεικνύεται τόσο η αιφνίδια κίνηση της πεζής όσο και το σημείο σύγκρουσης, όπως παραπάνω προσδιορίστηκε.

Περαιτέρω εξαιτίας του τραυματισμού της από την παραπάνω σύγκρουση η παραπάνω πεζή απεβίωσε στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε. Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος ήταν η θανούσα, ενώ καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό της μοτοσυκλέτας...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 264/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 18-9-2013 αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα σ' αυτό ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θάνατο κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα του ως άνω συγγενικού τους προσώπου και επιπλέον να υποχρεωθούν να καταβάλουν στον πρώτο από αυτούς το αναφερόμενο ποσό, που αφορά τα έξοδα κηδείας που κατέβαλε για την ως άνω θανούσα.

Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη αμέλειας του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσιβλήτου και οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην επέλευση του ατυχήματος και την έκταση των συνεπειών του, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των διατάξεων που εφήρμοσε, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα: α) δεν διευκρινίζει σε ποιο ακριβώς σημείο της οδού έγινε η παράσυρση της πεζής, ούτε προσδιορίζει την απόσταση από την οποία ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή κατά την κίνησή της από το κέντρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (λεωφορειολωρίδας) προς τη διαχωριστική γραμμή αυτής και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, β) δεν διευκρινίζει ποιο είναι το πλάτος της ως άνω μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και σε ποιο σημείο αυτής κινούταν η οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο δίκυκλη μοτοσυκλέτα κατά την πριν από το ατύχημα πορεία της, γ) δεν διευκρινίζει αν της οδηγούμενης από τον πρώτο εναγόμενο μοτοσυκλέτας, προπορεύονταν άλλα οχήματα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δ) δεν διευκρινίζει ποιο είναι το πλάτος της λεωφορειολωρίδας και αν το σταθμευμένο σε αυτή και σε απόσταση δέκα μέτρων, από το σημείο που βρισκόταν η πεζή, λεωφορείο της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, κάλυπτε ολόκληρη τη λωρίδα ή τμήμα αυτής, ε) δεν διευκρινίζει γιατί ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν, δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την πεζή, είτε με το να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα με έγκαιρη τροχοπέδηση, είτε με το να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά εντός της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, όπου κινούταν, είτε προς τα δεξιά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στ) ενώ αρχικά δέχεται ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της στην πεζή, στη συνέχεια αναφέρει ότι η παραπάνω πεζή κινήθηκε αιφνίδια προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, από το κέντρο της δεξιάς λωρίδας, όπου βρισκόταν, και όταν έφθασε στο διαχωριστικό όριο των δύο λωρίδων, επέπεσε στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Με τις ελλιπείς και αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σε αυτό προσώπων, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, ήτοι των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 έως 3 του Ν. 2696/1999, τους οποίους συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττουν επίσης το κεφάλαιο της υπαιτιότητας.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 554/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ