Supreme Court dismisses appeal on expropriation damages where lower court correctly assessed value and breach conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a regional court judgment regarding expropriation damages. The appellants argued the lower court erred by failing to separately assess the value of two distinct properties and by not explicitly finding the conditions for declaring the transfer deeds void. The court held that the lower court's reasoning was sufficient to determine the damages and that the appellants' arguments regarding the measure of compensation were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the appeal hearing in the absence of the appellee if the appellant has served the appeal document with summons, and the appeal is dismissed if the appellee appears solely to request a postponement which is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 26 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 26/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Η., 2) Α. Μ. του Κ. και 3) Η. Μ. του Κ., απάντων κατοίκων .... Οι 1ος και 3η αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαυρουδή, ενώ ο 2ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο . Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Τ. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο "A. B.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σκούρα. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεση, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-1-2011 και 9-10-2012 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 870/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 582/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν, μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568§4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 280 παρ.2 του ΚΠολΔ θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν γίνεται δεκτή από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εμφανισθείσα ως πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης Ελένη Σκούρα, δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης και μετά την απόρριψη αυτού από το Δικαστήριο, αποχώρησε.
Συνεπώς η αναιρεσίβλητη θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε. Εξάλλου, από την υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ..., την οποία οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και επικαλούνται, προκύπτει ότι οι τελευταίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της, και με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της νομίμως κλητευθείσας, ως ανωτέρω, αναιρεσίβλητης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει: α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (ΟλΑΠ 15/2012, ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 992/2019, ΑΠ 661/2015).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 860/2018).
Συνεπώς η θεμελίωση της αοριστίας, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, σε ελλείψεις διαφορετικές από τις προταθείσες στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτη (ΑΠ 530/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες στις προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αφορά τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, ανέφεραν κατά λέξη τα εξής : "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η λοιπή περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.
Προϋποθέσεις δε προστασίας των δανειστών είναι: 1) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 2) Απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, 3) Βλάβη των δανειστών δηλαδή της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία αυτού να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, 4) Γνώση του τρίτου (προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση) ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος, κατά την απαλλοτρίωση, έχει μια από τις ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 941 παρ. 2 ΑΚ ...
ενόψει όλων των παραπάνω προκύπτει ότι από τις απαιτούμενες κατ' άρθρο 939 ΑΚ προϋποθέσεις διάρρηξης της υπό κρίση δικαιοπραξίας ελλείπουν οι με στοιχεία (κατά τα άνω) 2 και 3, αφού η αντίδικος στην υπό κρίση αγωγή της ουδόλως αναφέρει ούτε τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του πρώτου από εμάς, αλλά ούτε και τη βλάβη την οποία δήθεν της προξένησα με τη γενόμενη μεταβίβαση ψιλής κυριότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια και ανεπάρκεια ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αφερεγγυότητας του πρώτου από εμάς αλλά και της δήθεν πρόθεσής μου πρόκλησης βλάβης απέναντί της, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ και εντεύθεν η υπό κρίση αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της...".
Επίσης, στην έφεσή τους οι αναιρεσείοντες διέλαβαν τα ακόλουθα: "Εντελώς εσφαλμένα, μη νόμιμα και αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία, έκρινε η εκκαλουμένη αμφότερες τις αγωγές της αντιδίκου τραπεζικής εταιρείας ως επαρκώς ορισμένες και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό μας περί αοριστίας των δικογράφων αυτών ...
στην προκειμένη υπόθεση όπως βασίμως υποστηρίξαμε, η αντίδικος δεν αναφέρει στα δικόγραφα των αγωγών της το σύνολο των απαιτούμενων κατ' άρθρο 939 ΑΚ προϋποθέσεων διάρρηξης των επίδικων δικαιοπραξιών αφού ουδόλως αναφέρει ούτε τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του πρώτου από εμάς αλλά ούτε και τη βλάβη την οποία δήθεν της προξένησα με τη γενόμενη μεταβίβαση ψιλής κυριότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια και ανεπάρκεια ως προς το κρίσιμο ζήτημα των στοιχείων της αφερεγγυότητας του πρώτου από εμάς αλλά και της δήθεν πρόθεσής μου πρόκλησης βλάβης απέναντί της, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ και εντεύθεν η υπό κρίση αγωγή της θα έπρεπε να απορριφθεί λόγω της αοριστίας της ...".
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 1 (κατ' εκτίμηση) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν περιέχονται στις αγωγές διαρρήξεως τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, δεδομένου ότι αναφέρονται σ' αυτές μόνον οι αξίες των μεταβιβασθέντων σε αμφότερα τα επίδικα ακίνητα δικαιωμάτων ψιλής κυριότητας επ' αυτών, χωρίς να περιέχονται τα αναγκαία στοιχεία της αξίας (εμπορικής ή αντικειμενικής) για καθένα από τα δύο απαλλοτριωθέντα ακίνητα, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η διάρρηξη τους, ώστε να προκύψει στη συνέχεια το μέτρο και η σχέση μεταξύ της αξίας των (μεταβιβασθέντων κατά τα δικαιώματα της ψιλής κυριότητας) ακινήτων και του ύψους των αντίστοιχων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, των οποίων επιδιωκόταν η ικανοποίηση μέσω των αντίστοιχα ζητουμένων διαρρήξεων, την αοριστία δε αυτή, όπως ισχυρίζονται, είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους κατά την πρωτοβάθμια συζήτηση και επανέφεραν με λόγο έφεσης.
Και ότι το εφετείο, μη δεχόμενο ως αναγκαίο στοιχείο την αναφορά στις αγωγές και της αξίας (αντικειμενικής ή και εμπορικής) για καθένα από τα ένδικα ακίνητα, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία και επίσης παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας των αγωγών αυτών.
Ωστόσο, από την κατά τ' ανωτέρω επισκόπηση των σχετικών δικογράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες άλλη αοριστία απέδιδαν στις αγωγές με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και με την έφεσή τους και άλλη προβάλλουν με τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, και ειδικότερα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση παραπονέθηκαν για την έλλειψη αναφοράς αφενός των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του πρώτου αναιρεσείοντος και αφετέρου της βλάβης η οποία προξενήθηκε εις βάρος της αναιρεσίβλητης με τις ένδικες μεταβιβάσεις και όχι στην έλλειψη αναφοράς της αξίας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν.
Επομένως, ο ως άνω, δεύτερος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους.
Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014). Έπεται, δηλαδή, η εν λόγω παροχή των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 977/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).
Επίσης, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012). Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ.
της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1732/2022, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ ...7/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ ...7/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της ενάγουσας... ήδη εφεσίβλητης... (αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας με την επωνυμία "..." (μη διαδίκου) ως πιστούχου, καταρτίσθηκε η υπ' αριθ. ...
σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 1.250.000 ευρώ και η από α) ... πρόσθετη πράξη A. 650, β) ... πρόσθετη αυξητική αυτής πράξη ποσού 125.000 ευρώ, γ) ... πρόσθετη πράξη A. 650, δ)... πρόσθετη αυξητική αυτής πράξη ποσού 25.000 ευρώ, ε) ... πρόσθετη πράξη A. 650, στ) από ... πρόσθετη πράξη A. ... και ζ) ... πρόσθετη πράξη A. ..., δυνάμει των οποίων χορηγήθηκε πίστωση μέχρι του ποσού 1.400.000 ευρώ, ενώ την τήρηση των όρων της εν λόγω σύμβασης πίστωσης και των πρόσθετων αυτής πράξεων εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος...
ήδη δεύτερος εκκαλών... (αναιρεσείων), βασικός μέτοχος της πιστούχου εταιρείας, παραιτούμενος των ενστάσεων διζήσεως και διαίρεσης, ευθυνόμενος αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτες. Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης μέσω των υπ' αριθ. ...
και ... ανοικτών λογαριασμών οι οποίοι στις ... εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο 468.692,72 ευρώ και 325.000 ευρώ αντιστοίχως, τα οποία αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα η πιστούχος εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος (ήδη εκκαλών) - εγγυητής με την από ... πρόσθετη πράξη A. .... Ακολούθως, στις ... καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη εφεσίβλητης), και της προαναφερόμενης πιστούχου η από ...
πρόσθετη πράξη της άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην πιστούχο με την εγγύηση του πρώτου των εναγομένων (ήδη πρώτος εκκαλών) δάνειο ποσού 325.000 ευρώ, για την εξυπηρέτηση του οποίου τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, ο οποίος αντικατέστησε τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό.
Στις 17.9.2010 ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 306.825,82 ευρώ και ο υπ' αριθ. ... εμφάνιζε υπόλοιπο 332.271,99 ευρώ και η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) έκλεισε οριστικά αυτούς, εν συνεχεία στις 30.9.2010 προέβη σε καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων και ακολούθως στην έκδοση της υπ' αριθ. 304/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την οποία κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο (ήδη εκκαλούντα) στις 14/10/2010 (βλ.
την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ...) διατάσσοντας αυτόν να καταβάλει ως εις ολόκληρον συνοφειλέτης το ποσό συνολικά των 654.979,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με την από ... σύμβαση μεταβιβάσεων εννόμου σχέσεως από πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της "Γ.
Τ. Τ. Ε. Α..Ε.." (δανείστριας) της ενάγουσας (ήδη εφεσίβλητης) «Α. Τ. Α..Ε.. της ως άνω πιστούχου "..." και του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου εκκαλούντα - εγγυητή), η πρώτη μεταβίβασε στην ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) συναινούντων της πιστούχου (μη διαδίκου) και του εγγυητή - πρώτου εναγομένου (ήδη εκκαλούντα), όλα τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της κατά της ως άνω πιστούχου και του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου εκκαλούντα) - εγγυητή, που απέρρεαν από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) και των με ίδιο αριθμό αυξητικών αυτής από ... και ... συμβάσεων με τις οποίες η άνω Τράπεζα (Γ. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..) είχε χορηγήσει στην πιστούχο εταιρεία με την εγγύηση του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου εκκαλούντα) πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 450.000 ευρώ.
Συγχρόνως καταρτίστηκε και η από ... πρόσθετη πράξη της εν λόγω σύμβασης, με την οποία η άνω πιστούχος εταιρεία (μη διάδικος) και ο πρώτος εναγόμενος - εγγυητής, αναγνώρισαν το χρεωστικό υπόλοιπο της ως άνω σύμβασης στη Γ. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. που ανερχόταν σε 250.000 ευρώ και έκτοτε η πίστωση συνεχίστηκε στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας (ήδη εφεσίβλητης) ως υπ' αριθ. ...
σύμβαση και ανοίχτηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός με τον οποίο έκτοτε εξυπηρετείτο η εν λόγω πίστωση. Ακολούθως, καταρτίστηκαν οι από ..., ... και ... πρόσθετες πράξεις με τις οποίες ρυθμίζονταν το εκάστοτε όριο της εν λόγω πίστωσης. Στις 17/9/2010 το χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ανέρχονταν σε 307.000,48 ευρώ και η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) έκλεισε οριστικά αυτόν, εν συνεχεία στις 30/9/2010 προέβη σε καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων και ακολούθως στην έκδοση της υπ' αριθμόν 301/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 14/10/2010 (βλ.
την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου ...) και με την οποία επιτάχθηκε ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος εκκαλών), ως εις ολόκληρον οφειλέτης, σε καταβολή ποσού 307.000,48 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Στις 24.7.2008 και 20.11.2008 και ενώ τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, ιδίως οι συμβάσεις και η χορήγηση των πιστώσεων, όπως προαναφέρθηκε είχαν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγενημένη πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών και ανεξάρτητα αν ήταν βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, ο πρώτος εναγόμενος - εγγυητής (ήδη πρώτος εκκαλών) δυνάμει του υπ' αριθμόν ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ..., νομίμως καταχωρημένου στο Κτηματολογικό Γραφείο ... με αριθμό ... στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη των εναγομένων - κόρη του την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 677,99 τ.μ.
και κατά το Κτηματολόγιο 673 τ.μ., που βρίσκεται στο ... στο Ο.Τ. ..., στη συμβολή των οδών ... και ανώνυμης δημοτικής οδού ... και συνορεύει γύρωθεν ... Η αξία δε της ως άνω απαλλοτρίωσης ανερχόταν στο ποσό των 140.000 ευρώ. Στη συνέχεια ο πρώτος των εναγομένων - εγγυητής δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ..., νομίμως καταχωρημένου στο Κτηματολογικό Γραφείο ...
με αριθμό ... στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο των εναγομένων - υιό του την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 960,695 τ.μ. και κατά το Κτηματολόγιο 963 τ.μ. επί του οποίου υπάρχουν τα εξής κτίσματα :
α) παλαιά ισόγεια λιθόκτιστη κεραμοσκεπής οικία, εμβαδού 222,61 τ.μ., β) ισόγεια κεραμοσκεπής αποθήκη, εμβαδού 27 τ.μ., γ) ισόγειο κεραμοσκεπές κτίσμα που χρησιμοποιείται ως ξενώνας εμβαδού 24,95 τ.μ., και δ) στεγασμένο με πέργκολα γκαράζ εμβαδού 34,71 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως στο Ο.Τ. ... στη συμβολή των οδών ...
και ... ... Η αξία δε της ως άνω απαλλοτρίωσης ανερχόταν στο ποσό των 300.000 ευρώ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η λοιπή περιουσία του πρώτου των εναγομένων αποτελείτο από : α) τα 75% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. (3-4) οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισογείου καταστήματος), εμβαδού 75,79 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. της πόλης του ... επί της συμβολής των οδών ... και ... ... του οποίου ο πρώτος των εναγομένων είναι συγκύριος κατά 37,5%, β) τα 75% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. 6 οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισογείου καταστήματος) εμβαδού 27,50 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ... επί της συμβολής των οδών ...
και ... ... του οποίου ο πρώτος των εναγομένων είναι συγκύριος κατά 37,5%, γ) τα 74% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. 7 οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισογείου καταστήματος), εμβαδού 60,41 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ... επί της συμβολής των οδών ... και ... ... του οποίου ο πρώτος των εναγομένων είναι συγκύριος κατά 37,5%, δ) την επικαρπία ενός άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου (του οποίου η ψιλή κυριότητα απαλλοτριώθηκε στον υιό του), εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 960,695 τ.μ.
και κατά το Κτηματολόγιο 963 τ.μ., επί του οποίου υπάρχουν και τα εξής κτίσματα: α) παλαιά ισόγεια λιθόκτιστη κεραμοσκεπής κατοικία, εμβαδού 221,61 τ.μ., β) ισόγεια κεραμοσκεπής αποθήκη, εμβαδού 27 τ.μ., γ) ισόγειο κεραμοσκεπές κτίσμα, που χρησιμοποιείται ως ξενώνας, εμβαδού 24,95 τ.μ., και δ) στεγασμένο με πέργκολα γκαράζ, εμβαδού 34,71 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως στο Ο.Τ. ...
στη συμβολή των οδών ... και ... και ε) την επικαρπία (απαλλοτριωθείσης της ψιλής κυριότητας στην κόρη του) ενός άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, όπως περιγράφεται ανωτέρω. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ... ότι η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων σήμερα είναι: α) για το 1ο ακίνητο (τα 75% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. 3-4 οριζόντιας ιδιοκτησίας - ισογείου καταστήματος) η αγοραία αξία του ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ και ως εκ τούτου το μερίδιο του πρώτου των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των 75.000 ευρώ, β) για το 2ο ακίνητο (τα 75% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. 6 οριζόντιας ιδιοκτησίας - ισογείου καταστήματος) στο ύψος των 67.000 ευρώ και ως εκ τούτου η αξία του μεριδίου του πρώτου των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των 33.750 ευρώ, γ) για το 3ο ακίνητο (τα 75% αδιαίρετα ιδανικά μερίδια της υπ' αριθμ. 7 οριζόντιας ιδιοκτησίας) η αγοραία αξία του ανέρχεται στο ποσό των 135.000 ευρώ ώστε η αξία του μεριδίου του πρώτου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 67.000 ευρώ, δ) για το τέταρτο ακίνητο στο ποσό των 270.000 ευρώ και ε) για το 5ο ακίνητο στο ύψος των 170.000 ευρώ.
Συνολικά δε η αγοραία αξία της εναπομείνασας περιουσίας του πρώτου των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των (75.000 + 33.750 + 67.500 + 270.000 + 170.000 =) 616.250 ευρώ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι έκαστο των τριών πρώτων ακινήτων (ισογείων) βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης υπέρ της M. Ε. Τ. Α..Ε.. ποσού 226.000 ευρώ, συνολικού δε ποσού 678.000 ευρώ και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της από κανένα εκ των ανωτέρω ακινήτων, ενώ και η κινητή περιουσία του 1ου των εναγομένων έχει δεσμευθεί για οφειλές στη Δ.Ο.Υ.
και το Ι.Κ.Α., ύψους άνω των 150.000 ευρώ με αντίστοιχες εντολές δέσμευσης λογαριασμών προς την τράπεζα ...
Συνεπώς, η αγοραία αξία της εναπομείνασας περιουσίας του πρώτου των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των (270.000 + 170.000 =) 440.000 ευρώ. Επομένως, τα υπολειπόμενα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγομένου αποδεικνύεται ότι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) που ανέρχονταν στις 30.4.2010 σε 929.668,01 ευρώ.
Ο πρώτος εναγόμενος, βασικός μέτοχος της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας που πρόκειται περί οικογενειακής επιχείρησης, γνώριζε την οικονομική κατάσταση αυτής, η οποία ήδη από το έτος 2008 είχε αρχίσει να εμφανίζει προβλήματα και δυσκολίες στην κίνηση των λογαριασμών και στις πληρωμές με σφραγίσεις επιταγών στο πλαφόν του πρώτου εναγομένου και προς τούτο η ενάγουσα ...
με τις υπ' αριθμ. .../... και .../... πρόσθετες πράξεις της προέβη σε μείωση του ποσού των πιστώσεων στους λογαριασμούς που είχαν ανοιγεί για την λειτουργία των προαναφερόμενων συμβάσεων, ενώ με την από 17.1.2009 πρόσθετη πράξη χορήγησε στην άνω πιστούχο με την εγγύηση του πρώτου εναγομένου δάνειο ποσού 320.000 ευρώ, μέρος του οποίου χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή των λογαριασμών των προαναφερομένων συμβάσεων και των πρόσθετων αυτών πράξεων.
Περαιτέρω, ... αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας δανείστριας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, αφού αυτός (πρώτος εναγόμενος) γνώριζε ότι μετά τις εν λόγω μεταβιβάσεις δεν θα μπορούσε η τελευταία να εξεύρει άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, διότι όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, τα υπόλοιπα εμφανή περιουσιακά στοιχεία αυτού (πρώτου εναγομένου εγγυητή) δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας - δανείστριας.
Ενόψει δε της χαριστικής αιτίας των άνω δικαιοπραξιών προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων ... που είναι τέκνα του, δεν απαιτείται γνώση αυτών ως προς την πρόθεση του πατέρα τους και συνεπώς παρέλκει η έρευνα αυτής. Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι οι γονικές αυτές παροχές έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προς τα τέκνα του και λόγω ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων για τις γονικές παροχές.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, πέραν της αβασιμότητάς του, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω περί προθέσεως του (πρώτου εναγομένου) για βλάβη της ενάγουσας. Η εκπλήρωση άλλωστε ηθικών υποχρεώσεων ή λόγοι ευπρέπειας του οφειλέτη δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε βλάβη των δανειστών ούτε την εκτίμηση των ηθικών του υποχρεώσεων έναντι των νομικών, με συνέπεια να μην αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των ως άνω δωρεών ...
Εξάλλου, το γεγονός της πρόθεσης και σκοπού βλάβης της ενάγουσας δανείστριας ενισχύεται και από το περιστατικό της μη μεταβιβάσεως κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο επίκλησης ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων ως προς τις γονικές παροχές περιουσιακών στοιχείων της μητέρας τους που διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία είναι ελεύθερη βαρών και δεν ενέχεται σε οφειλές προς τρίτους.
Επίσης το γεγονός ότι οι ανωτέρω γονικές παροχές έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος και της καταγγελίας των συμβάσεων αλληλόχρεων λογαριασμών, που έλαβαν χώρα στις 17.9.2010 και 30.10.2010 αντίστοιχα, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από τον χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων, αλλά και της δημιουργίας των καταλοίπων, ώστε η απαίτησή της να είναι γεγενημένη και με το κλείσιμο των λογαριασμών, που είχε συντελεστεί μέχρι τη συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέστη (η απαίτηση της) απλώς ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Άλλωστε, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε, κατά το χρόνο που προέβη στις επίμαχες καταδολιευτικές δικαιοπραξίες, το κατάλοιπο - οφειλές της πιστούχου προς την ενάγουσα δανείστρια από τις ανωτέρω συμβάσεις, καθώς και την υποχρέωσή του προς αποπληρωμή, τις δυσκολίες που εμφάνιζε ήδη η πιστούχος σε αποπληρωμή των συμβατικών οφειλών της, την ύπαρξη επιταγής ποσού 575.000 ευρώ εκδόσεως της πιστούχου εταιρείας, καθώς και την ανεπάρκεια των υπόλοιπων περιουσιακών του στοιχείων προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας και ενήργησε με σκοπό την ματαίωση αυτής...
Αποδείχθηκε δε ότι ούτε ο πρώτος εναγόμενος - εγγυητής αλλά ούτε και η πρωτοφειλέτρια - πιστούχος εταιρεία αμφισβήτησαν ως είχαν συμβατικό δικαίωμα, το ύψος του καταλοίπου των αλληλόχρεων λογαριασμών. Εξάλλου, το ότι άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης ή άλλος εταίρος διαθέτει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία δύναται η ενάγουσα να ικανοποιηθεί, όπως ακίνητα του άλλου εγγυητή (... - αδελφού του πρώτου εναγομένου) είτε ακίνητα κοινά, ήτοι συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου, με αυτόν (άλλο εγγυητή) δεν αναιρεί την ύπαρξη του δόλου του πρώτου εναγομένου - εγγυητή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των απαλλοτριώσεων κρίνεται, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών οφειλετών ...
Επομένως, οι απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν από τον πρώτο εναγόμενο - εγγυητή με τα προαναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... ..., υπ' αριθμ. ... και ..., νομίμως καταχωρημένα στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο ..., υπόκεινται σε διάρρηξη και πρέπει να διαρρηχθούν, καθόσον αποδείχθηκε ότι συντρέχουν κατ' ουσίαν όλες οι αναφερόμενες νόμιμες προϋποθέσεις.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του (870/2013), δέχθηκε κατ' ουσίαν τις κρινόμενες αγωγές και διέταξε την διάρρηξη των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, δεν έσφαλε, αλλά εφήρμοσε ορθώς τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και προήλθε στην δέουσα εκτίμηση των ... αποδείξεων." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις συνεκδικασθείσες αγωγές της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 943 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ως άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, δεν αρκέστηκε δε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την θεμελίωση των ένδικων αγωγών διαρρήξεως, αφού, ειδικότερα, προσδιόρισε το ποσό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και την αξία της ψιλής κυριότητας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που ήταν και το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η διάρρηξή τους, ενώ δεν ήταν απαραίτητη, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, για την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγών, η αναφορά της πλήρους αξίας των ακινήτων, δεδομένου ότι δεν ήταν η πλήρης κυριότητα το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την θεμελίωση των εναντίον τους αγωγών διαρρήξεως, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση η αξία καθενός από τα δύο απαλλοτριωθέντα ακίνητα κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η διάρρηξή τους, αλλά περιέχονται μόνον οι αξίες των μεταβιβασθέντων σε αμφότερα τα επίδικα ακίνητα δικαιωμάτων ψιλής κυριότητας επ' αυτών, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ., που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, αφού:
α) περιέγραψε αφενός την απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, γεγενημένη κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (απαίτηση από σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ο οποίος έκλεισε οριστικά στις 17/9/2010, έκδοση της υπ' αριθμόν 304/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 14/10/2010 και με την οποία επιτάχθηκε, ως εις ολόκληρον οφειλέτης, σε καταβολή ποσού 654.979,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και απαίτηση από σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος έκλεισε οριστικά στις 17.9.2010 έκδοση της υπ' αριθμόν 301/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 14/10/2010 και με την οποία επιτάχθηκε, ως εις ολόκληρον οφειλέτης, σε καταβολή ποσού 307.000,48 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων), και αφετέρου τα απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου, με τον προσδιορισμό της αξίας εκάστου αυτών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, και δη τη μεταβίβαση: 1) της ψιλής κυριότητας λόγω γονικής παροχής στην τρίτη των αναιρεσειόντων ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, στη συμβολή των οδών ...
και ανώνυμης δημοτικής οδού ... με αξία της ως άνω απαλλοτρίωσης ανερχόμενη στο ποσό των 140.000 ευρώ και 2) της ψιλής κυριότητας λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο των αναιρεσειόντων ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, εντός του σχεδίου πόλεως στο Ο.Τ. ... στη συμβολή των οδών ...
και ... με αξία της ως άνω απαλλοτρίωσης ανερχόμενη στο ποσό των 300.000 ευρώ, β) διέλαβε συγκεκριμένη παραδοχή για την πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης και για τη μη αναγκαία κατά νόμο γνώση της πρόθεσης αυτής εκ μέρους του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσειόντων ενόψει του χαριστικού χαρακτήρα της απαλλοτριωτικής πράξεως (γονική παροχή) και γ) διέλαβε επίσης, παραδοχή περί της βλάβης της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στην αδυναμία της να ικανοποιήσει την απαίτησή της εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό, καθώς η υπολειπόμενη αυτή περιουσία, η αξία της οποίας ανέρχεται σε 616.250 ευρώ, βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης υπέρ τρίτου δανειστή ποσού 678.000 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο προσδιόρισε κατά ποσό τόσο τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, όσο την αξία των απαλλοτριωθέντων δικαιωμάτων της ψιλής κυριότητας, που αποτελούσαν το αντικείμενο εκάστης αγωγής διαρρήξεως, ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται ως προς το μέτρο και την αναλογία μεταξύ της αξίας των απαλλοτριωθέντων δικαιωμάτων και του ύψους των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων.
Βάσει δε των περιστατικών αυτών εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη των επίμαχων μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών στο σύνολό τους, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις. Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ, με το να μην διαλάβει παραδοχές για την αξία (αντικειμενική ή εμπορική) για καθένα από τα δύο μεταβιβασθέντα ακίνητα κατά το χρόνο άσκησης των επίδικων αγωγών, αλλά αναφέροντας μόνον την αξία των μεταβιβασθέντων σε αμφότερες τις περιπτώσεις δικαιωμάτων ψιλής κυριότητας, με συνέπεια να μη μπορεί να κριθεί εάν έπρεπε να διαρρηχθούν αμφότερες οι ένδικες δικαιοπραξίες ως καταδολιευτικές στο σύνολό τους ή η μία από αυτές, ή αν έπρεπε να διαρρηχθούν αμφότερες μεν, αλλά κατά το ποσοστό που θα επαρκούσε για τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, και έτσι να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το μέτρο και την αναλογία μεταξύ της αξίας των δύο απαλλοτριωθέντων - κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επ' αυτών - ακινήτων και του ύψους των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 582/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ