Legislator Case Law & Legislation
2706/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on negligence injury conviction, citing sufficient evidence and lack of procedural error.

Case Number 2706/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for causing bodily injury through negligence. The appellant argued for a new trial based on alleged inconsistencies in the lower court's reasoning regarding the severity of the offense and the omission of specific technical reports. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and noting that the omission of technical reports did not constitute a legal error requiring retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 314(1)(a) and 28 of the Penal Code; The court held that an appeal based on alleged inconsistencies in sentencing reasoning or the omission of non-expert technical reports is inadmissible if the lower court's decision is logically sound and based on sufficient evidence.

Keywords

AI generated
negligence bodily injury appeal admissibility sentencing inconsistency technical expert reports procedural error criminal negligence Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 314(1)(a) of the Penal Code
Article 28 of the Penal Code
Article 15 of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2706 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2706/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, περί αναιρέσεως της 900/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Αυγούστου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1453/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής της οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία:

α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως : α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ)από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές που αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελουν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Ακόμη, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτικό και αφορά τα κυριότητα από αυτή, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, που διατάσσονται κατά τα άρθρα 183 επ. αντίστοιχα, του ΚΠΔ, με τη συνδρομή των εις τις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενα των εγγράφων, τα οποία μάλιστα μνημονεύονται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας "ότι έλαβε και αυτά τα αποδεικτικά μέσα υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρονται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του.

Διαφορετική, αν δηλαδή δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ιδιαίτερα αυτά αποδεικτικά μέσα μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ'αριθμ. 900/2008 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11 Ιανουαρίου 2001 και ώρα 15.30' η ανήλικη μαθήτρια (εννοεί τη Α) της πρώτης τάξης του 12ου Δημοτικού Σχολείου Χανίων, το οποίο βρίσκεται επί της οδού .....

και συστεγάζεται μαζί με το 18ο Δημοτικό Σχολείο, τραυματίστηκε κατά την ώρα του διαλείμματος στην αυλή του σχολείου, όπου έπαιζε, από αποκόλληση τμήματος των επιχρισμάτων του εξώστη του γυμναστηρίου που της προκάλεσαν θλαστικό τραύμα αρ. μετωπιαίας χώρας. Γι'αυτό μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων όπου έγινε συρραφή του τραύματος.

Η σωματική βλάβη της οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, ως αρμόδιος Αντιδήμαρχος του Δήμου Χανίων και υπεύθυνος προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών του, μεταξύ των άλλων, και για την εκτέλεση εργασιών επισκευών και συντήρησης των σχολικών κτιρίων, όντας υπόχρεος λόγω της ως άνω υπηρεσίας του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή του.

Ειδικότερα αν και με την παραπάνω ιδιότητά του όφειλε και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνήσει για την αποκατάσταση των προβλημάτων στατικότητας, φθορών, ρωγμών κολώνων και δοκών, διάβρωσης του οπλισμού, αποκόλλησης του σκυροδέματος και πτώσης επιχρισμάτων των εγκαταστάσεων του ως άνω σχολικού κτιρίου (άρθρο 5 παρ.2 του ν.1894/1990), παρέλειψε να δώσει εντολή προς τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, όπως είχε αρμοδιότητα και υποχρέωση, να προβούν στη συντήρησή του και αντιμετώπιση των ως άνω προβλημάτων, με αποτέλεσμα την πτώση των επιχρισμάτων και του τραυματισμού της άνω μαθήτριας.

Πρέπει να αναφερθεί ότι από το έτος 1999 είχαν επισημανθεί από τους Δ/ντές του και τους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων προς το Δήμο Χανίων και του κατηγορούμενο με την ως άνω ιδιότητά του τα προβλήματα του πιο πάνω σχολικού κτιρίου, εγγράφως και προφορικό (βλ τα υπ'αρ. πρωτ. ..... και ..... έγγραφα του Δ/ντή του Σχολείου και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ....., ....., .....

και ....., σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. ..... έκθεση αυτοψίας). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υπόχρεου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1, 28, 314 παρ.1 α και 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [μάρτυρες που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται : α) η υπ'αριθμ. ..... βεβαίωση του Δημάρχου Χανίων, β) η από 22-1-2001 τεχνική έκθεση και γ) η από 11-10-2002 τεχνική έκθεση τριμελούς επιτροπής, που συγκροτήθηκε μετά από σχετικό έγγραφο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Χανίων) και απολογία του κατηγορουμένου], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που επιτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.

Ειδικότερα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για: α) ευθύνη του για τον ως άνω τραυματισμό της ανήλικης μαθήτριας, εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (11-1-2001) αλλά και από την αρχή του έτους και εντεύθεν και οπωσδήποτε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος αντιδήμαρχος του Δήμου Χανίων, υπεύθυνος προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών του εν λόγω δήμου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος κατά ανάθεση σ'αυτόν των σχετικών αρμοδιοτήτων, μεταξύ των άλλων, για την εκτέλεση εργασιών επισκευών και συντήρησης των σχολικών κτιρίων περιοχής της αρμοδιότητας του ανωτέρω δήμου.

Η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι από το έτος 1999 είχαν διαπιστωθεί τα προβλήματα φθορών και λοιπών ελαττωμάτων του κτιρίου όπου στεγαζόταν το 18ο Δημοτικό Σχολείο του δήμου Χανίων γίνεται ως εκ περισσού και δεν επηρεάζει την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκτίμησε κατά τα ανωτέρω με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις δύο από 22-01-2001 και 11-10-2002 αντίστοιχα τεχνικές εκθέσεις, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών, αφού δεν αποτελούσαν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που η διενέργειά τους διατάχθηκε από δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο ή από εισαγγελέα πλημμελειοδικών που ενεργούσε προανάκριση, αλλά από μέλη τεχνικών επιτροπών που ορίσθηκαν από το Δήμο Χανίων.

Ούτε υπάρχει τέλος, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την επιμέτρηση της ποινής, στο οποίο αναφέρεται κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "... Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος λαμβάνει υπόψη τη βλάβη που προκάλεσε σ'εκείνον που αδικήθηκε ...

όπως και την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου ...", αφού είναι πρόδηλο ότι, ενόψει της κατά τα ανωτέρω καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη της εξ αμελείας σωματικής βλάβης παρ'υποχρέωσης λήφθηκε υπόψη αποκλειστικά ο βαθμός της αμέλειας του και από παραδρομή του γραμματέα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν διαγράφηκε η φράση "την ένταση του δόλου".

Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 900/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ