Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and failure to rule grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the statute of limitations had not expired because the claims were not yet legally actionable until a specific administrative decision was made, and that the lower court failed to rule on a separate claim for interest. The court rejected these arguments, holding that the statute of limitations had already run and that the lower court properly addressed the interest claim by rejecting it without leaving it undecided.
Legislator headnote
AI generatedArt. 70 Const. Law; Art. 247 Civil Code; Art. 2 Personal Status Regulations; Art. 222, 249, 251-259 Civil Procedure Code; Art. 559(9) Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the statute of limitations has expired, and a failure to rule ground requires a complete silence on the claim in both the reasoning and operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 270 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 270/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Κατσαμπάνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30.12.1998 και 19.03.2001 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1775/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3633/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26.06.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης για αναίρεση της 3633/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 247 του ΑΚ, η παραγραφή χωρεί επί αξιώσεων και συνεπώς η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν επιδιώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή.
Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει τέτοιου είδους αγωγή, λείπει πλέον το για την άσκηση αυτής έννομο συμφέρον και έτσι αυτή καθίσταται απορριπτέα εξαιτίας του λόγου τούτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της, που διαλαμβάνεται στην από 4-10-1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 2842/442/1973 της 24/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1274) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικώς με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, το προσωπικό της Δ.Ε.Η.
διακρίνεται δε τακτικό και έκτακτο. Έκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 του Κανονισμού να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από γνώμη του Πρωτοβάθμίου Συμβουλίου Κρίσεως.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού, το τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια Α', Β', 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 και η κατάταξη αυτή αποτελεί αποκλειστικώς μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού, η οποία δεν παρέχει στο ίδιο δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.
Περαιτέρω, το τακτικό προσωπικό της, με βάση το άρθρο 4 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ανωτέρω Κανονισμού, κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορεί επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως.
Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού και ορίζονται σε κλάδους : α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β) τεχνικών (Τ), γ) διοικητικό - οικονομικών (Δ-Ο), δ) δικηγόρων (Ν), ε) υγειονομικών (Υ) και στ) μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ). Ο κλάδος διοικητικοοικονομικού προσωπικού περιλαμβάνει δύο κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες Δ)1 και ΔΟ2.
Στην κατηγορία Δ) 2 (λοιπών, μη πτυχιούχων, διοικητικο-οικονομικών) εντάσσονται είτε υπάλληλοι που έχουν ενδεικτική Γ' τάξεως εξατάξιας σχολής μέσης εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής και εξελίσσονται στη βαθμίδα ε', στην οποία αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 8, 9,, 10, 11 και 12 με εισαγωγικό το τελευταίο, είτε υπάλληλοι που έχουν απολυτήριο εξατάξιας σχολής μέσης εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής σε συνδυασμό ενδεχομένως με πρόσθετο απαιτούμενο για την άσκηση της οικείας ειδικότητας προσόν και εξελίσσονται σε πέντε βαθμίδες (από την ε' μέχρι την καταληκτική α'), στις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 με εισαγωγικό το τελευταίο.
Ο κλάδος μισθωτών γενικών υπηρεσιών περιλαμβάνει πέντε κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες ΓΥ1 έως ΓΥ5. Στην κατηγορία ΓΥ5- εργάτες (εν γένει) εντάσσονται πρόσωπα που έχουν απολυτήριο εξαταξίου δημοτικού σχολείου σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με απαιτούμενη συναφή προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία και εξελίσσονται σε δύο βαθμίδες (από τη β' μέχρι την καταληκτική α').
Στη βαθμίδα β' αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 10, 11, 12 και 13, με εισαγωγικό το τελευταίο και στη βαθμίδα α' αντιστοιχεί το μισθολογικό κλιμάκιο 9. Με το άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν προτάσεως της Ιεραρχίας, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης (Δ.Ε.Η.
Α.Ε.) και ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της αποφασίσει για ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως.
Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 227/1990) έγινε ανακλιμάκωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της αναιρεσίβλητης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει ότι η το πρώτον ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και, συνακολούθως, ούτε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί της εντάξεως αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως προσλήψεως του εντασσόμενου στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ) και κατατάξεώς του στους οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι εκ των προτέρων από τον κανονισμό δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, με βάση τα τυπικά προσόντα του.
Συνεπώς, το δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί στην, κατά τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ και με βάση τον τίτλο σπουδών του, κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Εντεύθεν, λοιπόν, θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς ένταξη του έκτακτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον εν λόγω Κανονισμό, και συνεπώς η μη εκπλήρωση από την αναιρεσίβλητη (ΔΕΗ) της υποχρέωσής της αυτής, είτε με τη μη ένταξη, είτε με ένταξη σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη στην οποία δικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως.
Εξάλλου, από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις καθώς και τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε' και ιδίως του άρθρου 22 της ως άνω από 4-10-1973 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας προκύπτει ότι κατά τις μισθολογικές προαγωγές, καθώς και κατά τις προαγωγές σε ανώτερη βαθμίδα των μισθωτών - υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ναι μεν υφίσταται υποχρέωση της τελευταίας, εφόσον συντρέχουν οι προς προαγωγή απαιτούμενες προϋποθέσεις, να προβεί δια των αρμοδίων οργάνων της και κατά την καθοριζόμενη διαδικασία στη μισθολογική προαγωγή των μισθωτών υπαλλήλων της ή στην προαγωγή των υπαλλήλων αυτών σε ανώτερη βαθμίδα, υποχρέωση η οποία πηγάζει από την υφιστάμενη μεταξύ αυτής και των μισθωτών της ατομική σύμβαση εργασίας και τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της, ο οποίος, έχοντας ισχύ νόμου, συμπληρώνει την εν λόγω ατομική σύμβαση πλην όμως κατά τις προαναφερόμενες προαγωγές των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ασκείται συγχρόνως δικαίωμα κατά την ελεύθερη κρίση των πιο πάνω οργάνων προς πραγματοποίηση των προαγωγών αυτών. 'Ετσι επί παραλείψεως υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ ΑΕ) από την προαγωγή του (μισθολογική ή σε ανώτερη βαθμίδα) υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, η από την οποία απαίτήση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ. Ειδικότερα, στην πενταετή αυτήν παραγραφή, που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, υπόκειται κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή του από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράλειψη του υπαλλήλου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν προς προαγωγή αξίωση από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και μόνον οι υπόλοιπες, δηλαδή εκείνες που έχουν ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ.
Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 937 του ΑΚ, που ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανόμενης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη, από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (Ολ. ΑΠ 40/1996). Η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης αποκλείεται, εφόσον συντρέχουν νομικά κωλύματα, που καθιστούν αδύνατη την, διά της δικαστικής οδού ικανοποίησή της,είτε διότι το ορίζουν ρητές διατάξεις του νόμου, που απαγορεύουν ευθέως αυτήν, είτε διότι μπορεί να αντιταχθεί από τον καθού η αξίωση αναβλητική ένσταση, η οποία έχει ως αναγκαίο επακόλουθο τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδιώξεως της αξιώσεως για ορισμένο χρόνο (βλ.
άρθρα 501,855,1095 Α.Κ.). Το γεγονός, όμως, ότι εξετάζεται σε άλλη εκκρεμή δίκη ζήτημα, που αποτελεί τη βάση άλλης αξίωσης, συνδέεται όμως και με την επίδικη, δεν αποτελεί νομικό κώλυμα, που εμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως αυτής, αλλά συνιστά (ενδεχομένως) εκκρεμοδικία, ήτοι δικονομικό κώλυμα της προόδου της νέας δίκης, μέχρι περατώσεως της προηγούμενης ή λόγο αναστολής, κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δικ.(και, συνεπώς, δεν εμποδίζει την άσκηση της σχετικής αγωγής- ΑΠ 238/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ένδικες, από 30-12-1998 και 19-3-2001 αγωγές του ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη ΔΕΗ το 1964, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως διπλωματούχος μηχανολόγος-μηχανικός, το δε 1994 συνταξιοδοτήθηκε. Ότι η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. ...... απόφαση του Γενικού Διευθυντή της, παρέλειψε παράνομα και κατά κατάχρηση του σχετικού του δικαιώματος, να τον προαγάγει από 21-4-1993 στο μ.κ.Τ (κατηγορία Γ'-Στελέχη Γενικών Θέσεων)ενώ προήγαγε άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι υστερούσαν καταφανώς αυτού ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της αδικοπραξίας αυτής της εναγομένης, να υποστεί περιουσιακή ζημία ισόποση με τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που έπρεπε να λαμβάνει, μετατασσόμενος και προαγόμενος στο άνω μ.κ.
και εκείνων, που έλαβε. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, περιορίζοντας το αίτημα των αγωγών του αυτών, να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο μ.κ. Τ, της κατηγορίας Γ' (στελέχη γενικών θέσεων)από 21-4-1993 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο, τα αναφερόμενα στις αγωγές χρηματικά ποσά, λόγω μισθολογικών και συνταξιοδοτικών διαφορών και λόγω διαφοράς στο "εφάπαξ" καθώς και για τις πραγματοποιηθείσες υπερωρίες, κατά τα ειδικότερα στις ένδικες αγωγές εκτιθέμενα.
Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1775/2002 οριστική απόφαση, με την οποία οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν, λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα εξής: "Με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη Δ.Ε.Η.
την 1-12-1964, ως διπλωματούχος μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος και εντάχθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο 6 των Μηχανικών της ομάδας Α' του τεχνικού κλάδου την 1-6-1966 και στη συνέχεια εξελίχθηκε στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια. Ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1989 το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσης της εναγομένης, προκειμένου να καλυφθούν με μετάταξη στην κατηγορία Γ' (στελέχη γενικών θέσεων), 50 κενές οργανικές θέσεις, προεπέλεξε 250 μισθωτούς, στους οποίους δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων και από αυτούς ο Γενικός Δ/ντής με τις ......, ......
και ...... αποφάσεις του, επέλεξε και μετέταξε στην κατηγορία Γ' του Κλάδου Στελεχών Γενικών Θέσεων και στο μ.κ. Β', 52 υπαλλήλους, ενώ παρέλειψε να μετατάξει τον ενάγοντα. Ότι ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-12-1994 αγωγή του κατά της εναγομένης, με την οποία, εκθέτοντας ότι η παράλειψη μετάταξής του στην ως άνω κατηγορία Γ' και το μ.κ.
Β', ήταν καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η υπ' αριθμ. 8054/1996 απόφαση, που κατέστη αμετάκλητη και με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να μεταταγεί στην κατηγορία Γ'-Στελέχη Γενικών Θέσεων και να προαχθεί στο μ.κ. Β' από 21-12-1989 και του επιδικάσθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, ως μισθολογικές διαφορές, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 μέχρι 31-12-1990.
Ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993, το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσης και στη συνέχεια ο Γενικός Δ/ντής της εναγομένης, με την υπ' αριθμ. ...... απόφασή του δεν τον προεπέλεξαν ούτε τον προήγαγαν στο μ.κ. Τ', της κατηγορίας Γ'-Στελέχη Γενικών Θέσεων, ενώ προήχθησαν σ' αυτό από 21-4-1993 οι κατονομαζόμενοι στις αγωγές ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, υστερούσαν καταφανώς έναντι αυτού στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ο ενάγων άσκησε κατά της ΔΕΗ τις ένδικες δύο αγωγές του, με τα πιο πάνω αιτήματα". Περαιτέρω, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η εναγόμενη ΔΕΗ, αμυνόμενη κατά των αγωγών αυτών, προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι η όλη ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, ισχυρισμό, τον οποίο και επανέφερε, ως άμυνά της κατά της έφεσης με τις σχετικές έγγραφες προτάσεις της.
Η ένσταση αυτή, όσον αφορά την επίδικη αξίωση του ενάγοντος, για μετάταξη και προαγωγή του στο μ.κ. Τ' από 21-4-1993 και για αποκατάσταση της ζημίας του είναι νόμιμη και ουσία βάσιμη, αφού αποδεικνύεται ότι η (επικαλούμενη από τον ενάγοντα) παράνομη και υπαίτια παράλειψη (μετάταξης και προαγωγής) του ενάγοντος συνέβη στις 21 Απριλίου 1993,όταν εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση και από την ημερομηνία αυτή ο ενάγων έλαβε γνώση της παράλειψής του, να μεταταγεί και προαχθεί στο μ.κ.
Τ καθώς και των εντεύθεν επιζημίων συνεπειών της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης σε βάρος του, δυνάμενος έκτοτε (21-4-1993) να επιδιώξει την αποκατάσταση, δικαστικώς, την από αυτή ζημία του, υπέκυψε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., καθόσον οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν, η μεν πρώτη την 30-12-1998, οπότε και επιδόθηκε στη εναγομένη, η δε δεύτερη την 26-3-2001.
Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις, που διέπουν τα σχετικά με την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος- αναιρεσείοντος και, συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 περ.1 πρώτος λόγος της ενδίκου αιτήσεως, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 περ.1, επίσης, δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι εσφαλμένα και παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι δηλαδή, κατά την άσκηση των ενδίκων αγωγών δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, δοθέντος ότι δεν είχαν καταστεί ακόμη δικαστικά επιδιώξιμες οι επίδικες αξιώσεις του, πράγμα το οποίο έγινε εφικτό μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 8054/1996 απόφασης του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε το δικαίωμά του, για προαγωγή στο προηγούμενο μισθολογικό κλιμάκιο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και τούτο, διότι δεν υπήρχε νομικό κώλυμα, για την άσκηση των ενδίκων αγωγών, ευθύς μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. ...... αποφάσεως του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης ούτε αποτελούσε προϋπόθεση ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως, επί προγενεστέρας αγωγής του, γεγονός το οποίο, πιθανόν, να συνιστούσε λόγο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 222 η 249 Κ.Πολ.Δικ.
Συνεπώς, με το να απορρίψει την αντένσταση αυτή του ενάγοντος το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις περί παραγραφής των αξιώσεων διατάξεις των άρθρων 251 επ. Α.Κ., οι οποίες έχουν εν προκειμένω εφαρμογή και, επομένως ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ.9 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετέα είναι η απόφαση εάν (μεταξύ άλλων) το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση διαδίκου. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.
Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν απορρίφθηκε η κύρια αίτηση (κεφάλαιο) και γι' αυτό δεν ερευνήθηκε η παρεπόμενη αξίωση (όπως, π.χ. είναι οι τόκοι). Η αίτηση, εξάλλου, μένει αδίκαστη (και συνεπώς μπορεί να θεμελιωθεί λόγος εκ του άρθρου 559 περ.9), όταν το δικαστήριο δεν απαντά παντάπασι σ' αυτή, όταν δηλαδή υπάρχει "σιωπή" του δικαστηρίου, σχετικά με την αίτηση, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησής του, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά του, για επιδίκαση τόκων, σχετικών με τις αγωγικές αξιώσεις του, που νόμιμα υπέβαλε. Όμως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι τόκοι, ως παρεπόμενη αξίωση, συμπαραγράφονται με την κύρια οφειλή, ακόμη και αν δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή, που ισχύει γι' αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απήντησε στο σχετικό αίτημα του ενάγοντος-εκκαλούντος, απορρίπτοντάς το, με τη σκέψη ότι "ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα, αποτελεί και απαράδεκτο πρόσθετο λόγο έφεσης ...".
Επομένως, μετά από τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3633/2005 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ