270/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/9/1997 και 26/1/1998 αντίθετες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της 2ης αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6397/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3689/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 384/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 5/7/2007 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated270/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση .......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 270 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 270/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και όπως εκπροσωπείται νομίμως η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/9/1997 και 26/1/1998 αντίθετες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της 2ης αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6397/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3689/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 384/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 5/7/2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 20/12/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..... και .......εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης ......... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και ης από 5-7-2007 κλήσης των αναιρεσειόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ1.
Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση .......
ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Σγουμπόπουλου αποδεικνύεται η εμμέσως αμφισβητηθείσα με τις προτάσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης πληρεξουσιότητα (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 επ. ΚΠολΔικ) του δικηγόρου Ι. Δ. Φιλιώτη, που έχει υπογράψει το αναιρετήριο και την κλήση για συζήτηση και εκπροσώπησε το ακροατήριο τους αναιρεσείοντες, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Ειδικότερα, στο συμβολαιογραφικό αυτό πληρεξούσιο αναφέρεται, ότι εμφανίστηκε στη συμβολαιογράφο ο Νικόλαος Τραταρός, δικηγόρος, ο οποίος με την ιδιότητα "του ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου, στο όνομα και λογαριασμό των αναιρεσειόντων, δυνάμει των από ...., ....... και ...... ειδικών πληρεξουσίων των συμβολαιογράφων Καλιφόρνιας Thomas Nelson, Karen Shackelford και I.C.
Burbage αντίστοιχα, που είναι προσαρτημένα στο πιο πάνω ...... πληρεξούσιο, ισχύουν και δεν έχουν ανακληθεί" δήλωσε αφενός, ότι οι αναιρεσείοντες εντολείς του διορίζουν και αποκαθιστούν ειδικό πληρεξούσιό τους, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους άνω δικηγόρο Φιλιώτη στον οποίο παρέχουν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, και αφετέρου ότι τα πιο πάνω ειδικά πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Καλιφόρνιας που αφορούν την εκπροσώπηση των εντολέων του στην υπόθεση αυτή του παρέχουν τέτοιο δικαίωμα διορισμού μετά πληρεξουσίου δικηγόρου.
Συνεπώς όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της δεύτερης αναιρεσίβλητης για απαράδεκτο τάχα της παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων (ζητείται επίμονα η εξέταση του ζητήματος αυτού) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον το συμβολαιογραφικό αυτό δημόσιο έγγραφο (άρθρο 438 ΚΠολΔικ) δεν προσβάλλεται ως πλαστό και άρα αποδεικνύεται ότι υπάρχουν τα έγγραφα που μνημονεύονται σε αυτό και που νομιμοποιούν την παράσταση εδώ του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, η δε συμβολαιογράφος Αθηνών, προκειμένου να συντάξει το πληρεξούσιο τούτο, ήταν υποχρεωμένη να ερευνήσει αν υπάρχουν τα έγγραφα αυτά (σχ. ΑΠ 203/1988).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού: "Α) την 23.3.1996 και περί ώρα 23.00' επί της εθνικής οδού ...... - .......
έβαιναν το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο κατευθυνόμενο προς ...... και το αντιθέτως προς αυτό κινούμενο, δηλαδή με κατεύθυνση προς ...., .... ΙΧΦ αυτοκίνητο επί του οποίου, πλην του οδηγού αυτού, επέβαιναν και οι Χ1 και ο σύζυγος αυτής Χ. Β) Όταν τα δύο οχήματα επλησίαζαν στο ύψος του 500ου χλμ της ανωτέρω εθνικής οδού όπου αυτή διασταυρώνεται με ανώνυμη κοινοτική οδό, ο οδηγός του .......ΙΧΦ αυτοκινήτου, εγκαταλείπων το ρεύμα κυκλοφορίας, εντός του οποίου εκινείτο, έστριψε αριστερά σε σχέση με την πορεία του και χωρίς να ανακόψει την κίνησή του, αν και αντελήφθη το αντιθέτως σε σχέση με αυτόν κινούμενο ως άνω ......
ΙΧΦ αυτοκίνητο, αντί να αναμείνει την διέλευσή του, εισήλθε αιφνιδιαστικά εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του τελευταίου αυτού, ο οδηγός του οποίου επεχείρησε τον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό, δηλαδή πέδηση του οδηγουμένου από αυτόν ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου, πλην όμως λόγω της μικράς απόστασης η οποία εχώριζε τα οχήματα, δεν ηδυνήθη να αποτρέψει την σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων, συνεπεία της οποίας τραυματίσθηκε θανασίμως και απεβίωσε ο Χ και τραυματίστηκε η σύζυγός του Χ1 σοβαρά.
Γ) Είναι αλήθεια, ότι το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ ωριαίως, η οποία ορίζεται ως ανώτατο όριο στο ανωτέρω σημείο της διαληφθείσης εθνικής οδού ..... - ...... Από την άλλη όμως πλευρά, δεν αμφισβητείται: α) Ότι το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο εισήλθε εις το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το ....υτοκίνητο.
β) Ότι η είσοδος του .... ΙΧΦ αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφενός αποτελεί ένδειξη απερισκεψίας του οδηγού αυτού και αφετέρου είχε χαρακτήρα αιφνιδιαστικό για τον οδηγό του ....., αφού ο τελευταίος αυτός, δεν είχε κανένα λόγο να προεικάσει ως πιθανή την προπεριγραφείσα ενέργεια του οδηγού του ....
ΙΧΦ αυτοκινήτου. γ) Ότι ο οδηγός του ..... ΙΧΦ αυτοκινήτου, προέβη εις ορθή αποφευκτική ενέργεια, δηλαδή τροχοπέδηση του οχήματός του. Επομένως, αντελήφθη εγκαίρως το κίνδυνο της επαπειλούμενης σύγκρουσης και προσεπάθησε να αποτρέψει την επέλευσή του. δ) Ότι κατά του οδηγού του ..... ουδεμία ποινική δίωξη ησκήθη δια παράβαση του άρθρου 42 του ισχύοντος ΚΟΚ (οδήγηση σε κατάσταση μέθης).
ε) Ότι ο οδηγός του ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ουδέν μέτρο προνοίας έλαβεν ώστε να αποφευχθεί η επίδικη σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων και στ) Ότι ο ίδιος οδηγός του ίδιου ως άνω οχήματος (..... ΙΧΦ αυτοκινήτου) εις ουδένα αποφευκτικό ελιγμό η ενέργεια προήλθε προς αποτροπή της επίδικης σύγκρουσης. Δ) Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται σαφώς, ότι μόνος υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης των ανωτέρω οχημάτων είναι ο οδηγός του .....
ΙΧΦ αυτοκινήτου, όπως ορθά έκρινε περί τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του και εν συνεχεία απέρριψε την από 17.9.1997 αγωγή των εναγόντων (αναιρεσειόντων) κατά των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), όλα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, κατά ένα μέρος, αιτιολογίες στο κρίσιμο εδώ ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων και στις απ' αυτή συνέπειες. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δέχεται, ότι η σύγκρουση των δύο φορτηγών έγινε στο "ύψος του 500ου χλμ της εθνικής οδού .... - ...., όπου διασταυρώνεται με ανώνυμη κοινοτική οδό", όμως στη συνέχεια δεν αναφέρει το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της οδού αυτής με επικάλυψη ασφάλτου, ούτε μνημονεύει πόσες λωρίδες κυκλοφορίας έχει κάθε ρεύμα κυκλοφορίας και αν υπάρχουν ερείσματα εκατέρωθεν και ποίου πλάτους.
β) Δεν προσδιορίζει επακριβώς το σημείο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού στο οποίο έγινε η σύγκρουση και που βρισκόταν το ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο όταν επέπεσε σ' αυτό το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, παραλείποντας να εξετάσει αν πράγματι το πρώτο αυτοκίνητο είχε, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, εισέλθει κατά ένα μέρος στην ανώνυμη κοινοτική οδό που διασταυρώνεται με την εθνική οδό ή απλά είχε στρίψει αριστερά και βρισκόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του .....
ΙΧΦ αυτοκινήτου καταλαμβάνοντας τις σχετικές λωρίδες της Εθνικής οδού ή μέρος αυτών. γ) Δεν διευκρινίζει με ποιό τμήμα το .... ΙΧΦ αυτοκίνητο επέπεσε στο ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ούτε σε ποιό τμήμα του τελευταίου προσέκρουσε, μη κάνοντας κάποιο λόγο για τις θέσεις των αυτοκινήτων μετά τη σύγκρουση. δ) Δεν εξειδικεύει τη "μεγαλύτερη ταχύτητα των 50 χλμ ανά ώρα, η οποία ορίζεται ως ανώτατο όριο στο σημείο της σύγκρουσης", με την οποία εκινείτο το ....
ΙΧΦ αυτοκίνητο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ούτε προσδιορίζει σε ποιά λωρίδα κυκλοφορίας ακριβώς, σε σχέση με την πορεία του, εκινείτο το αυτοκίνητο αυτό. ε) Δεν αναφέρει αν η εθνική οδός στο σημείο της σύγκρουσης είναι ευθεία, ούτε αν μπορούσε ο οδηγός του ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου να αντιληφθεί και από ποιά συγκεκριμένη απόσταση την κίνηση του οδηγού του ....
ΙΧΦ, ώστε να λάβει έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της σύγκρουσης, με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του. στ) Δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία στην κρίση της, ότι η τροχοπέδηση ήταν η μόνη ορθή αποφευκτική ενέργεια του οδηγού του ..... ΙΧΦ αυτοκινήτου, μη αναφέροντας το μήκος ιχνών τροχοπέδησης και μη εξετάζοντας περίπτωση αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά.
ζ) Δεν διευκρινίζει ποιά μέτρα πρόνοιας παρέλειψε να λάβει ο οδηγός του ......ΙΧΦ αυτοκινήτου, αν εγκαταλείποντας την εθνική οδό για να εισέλθει στην ανώνυμη κοινοτική οδό (αριστερά σε σχέση με την πορεία του) κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, με χρήση των δεικτών κατεύθυνσης (φλάς) και αν ήταν δυνατή η διενέργεια απ' αυτόν κάποιου αποφευκτικού ελιγμού πριν τη σύγκρουση.
η) Περιορίζεται στη διαπίστωση και μόνο ότι δεν ασκήθηκε κατά του οδηγού του ..... ΙΧΦ αυτοκινήτου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 42 του ισχύοντος ΚΟΚ (οδήγηση σε κατάσταση μέθης), δίχως άλλες επαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα αν ο οδηγός αυτός οδηγούσε μεθυσμένος και το ποσοστό του οινοπνεύματος που περιείχε το αίμα του (1,36%ο) κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα.
Και θ) Δέχεται αρχικά, ότι "το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα που εκινείτο το .... ΙΧΦ αυτοκίνητο", όμως στη συνέχεια αμέσως παρακάτω, αντιφατικά, δέχεται ότι "η είσοδος του ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποτελεί ένδειξη απερισκεψίας του οδηγού αυτού" (βλ. σελ. 7). Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για το άνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Μετά απ' αυτά, ο συναφής από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), με τον οποίο προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών (κατ' εκτίμηση) σε σχέση με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 3689/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ