26/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated26/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 28-9-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου, μετά την έκδοση της υπ'αρθμ.906/2020 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν τα αποδεικτικά της αμφισβητούμενης από τον αναιρεσίβλητο εξ αδιαθέτου κληρονομικής ιδιότητας των αναιρεσειόντων, δηλ.
Full text
Απόφαση 26 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 26/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ 'ων η κλήση: 1) Ε. χήρας Δ. Μ., το γένος Π. Θ., κατοίκου ..., 2) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Σακκαλή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Γ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπατσίλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας.
Εκδόθηκε η 30/ΤΠ/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/ΤΜ/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/8/2017 αίτησή τους και τους από 18/8/2019 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 906/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 28/9/2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ.94/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να του καταβάλουν το ποσό των 8.304,34 ευρώ, κατά το οποίο έγιναν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία.
Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 28-9-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου, μετά την έκδοση της υπ'αρθμ.906/2020 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν τα αποδεικτικά της αμφισβητούμενης από τον αναιρεσίβλητο εξ αδιαθέτου κληρονομικής ιδιότητας των αναιρεσειόντων, δηλ.
τα πιστοποιητικά του αρμόδιου Πρωτοδικείου περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του θανόντος δευτέρου αναιρεσείοντος Α. Μ. και περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας αυτού, τα οποία και προσκομίστηκαν από τους αναιρεσείοντες, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσείοντες άσκησαν παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 18-8-2019 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναιρέσεως, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων.
Η εκδίκαση υποθέσεως υπαγομένης στην καθ'ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αρθμ.5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε από τους αρθμ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, διότι το είδος της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται μία υπόθεση δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ώστε η εκδίκασή της κατά διαφορετική διαδικασία να δημιουργεί ακυρότητα, εκτός και αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σε αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ 435/2019, ΑΠ1195/2018, ΑΠ1179/2014, ΑΠ563/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και τον πρώτο των πρόσθετων λόγων αυτής, εκτιμώμενους από τους αρθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η ένδικη υπόθεση έπρεπε να εκδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ'ορόφους (άρθρα 648-657 ΚΠολΔ) και ότι για τον λόγο αυτό το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο .
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται όταν η τήρηση της μη προσήκουσας διαδικασίας δεν συνοδεύεται από την παράβαση συγκεκριμένου δικονομικού κανόνα που έπρεπε να εφαρμοσθεί, με βλάβη του διαδίκου, την οποία όμως δεν επικαλούνται, στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πρώτη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από την υπεξαίρεση, αλλά εξέτασε και έκανε δεκτή την επικουρικώτερη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι αυτή έχει δύο βάσεις, μια κύρια από την αδικοπραξία (απάτη άλλως υπεξαίρεση) και μια επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατά το άρθρο 562 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1531/2018, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ168/2015,ΑΠ 1401/2008).
Το απαράδεκτο εκ της άνω διατάξεως αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 30/2006). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν στο αναιρετήριο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, όπως ακριβώς τον πρότειναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι τον επανέφεραν νόμιμα με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ώστε βάσει του αναιρετηρίου να μπορεί να κριθεί το παραδεκτό της προτάσεώς του.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν έχει προταθεί νόμιμα, ενώ τα περιστατικά που τον συγκροτούν δεν συμπίπτουν με αυτά που αναφέρονται στο αναιρετήριο.
Ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ1020/2019, ΑΠ1681/2018, ΑΠ1593/2017, ΑΠ1632/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα απ'αυτούς ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, όπως ακριβώς προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ27/1998,ΑΠ1020/2019,ΑΠ 901/2010,ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.1και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε τις περί αντιπροσωπεύσεως διατάξεις των άρθρων 211, 213, 214, 215,218 επ.
ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου που απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ516/2016).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 612/2019, ΑΠ516/2016, ΑΠ600/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον λογαριασμό αποδόσεως δαπανών-καταβολών του Δεκεμβρίου 1994, το τετράδιο με όλες τις εργασίες, δαπάνες και καταβολές, την από 18-11-2008 απάντηση σε εξώδικη πρόσκληση να καταθέσει ως μάρτυρας η πολιτικός μηχανικός της οικοδομής Ε.
Ζ., τα δικόγραφα της δίκης στο Ειρηνοδικείο Ιτέας, όπου αιτών ήταν ο κύριος του ομόρου ακινήτου και οι διάδικοι ήταν καθ'ων η αίτηση, τις αποδείξεις πληρωμής της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ποσού 374.000 δρχ., τις χειρόγραφες αποδείξεις πληρωμής αυτών που εργάσθηκαν στην οικοδομή, καθώς και τις αποδείξεις αγοράς υλικών, τα οποία προσκόμισε νόμιμα με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι έχουν γίνει οι αμφισβητούμενες από τον αναιρεσίβλητο δαπάνες για την ανέγερση της κοινής οικοδομής τους.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη " όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.
Η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί δεν μπορεί να κατασκευασθεί οικοδομή χωρίς τις δαπάνες που αναφέρονται στις παραπάνω αποδείξεις, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1β του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και, επομένως, είναι απαράδεκτος.
Ενώ με τις λοιπές αιτιάσεις του πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τις γενόμενες δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής και δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς που πρότειναν οι αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, ως προς την παραβίαση του αρθμ.19, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ποιός ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ποιά η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ποιές οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, ως προς δε την παραβίαση του αρθμ.8, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, όπως ακριβώς προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτοί οι ισχυρισμοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί.
Τέλος με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο είχαν προτείνει παραδεκτά σε όλα τα στάδια της δίκης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων, αλλά τον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο παραπονούντο για την απόρριψη της ενστάσεώς τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα τον απέρριψε ως αόριστο γιατί δεν διελάμβαναν σ'αυτόν κανένα ειδικό παράπονο για την απόρριψη της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ ως αόριστης.
Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως αόριστο, ενώ απέρριψε τον τρίτο λόγο της εφέσεως αυτών ως αόριστο.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3ΚΠολΔ)και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,191 αρθμ.2ΚΠολΔ),όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2017 αίτηση και τους από 18-8-2019 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αρθμ. 94/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει (ενιαίως) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ